• No results found

978-960-524-258-9-Preview

N/A
N/A
Protected

Academic year: 2021

Share "978-960-524-258-9-Preview"

Copied!
47
0
0

Loading.... (view fulltext now)

Full text

(1)
(2)

Αισθητικη κΑι τΕχνη

Διεπιστημονικές προσεγγίσεις

στη μνήμη Παναγιώτη και Έφης Μιχελή

Επιμέλεια: γιώργος Ζωγραφίδης – γιάννηςκουγιουμουτζάκης E-BOOK

π

ανεπιστημιακεσ

ε

κΔοσεισ

κ

ρητησ Ιδρυτική δωρεά Παγκρητικής Ενώσεως Αμερικής ηρακλειο 2011

(3)

π

ανεπιστημιακεσ

ε

κΔοσεισ

κ

ρητησ

ι

ΔρΥμα

τ

εχνολογιασ και

ε

ρεΥνασ Hράκλειο Kρήτης, T.Θ. 1385, 711 10. Tηλ.: 2810 391097, Fax: 2810 391085 Aθήνα: κλεισόβης 3, 106 77. Tηλ.: 210 3849020-22, Fax: 210 3301583 e-mail: [email protected] www.cup.gr Ο τόμος εκδόθηκε με την ευγενική χορηγία του Ιδρύματος Παναγιώτη και Έφης Μιχελή Σειρά: σΥμΒολεσ στισ επιστημεσ τοΥ ανΘρΩποΥ / ιστορια τησ τεχνησ © 2008 πανεπιστημιακεσ εκΔοσεισ κρητησ Επιστημονική επιμέλεια: γιώργος Ζωγραφίδης, Επίκουρος Καθηγητής Φιλοσοφίας, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, γιάννης κουγιουμουτζάκης, Καθηγητής Ψυχολογίας, Πανεπιστήμιο Κρήτης Διόρθωση δοκιμίων: Βίκτωρ αθανασιάδης Στοιχειοθεσία & σελιδοποίηση: παρασκευή Βλάχου (π.ε.κ.) Τεχνική επιμέλεια έκδοσης: Διονυσία Δασκάλου (π.ε.κ.)

Εκτύπωση & Βιβλιοδεσία: Fotolio & Typicon

(4)
(5)

Περιεχόμενα

Εισαγωγή . . . ix Διονύσιος Ζήβας, παναγιώτης μιχελής και Έφη μιχελή: η ζωή και το έργο τους . . . 1 Γεώργιος Αικατερινίδης, λαϊκή αρχιτεκτονική: εθιμολογικά − τυπολογικά . . 9 Κώστας Ανδρουλιδάκης, η παρουσία της γερμανικής αισθητικής στη νεοελληνική σκέψη . . . 27 Αναστασία Γεωργάκη, φύση και ηχητικά περιβάλλοντα στο έργο του ιάννη Ξενάκη . . . 45 Γιώργος Ζωγραφίδης, παλαιές και νέες εικονομαχίες: από τον λέοντα γ΄ στους ταλιμπάν . . . 63 Παύλος Καϊμάκης, αριστείδης κοϊντιλιανός: Ένας αισθητικός της μουσικής της Ύστερης αρχαιότητας . . . 105 Βασίλης Κάλφας, ο πλατωνικός διάλογος και η αττική κωμωδία . . . 123 Ελένη Κορνάρου, η αναπαράσταση του θρήνου στην αρχαία ελληνική τραγωδία: η περίπτωση των Περσών του αισχύλου . . . 139 Γιάννης Κουγιουμουτζάκης, Μαρία Μαρκοδημητράκη, Δημήτρης Αντωνακάκης, Μαρία Πατεράκη, από την τέχνη για την τέχνη στην τέχνη για τη ζωή: χρήση και κατάχρηση της θεωρίας του Piaget . . 155 Γιώργος Μαραγκός, η μουσική εμπειρία ως ψυχονοητική λειτουργία . . . 191 Αθηνά Μιράσγεζη, η μάσκα του James Ensor . . . 201 Μιχάλης Πάγκαλος, αρχαίες και μοντέρνες πτυχές του τραγικού . . . 223 Ασπασία Παπαδοπεράκη, μέτρα μέτρησης της ελληνικής αρχαιότητας και η χρυσή τομή: η εφαρμογή του «πόδα» στον Θησαυρό των σιφνίων . . 239

(6)

Θεόπη Παρισάκη, η ζωγραφική μίμηση στον αριστοτέλη . . . 251 Κωνσταντίνος Πρώιμος, ο καθρέφτης και το μέτρο: μεταφυσικές και ηθικές διαστάσεις της πλατωνικής κριτικής των τεχνών στο 10ο βιβλίο της Πολιτείας . . . 267 Δέσποινα Σταματοπούλου, η γλώσσα των συναισθημάτων και η γλώσσα της τέχνης: εκφραστική-φυσιογνωμική αντίληψη και το νόημα της εικόνας . . . 285 Μαρία Φιολιτάκη, φαντασία και εικόνα: η θεμελίωση της μιμητικής απεικόνισης στη βυζαντινή αισθητική . . . 309

(7)

Ὁ φιλόσοφος καὶ ὁ καλλιτέχνης δὲν εἶναι παρὰ τῆς φύσης δύο κλάδοι, ὁ ἕνας πηγάζει ἀπὸ τὸν νοῦ ποὺ θεωρεῖ, ὁ ἄλλος ἀπὸ τὸ χέρι ποὺ πράττει. Σοφὸς καὶ χειρόσοφος, δυὸ μορφὲς ζωῆς, ἀλλὰ καὶ δυὸ μορφὲς γνώσεως, τῆς θεωρητικῆς καὶ τῆς πρακτικῆς. (παναγιώτης μιχελῆς, Αἰσθητικὰ θεωρήματα, 2. Ἀθήνα: Ἵδρυμα π. & Ἔ. μιχελῆ, 42001, 131)

σ

τιγμές και όψεις από τον διάλογο δύο πεδίων, της αισθητικής και της τέχνης, παρουσιάζουν οι δεκαεπτά μελέτες του τόμου, γραμμένες για να τιμήσουν τη μνήμη δύο εκλεκτών ανθρώπων των γραμμάτων και των τε-χνών· του αρχιτέκτονα και θεωρητικού της τέχνης παναγιώτη μιχελή και της ζωγράφου Έφης μιχελή. το πεδίο της τέχνης και τα όριά της μοιάζουν ίσως αυτονόητα, μια και η τέχνη από τους νεότερους χρόνους αποτελεί ενιαία κατηγορία. Ωστόσο, πα-ρά τις διαδοχικές θεωρητικές απόπειρες, δεν φαίνεται δυνατός ένας ορισμός της, που να περιλαμβάνει όλα τα αντικείμενα που μπορεί να θεωρηθούν (ή έχουν θεωρηθεί) τέχνη, από τις βραχογραφίες του λασκώ έως τα σύγχρονα ολογράμματα. επιπλέον, το τέλος της τέχνης, ή έστω το τέλος της ιστορίας της, έχει αναγγελθεί κατά καιρούς από φιλοσόφους, αισθητικούς και θεωρη-τικούς της τέχνης.

Εισαγωγή

(8)

οι μελέτες αυτού του τόμου προϋποθέτουν αλλά δεν εξετάζουν ζητήμα-τα για τον ορισμό της τέχνης, ούτε ερευνούν τη σχέση της με την αισθητική. στρέφονται περισσότερο σε ζητήματα που αφορούν τη δημιουργία, την ταυτό-τητα και την πρόσληψη του αισθητικού αντικειμένου. Δεν θέτουν όμως ερω-τήματα της παραδοσιακής αισθητικής του ωραίου, περί των κατηγοριών της καλαισθησίας και του γούστου, ή περί της απόλαυσης και της αξιολόγησης του ωραίου· ούτε αρκούνται στην εννοιολογική ανάλυση των όρων που χρη-σιμοποιούμε στις σχετικές συζητήσεις ή τη λύση των σχετικών προβλημάτων. μέσα από τις διαφορετικές προσεγγίσεις αναδεικνύεται και επαναπροσδι-ορίζεται η αισθητική, όχι μόνο ως φιλοσοφικός κλάδος, που τους τελευταίους αιώνες αγωνίζεται να κατακτήσει την αυτονομία του, αλλά ευρύτερα –όπως εξάλλου διαμορφώνεται σήμερα– ως ο στοχαστικός λόγος περί της τέχνης, η θεωρία της τέχνης. στην προοπτική αυτή, η φιλοσοφία αν και έχει –τουλάχι-στον για πολλούς– την πρωτοκαθεδρία, δεν είναι μόνη· και αυτό προς όφελος διπλό: τόσο δικό της όσο και της τέχνης, η κατανόηση της οποίας φωτίζεται από την προβληματική και τις έρευνες της ψυχολογίας (ειδικά για την αντίληψη και τη γνωσιακή αξία της τέχνης), της κοινωνιολογίας ή της ανθρωπολογίας. Έτσι στον παρόντα τόμο συνυπάρχουν ο φιλοσοφικός λόγος, η ψυχολο-γική εμπειρική ανάλυση, η κειμενική προσέγγιση, η λαογραφική περιγραφή, ο λόγος του καλλιτέχνη για την τέχνη. αντικείμενό τους έχουν μορφές τέ-χνης (ζωγραφική, μουσική, αρχιτεκτονική, αρχαίο δράμα) διαφόρων εποχών, με ορισμένη προτίμηση στην αρχαιότητα. ο επιχειρούμενος διάλογος του θε-ωρητικού λόγου με την τέχνη έχει μακρά ιστορία, με στιγμές υψηλής έντασης. η τέχνη είχε ανέκαθεν το προνόμιο να φωτίζεται από τα (παραμορφωτικά κάποτε) φώτα άλλων χώρων. η φιλοσοφία, η θρησκεία και η θεολογία, η πο-λιτική, η ψυχολογία και η ψυχανάλυση, η κοινωνιολογία, η ανθρωπολογία και η λαογραφία την μελέτησαν, την αξιοποίησαν, την χρησιμοποίησαν. οι μελέτες που συγκεντρώνονται στον τόμο αυτό προέρχονται από ποικίλα επιστημονικά πεδία και δεν θα μπορούσαν να έχουν κοινές θεωρητικές προϋ-ποθέσεις, προοπτική ή μεθοδολογία. αυτό που τις συνέχει, και συνάδει με το στοχαστικό πρόγραμμα του παναγιώτη μιχελή, είναι ότι αποτελούν απόπει-ρες άρθρωσης θεωρητικού λόγου περί της τέχνης ή συζήτησης ποικίλων λόγων περί της τέχνης –απόπειρες που δεν γίνονται ερήμην της ίδιας της τέχνης. με τον τρόπο αυτό αναδεικνύεται το θεωρητικό ενδιαφέρον που έχουν η πρακτική, η ιστορία και η κριτική επιμέρους τεχνών, αλλά και το γεγονός ότι

(9)

οι ίδιες οι τέχνες θέτουν ερωτήματα με θεωρητικό ενδιαφέρον. φαίνεται, τέ-λος, ότι πολλά θεωρητικά ζητήματα (όπως της αναπαράστασης, της φαντα-σίας, της συγκίνησης, της μίμησης, της έκφρασης) μπορεί να γίνουν καλύτε-ρα κατανοητά με την εξέταση του ρόλου τους στην τέχνη. ο τόμος αυτός αποτελεί καρπό της στενής, εδώ και δέκα χρόνια, συνεργα-σίας του τμήματος φιλοσοφικών και κοινωνικών σπουδών του πανεπιστη-μίου κρήτης με το Ίδρυμα παναγιώτη και Έφης μιχελή. το Ίδρυμα, εκτός από υποτροφίες που χορηγεί για μεταπτυχιακές σπουδές αισθητικής στο εξωτερι-κό, χρηματοδοτεί τη ‘θέση μιχελή’, μια θέση για τη διδασκαλία της αισθητικής στο τμήμα· ένα πρόγραμμα πρωτοποριακό για τα ελληνικά ακαδημαϊκά δε-δομένα. αυτός ο τόμος ας είναι ελάχιστο δείγμα τιμής για την προσφορά του ιδρύματος και για το έργο του ζεύγους μιχελή, στο οποίο αναφέρεται το πρώ-το κείμενο, γραμμένο από πρώ-τον Διευθυντή πρώ-του ιδρύμαπρώ-τος, Διονύσιο Ζήβα.

τέσσερις μελέτες θίγουν ζητήματα φιλοσοφικής αισθητικής και της πρόσλη-ψής της: ο Κωνσταντίνος Πρώιμος επανεξετάζει ένα κλασικό ζήτημα, την πλατω-νική κριτική των τεχνών στο 10ο βιβλίο της Πολιτείας, σχολιάζοντας την ερ-μηνεία της από την Julia Annas και τον αλέξανδρο νεχαμά. Υποστηρίζει ότι η εικονοκλαστική λογοκρισία του πλάτωνα και η άρνησή του να αναγνωρίσει αυτονομία στην αισθητική δεν υποβιβάζει την τέχνη. απεναντίας, η αισθητι-κή αντιμετώπιση της τέχνης είναι αδιάφορη, διότι για τον πλάτωνα η τέχνη είναι πέραν της αισθητικής και έχει μεταφυσική και ηθική σημασία. για αυτό ακριβώς ο φιλόσοφος πασχίζει να ελέγξει πολιτικά την πρόσληψή της. η Θεόπη Παρισάκη εκθέτει τις απόψεις του αριστοτέλη για τη ζωγραφι-κή μίμηση. ο αριστοτέλης εκκινεί από την πλατωνιζωγραφι-κή αντίληψη για την καλ-λιτεχνική μίμηση που βασίζεται στο μοντέλο της ομοιότητας. η ομοιότητα όμως στην περίπτωση της ζωγραφικής μίμησης λειτουργεί εν είδει συμβόλου, καθώς τα καλλιτεχνικά μέσα της ζωγραφικής χαρακτηρίζονται ως σημεία χα-ρακτήρων ή συναισθηματικών καταστάσεων, σε αντίθεση προς τα καλλιτε-χνικά μέσα της μουσικής, τα οποία χαρακτηρίζονται ως μιμητικά ομοιώματά τους. η άποψη του αριστοτέλη για την ομοιότητα συσχετίζεται με την άπο-ψη για τον γνωστικό χαρακτήρα της αισθητικής εμπειρίας. εισαγΩγη xi

(10)

η Μαρία Φιολιτάκη αποπειράται να συνδυάσει δύο εκ πρώτης όψεως αντίθετες έννοιες της βυζαντινής αισθητικής: τη φαντασία και τη μιμητική απεικόνιση. η έννοια της φαντασίας κληροδοτείται από την αρχαιοελληνική στη βυζαντινή σκέψη με όλο το παραδοσιακό, πλατωνικό και αριστοτελικό, φορτίο της. οι Βυζαντινοί θα αναζητήσουν στις δύο αρχαίες φιλοσοφικές πα-ραδόσεις τη γνωσιοθεωρητική θεμελίωση (και τη νομιμοποίηση) για τη δη-μιουργία και τη χρήση της μιμητικής απεικόνισης του (υπερβατικού) προτύ-που. Έτσι, η βυζαντινή φαντασία παρουσιάζεται ως μέρος του εγχειρήματος για την αναζήτηση μιας υπερβατικής αλήθειας: είναι η διαδικασία σύνθεσης των εμπειρικών δεδομένων και το προπαρασκευαστικό στάδιο για τη νοητι-κή σύλληψη της εικόνας ως συμβόλου. ο Κώστας Ανδρουλιδάκης επιχειρεί μια επιλεκτική περιδιάβαση στο νεο-ελληνικό διανοητικό τοπίο για να εντοπίσει και να παρουσιάσει σύντομα ορι-σμένους σταθμούς της πρόσληψης της κλασικής και της ρομαντικής γερμα-νικής αισθητικής (περίπου 1780-1831). τα ευρήματά του δείχνουν τη γόνιμη παρουσία της γερμανικής αισθητικής σε στοχαστές, όπως ο Βράιλας-αρμέ-νης, ο κωνσταντίνος στρατούλης, ο φώτος πολίτης, ο τσάτσος, ο παπανού-τσος, και σε λογοτέχνες, όπως ο σολωμός και ο Βιζυηνός. Ζητήματα από την αρχαία και σύγχρονη αισθητική της μουσικής εξετά-ζουν τρεις μελέτες: ο Παύλος Καϊμάκης αναλύει την Περὶ μουσικῆς πραγματεία του αριστεί-δη κοϊντιλιανού, τοποθετώντας την φιλοσοφικά στη νεοπλατωνική ατμό-σφαιρα του τέλους του 3ου μ.χ. αιώνα. το έργο αυτό επιχειρεί να δείξει πως η μουσική μέσα από την αρμονία μάς παρέχει ένα μοντέλο για την κατανόη-ση της φυσικής και της μεταφυσικής πραγματικότητας, και επομένως για την απόκτηση υψηλότερης γνώσης. Έμφαση δίνεται στον σχολιασμό του 2ου και 3ου μέρους της πραγματείας, στα οποία πιστοποιείται η πλατωνικής καταγω-γής αντίληψη του αρχαίου συγγραφέα για την επίδραση της μουσικής στην ψυχή και, κατά συνέπεια, για τον ρόλο της μουσικής παιδείας όχι μόνο στο ήθος του εκπαιδευομένου και στη μίμηση των χαρακτήρων, αλλά και στην πολιτειακή σταθερότητα. η Αναστασία Γεωργάκη εστιάζει στη συμβολή του ιάννη Ξενάκη στην ανάδειξη της φύσης. αναδεικνύει τον πρωτοποριακό ρόλο του Ξενάκη στη διερεύνηση ενός άγνωστου ηχητικού σύμπαντος, όπου η φύση παίζει πρω-ταρχικό ρόλο μνημοσύνης και υλικού αφετηρίας για την πραγμάτωση των

(11)

ιδεών του συνθέτη: με τους υπαινιγμούς των ήχων της φύσης και των φυσι-κών φαινομένων μέσω οργανιφυσι-κών ήχων, με τα φωτεινά και ηχητικά περιβάλ-λοντα των πολυτόπων σε διάδραση με το φυσικό περιβάλλον των μυκηνών και της περσέπολης, ή με την έννοια του συνεχούς που υπάρχει στη φύση και με τη μεταφορά του στον οργανικό ήχο. ο Γιώργος Μαραγκός παρουσιάζει τη γενετική θεωρία των Ray Jackend-off και Fred Lerdahl, σύμφωνα με την οποία ο νους, εκκινώντας από τη μου-σική εισροή, προσλαμβάνει και επεξεργάζεται αναλυτικοσυνθετικά ένα σύνο-λο από χαρακτήρες της μουσικής δομής, χαρακτήρες που είναι τα συστατικά στοιχεία της μουσικής νοητικής αναπαράστασης. η μουσική απόλαυση είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι σχετίζεται με έναν σχετικά ‘στεγανό’ μηχανισμό, διά του οποίου η μουσική αντίληψη και η συγκινησιακή απόκριση συντίθενται ως ολική μουσική εμπειρία. στην κριτική αυτή παρουσίαση τίθενται τα περαιτέ-ρω επεραιτέ-ρωτήματα που παράγει η ίδια η θεωρία, η οποία εξετάζεται από τη σκοπιά της φιλοσοφίας του νου και της φιλοσοφίας των επιστημών. τρεις μελέτες αποτελούν φιλοσοφικές και φιλολογικές αναγνώσεις της αρχαίας δραματικής ποίησης και της αρχαίας και σύγχρονης ερμηνείας της: O Βασίλης Κάλφας σχολιάζει ζητήματα μορφής του πλατωνικού έργου. Υποστηρίζει ότι ο πλάτων νιώθει την ανάγκη για ένα καινούργιο λογοτεχνι-κό είδος που να εκφράζει τη δική του καινοφανή αντίληψη για τη φιλοσοφία, η οποία οριοθετεί τον εαυτό της ως προς τους ανταγωνιστικούς λόγους της (ρητορικό, σοφιστικό, πολιτικό, ποιητικό, μυθικό). αυτό το είδος, ο διάλο-γος, έχει ξεχωριστά πλεονεκτήματα. είναι ένας λόγος προσιτός στο κοινό της αθήνας, κοινό εθισμένο στη ζωντανή ανταλλαγή επιχειρημάτων μέσα από τους δημοκρατικούς θεσμούς, αλλά και απόλυτα εξοικειωμένο, από το δρά-μα, με τις «μιμήσεις» της προφορικής ανταλλαγής. είναι ένας σύνθετος λόγος που, όπως και η κωμωδία, έχει την ικανότητα να ενσωματώνει στο εσωτερικό του «ξένες φωνές» και να τις θέτει σε αντιπαράθεση με τη φιλοσοφία. με την έννοια αυτή, ο πλατωνικός διάλογος βρίσκεται πιο κοντά στην αττική κωμω-δία και προσφέρει στον φιλόσοφο ένα ιδανικό εργαλείο ἀγῶνος. η Ελένη Κορνάρου παρουσιάζει σύντομα τον νεκρικό θρήνο στην αρχαία ελλάδα κατά την εικονογραφία και τις φιλολογικές πηγές (με έμφαση στην τραγωδία) και αναφέρεται στην κοινωνική λειτουργία του. στη συνέχεια, μέ-σα από την ερμηνευτική προσέγγιση του καταληκτικού κομμού των Περσῶν (στ. 908-1077), εξετάζει και σχολιάζει τους όρους και τις συνθήκες της δρα-εισαγΩγη xiii

(12)

ματοποίησης μιας ‘ιστορικής’ θρηνητικής σκηνής, καθώς και την καθαρτική και διδακτική λειτουργία της συγκεκριμένης θεατρικής αναπαράστασης.

ο Μιχάλης Πάγκαλος επιδιώκει να φωτίσει πτυχές της αρχαίας τραγωδί-ας, αναφερόμενος κριτικά σε δύο ετερόκλητες προσεγγίσεις της: στη Γέννηση της τραγωδίας του νίτσε και στο Μύθος και τραγωδία των Jean-Pierre Ver-nant και Pierre Vidal-Naquet. στη μεταρομαντική νιτσεϊκή οπτική, η αντιπα-λότητα διονυσιακού – απολλώνειου παράγει τελικά τέχνη και ο φόβος θανά-του μετατρέπεται σε οίστρο ζωής. στον αντίποδα θανά-του νίτσε, η ερμηνεία των δύο γάλλων ερευνητών τονίζει την αριστοτελική σύλληψη του τραγικού (αντί εκμηδένιση, ἔλεος και φόβος), με την προβολή μιας άλλης αντιπαλότητας: πο-λιτική/κοινωνία – θρησκεία. Έτσι, η τραγωδία καθίσταται συμπύκνωση της ανθρωπολογίας του αρχαίου ελληνικού κόσμου. από τον χώρο της ψυχολογίας της τέχνης προέρχονται δύο συμβολές (θε-ωρητικές και εμπειρικές): οι Γιάννης Κουγιουμουτζάκης, Μαρία Μαρκοδημητράκη, Δημήτρης Αντωνακάκης και Μαρία Πατεράκη, μετά από μία σύντομη περιγραφή των ψυχολογικών προσεγγίσεων της τέχνης, εξετάζουν το εγχείρημα της θεωρη-τικού της τέχνης Suzy Gablik. ειδικότερα παρουσιάζουν την απόπειρά της να χρησιμοποιήσει τη θεωρία του Piaget για τα στάδια της γνωστικής ανάπτυξης των παιδιών ως βάση για την εύρεση ανάλογων σταδίων στην ιστορία της τέ-χνης. με αναφορά σε ευρήματα της ψυχολογικής έρευνας, ασκούν λεπτομε-ρή κριτική στη θέση αυτή, αναδεικνύοντας τις ατελείς αναλογίες της προό-δου του νου και της τέχνης. τέλος, περιγράφουν το μεταγενέστερο πέρασμα της Gablik από τη «γνωστικιστική» θεώρηση της τέχνης για την τέχνη στη θέση ότι η τέχνη είναι μια διαλογική δραστηριότητα, που μπορεί να υπηρε-τήσει τη ζωή. η Δέσποινα Σταματοπούλου παρουσιάζει τα πορίσματα της εμπειρικής έρευνάς της σε Έλληνες και καναδούς φοιτητές σχετικά με τις ενδοπολιτισμι-κές και διαπολιτισμιενδοπολιτισμι-κές διαφοροποιήσεις της αντιληπτικής εμπειρίας καλλι-τεχνικών μη-αναπαραστατικών γραμμικών σχεδίων, τα οποία παρουσιάζουν την υποκειμενική εμπειρία των συναισθημάτων του φόβου και της αγαλλία-σης. η ανάλυση των αποτελεσμάτων έδειξε ότι οι αξιολογήσεις των υποκει-μένων της έρευνας στις λέξεις-έννοιες δείχνουν να συγκροτούνται περισσό-τερο δηλωτικά και αναφορικά, εφ’ όσον οι αξιολογήσεις αυτές σχηματίζονται κυρίως στη βάση εκτιμήσεων που αφορούν τον εαυτό. αντιθέτως, οι

(13)

αξιολο-γήσεις των εικόνων έχουν περισσότερο συνδηλωτικό και υπονοούμενο χαρα-κτήρα, εφ’ όσον οι εικόνες κρίνονται περισσότερο σε σχέση με κιναισθητικές, αισθητηριο-αντιληπτικές και συγκινησιακές διεργασίες. τέλος, επιχειρούνται τέσσερις προσεγγίσεις της καλλιτεχνικής πρακτικής και της πρόσληψής της (γλυπτική, αρχιτεκτονική, ζωγραφική, θεωρία της ει-κόνας): η Ασπασία Παραδοπεράκη, αναφερόμενη στα μέτρα μέτρησης στην ελλη-νική αρχαιότητα, επιχειρεί να κατανοήσει τον τρόπο εργασίας του αρχαίου τε-χνίτη μέσα από τη χρήση κανόνων, όπως η χρυσή τομή, και με βάση το παρά-δειγμα του δελφικού Θησαυρού των σιφνίων και τον γλυπτό διάκοσμό του. ο Γιώργος Αικατερινίδης, αφού παρουσιάσει τα έθιμα σχετικά με την κατοικία (θεμελίωση, στέγαση, κατοίκηση) στη νεότερη ελλάδα, προχωρεί στην κατηγοριοποίηση των μορφών της, από τις πρωτογενείς (υπόσκαφα, καλύβες, πελάδες) ως τις πιο σύνθετες κατοικίες (μονόχωρες έως πυργόσπι-τα). τονίζει τον προσωπικό δημιουργικό χαρακτήρα και τη δυναμική της λα-ϊκής αρχιτεκτονικής, η αισθητική της οποίας εναρμονίζεται με τον άνθρωπο και το μικροπεριβάλλον του. η Αθηνά Μιράσγεζη, μέσα από μια ανθρωπολογική, ψυχολογική και φι-λοσοφική θεώρηση της μάσκας, προσπαθεί να δει αν υπάρχει κάτι πίσω από τις πολλαπλές μάσκες που ζωγραφίζει με εμμονή ο James Ensor. οι μάσκες, το καρναβάλι, οι σκελετοί, ο θάνατος, όλα τους μοτίβα που σχεδόν κατανα-γκαστικά επανέρχονται στο έργο του Ensor αποκαλύπτουν και ταυτόχρονα κρύβουν τον ζωγράφο ως υποκείμενο. οι μάσκες, κυρίαρχες στο έργο του ζω-γράφου, δεν επιτρέπουν στο πρόσωπο να αναδυθεί, και όταν βγουν δεν υπάρ-χει πλέον τίποτε: το παιχνίδι του προσώπου με το προσωπείο (του) μοιάζει να χάνεται. ο Γιώργος Ζωγραφίδης ανασυστήνει την εικονομαχική προβληματική μέ-σα από μια προτεινόμενη ιστορία της εικονομαχίας και επιχειρεί να φανερώ-σει την ανθρωπολογική σταθερά της εικονομαχικής πρακτικής και το κοινό θεωρητικό υπόβαθρό της. Ως παράδειγμα χρησιμοποιείται το γκρέμισμα από τους ταλιμπάν δύο γιγαντιαίων αγαλμάτων του Βούδα στο αφγανιστάν το 2001. η ανάλυση του επεισοδίου αυτού υπό πολλαπλή προοπτική (πολιτική συγκυρία, πολιτιστικός βανδαλισμός, πολιτικο-θρησκευτική σύγκρουση, δι-αμάχη των συμβόλων) δείχνει πώς ο παραδοσιακός εικονοφοβικός μονοθεϊ-σμός και μια μετανεοτερικής μορφής εικονομαχία υπονομεύουν τη νεοτερική εισαγΩγη xv

(14)

αυτονομία της τέχνης και τις έννοιες της πολιτιστικής κληρονομιάς και του μουσείου.

αφορμή για τη σύνθεση του τόμου στάθηκε ομότιτλο συμπόσιο, οργανωμένο από το τμήμα φιλοσοφικών και κοινωνικών σπουδών στο ρέθυμνο (5-6 νο-εμβρίου 2005), με τη συμμετοχή ανθρώπων, των οποίων η περί αισθητικής ή τέχνης έρευνα ή διδασκαλία συνδέθηκε με το τμήμα ή/και το Ίδρυμα μιχελή. πολλά κείμενα του τόμου αποτελούν επεξεργασμένη μορφή ανακοινώσεων που παρουσιάστηκαν στο συμπόσιο. ευχαριστούμε τους συγγραφείς για τη συνεργασία τους και τους συναδέλ-φους που μας βοήθησαν, ως ανώνυμοι κριτές, στην αξιολόγηση των κειμένων. ευχαριστούμε, επίσης, τις πανεπιστημιακές εκδόσεις κρήτης, τον Διευθυντή τους συνάδελφο στέφανο τροχανά για την υποστήριξη της έκδοσης του τό-μου, τον Βίκτορα αθανασιάδη για την τελική φιλολογική επιμέλεια των κει-μένων και τη Διονυσία Δασκάλου για την τυπογραφική φροντίδα, την τεχνι-κή επιμέλεια και την έγνοια της για την έκδοση του τόμου. τέλος, και κυρί-ως, ευχαριστούμε το Ίδρυμα παναγιώτη και Έφης μιχελή, τον Διευθυντή του ομότιμο καθηγητή κ. Διονύσιο Ζήβα και τα μέλη του Διοικητικού συμβουλί-ου, για την ευγενική χορηγία τους που έκανε δυνατή την έκδοση του τόμου. Γιώργος Ζωγραφίδης – Γιάννης Κουγιουμουτζάκης Θεσσαλονίκη – ρέθυμνο

(15)

Γεώργιος Ν. Αικατερινίδης: Δρ. λαογραφίας − επίτιμος Δρ. τμήματος φι λο-σοφικών και κοινωνικών σπουδών, πανεπιστήμιο κρήτης − τ. Διευ θυ-ντής ερευνών κέντρου λαογραφίας ακαδημίας αθηνών. Κώστας Ανδρουλιδάκης: αναπληρωτής καθηγητής φιλοσοφίας, τμήμα φι-λο σοφικών και κοινωνικών σπουδών, πανεπιστήμιο κρήτης. Δημήτρης Αντωνακάκης: Υποψήφιος Δρ. Ψυχολογίας, τμήμα φιλοσοφικών και κοινωνικών σπουδών, πανεπιστήμιο κρήτης. Αναστασία Γεωργάκη: επίκουρη καθηγήτρια μουσικής τεχνολογίας, τμήμα μουσικών σπου δών, πανεπιστήμιο αθηνών. Διονύσιος Ζήβας: ομότιμος καθηγητής αρχιτεκτονικής ε.μ.π. − πρόεδρος ιδρύματος παναγιώτη & Έφης μιχελή. Γιώργος Ζωγραφίδης: επίκουρος καθηγητής φιλοσοφίας, τμήμα φιλοσοφί-ας και παιδαγωγικής, αριστοτέλειο πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Παύλος Καϊμάκης: αναπληρωτής καθηγητής φιλοσοφίας, τμήμα φιλοσοφί-ας και παιδαγωγικής, αριστοτέλειο πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Βασίλης Κάλφας: καθηγητής φιλοσοφίας, τμήμα φιλοσοφίας και παιδα γω-γικής, αριστοτέλειο πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Ελένη Κορνάρου: Δρ. κλασικής φιλολογίας, Διδάσκουσα στο ελληνικό ανοικτό πανεπιστήμιο. Γιάννης Κουγιουμουτζάκης: καθηγητής Ψυχολογίας, τμήμα φιλοσοφικών και κοινωνικών σπουδών, πανεπιστήμιο κρήτης.

Οι συγγραφείς του τόμου

(16)

Γιώργος Μαραγκός: αναπληρωτής καθηγητής φιλοσοφίας, τμήμα φιλο σο-φι κών και κοινωνικών σπουδών, πανεπιστήμιο κρήτης. Μαρία Μαρκοδημητράκη: λέκτωρ Ψυχολογίας, παιδαγωγικό τμήμα προσχο-λικής εκπαίδευσης, πανεπιστήμιο κρήτης. Αθηνά Μιράσγεζη: Δρ. φιλοσοφίας, επιστημονική συνεργάτης της ακαδημί-ας αθηνών − πρ. διδάσκουσα στη θέση «μιχελή», τμή μα φιλοσοφικών και κοινωνικών σπουδών, πανεπιστήμιο κρήτης. Μιχάλης Πάγκαλος: Δρ. φιλοσοφίας, πρ. διδάσκων στη θέση «μιχελή», τμή-μα φιλοσοφικών και κοινωνικών σπουδών, πανεπιστήμιο κρήτης. Ασπασία Παπαδοπεράκη: γλύπτρια. Θεόπη Παρισάκη: αναπληρώτρια καθηγήτρια φιλοσοφίας, τμήμα φιλοσο-φίας και παιδαγωγικής, αριστοτέλειο πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Μαρία Πατεράκη: Υποψήφια Δρ. Ψυχολογίας, τμήμα φιλοσοφικών και κοι-νω νικών σπουδών, πανεπιστήμιο κρήτης. Παναγιώτης Πούλος: επίκουρος καθηγητής αισθητικής, ανώτατη σχολή κα-λών τεχνών, αθήνα − πρ. διδάσκων στη θέση «μιχελή», τμήμα φι λο-σοφικών και κοινωνικών σπουδών, πανεπιστήμιο κρήτης. Κωνσταντίνος Πρώιμος: Δρ. φιλοσοφίας, Διδάσκων στο ελληνικό ανοικτό πα νεπιστήμιο − πρ. διδάσκων στη θέση «μιχελή», τμή μα φιλοσοφι-κών και κοινωνιφιλοσοφι-κών σπουδών, πανεπιστήμιο κρήτης. Δέσποινα Σταματοπούλου: λέκτωρ Ψυχολογίας, τμήμα φιλοσοφικών και κοι νωνικών σπουδών, πανεπιστήμιο κρήτης. Μαρία Φιολιτάκη: Δρ. φιλοσοφίας, τμήμα φιλοσοφικών και κοι νω νικών σπου δών, πανεπιστήμιο κρήτης.

(17)

O

καθηγητής Παναγιώτης Mιχελής γεννήθηκε στην Πάτρα, τον Δεκέμ-βριο του 1903. Μετά τις γυμνασιακές του σπουδές πήγε στη Γερμανία και σπούδασε στο Πολυτεχνείο της Δρέσδης, από το οποίο έλαβε, το 1926, το Δίπλωμα του Aρχιτέκτονος-Mηχανικού. Επέστρεψε, έναν χρόνο αργότερα, στην Πάτρα, εργάσθηκε εκεί για λίγα χρόνια και, το 1930, ήλθε στην Aθήνα όπου και τελικά εγκαταστάθηκε. Για ένα σύντομο χρονικό διάστημα τριών ετών υπηρέτησε ως επιμελητής στη Σχολή Aρχιτεκτόνων του Πολυτεχνείου. Το 1941 εξελέγη τακτικός καθη-γητής στην Έδρα της Aρχιτεκτονικής Mορφολογίας και Pυθμολογίας, στην ίδια Σχολή, της οποίας μάλιστα διετέλεσε κοσμήτωρ επί τρεις διετίες, μεταξύ 1950-1952, 1954-1956 και 1958-1960. Εργάσθηκε ως καθηγητής στη σχολή επί τριάντα σχεδόν χρόνια, μέχρι τον Aύγουστο του 1969, οπότε συνταξιοδο-τήθηκε. Δύο μόλις μήνες αργότερα, στις 11 Nοεμβρίου 1969, μην έχοντας συ-μπληρώσει ακόμη τα 66 του χρόνια, πέθανε απροσδόκητα από καρδιακή προ-σβολή, αφήνοντας, πραγματικά, ένα δυσαναπλήρωτο κενό πίσω του. Η όλη σταδιοδρομία του Mιχελή, όλη του η ζωή θα έλεγα, χαρακτηρίζεται από μια έντονη και συνεχή επιστημονική και πνευματική δραστηριότητα. Εί-ναι δε ενδιαφέρον να σημειώσουμε πως, αν και άρχισε την σταδιοδρομία του ως αρχιτέκτων −στην Πάτρα αρχικά και στην Aθήνα αργότερα− και συνέταξε αρκετές αξιόλογες αρχιτεκτονικές μελέτες, αφιέρωσε ωστόσο το μεγαλύτερο Διονύσης Α. Ζήβας

Παναγιώτης Μιχελής και Έφη Μιχελή

Η ζωή και το έργο τους

(18)

μέρος της ζωής του σε μελέτες θεωρητικές, όπου και κατ’ εξοχήν διακρίθηκε, τόσο στην Eλλάδα όσο και στο εξωτερικό. Ο Mιχελής κάνει την εμφάνισή του στα ελληνικά γράμματα το 1937, με την έκδοση του βιβλίου του Aισθητική τριλογία. Σε τρία δοκίμια, με τη μορφή διαλόγων, πραγματεύεται τα προβλήματα της τέχνης, της αισθητικής και της αρχιτεκτονικής, αναλύει τους προβληματισμούς του και προδιαγράφει, κατά κάποιο τρόπο, τον δρόμο που επρόκειτο να ακολουθήσει. Τρία χρόνια αργότερα, το 1940, δημοσιεύει το πρώτο από τα βασικά του συγγράμματα, το Aρχιτεκτονική ως τέχνη. Πρόκειται για το κύριο θεωρητικό βοήθημα που χρησίμευσε στις νεότερες γενιές των Eλλήνων αρχιτεκτόνων −και χρησιμεύει ακόμη−, έχει σημειώσει επτά εκδόσεις (η τελευταία είναι του 2002) και έχει μεταφρασθεί και κυκλοφορήσει στη Γαλλία, στη Pουμανία και στη μακρινή Iαπωνία. Το 1946 δημοσιεύει την Aισθητική θεώρηση της βυζαντινής τέχνης, ένα κλασικό για το θέμα αυτό σύγγραμμα, που έχει γνωρίσει πέντε εκδόσεις −ετοιμάζεται η έκτη− και έχει κυκλοφορήσει επίσης στην Aγγλία και τη Γαλ-λία, με μεγάλη επιτυχία. Την ίδια χρονιά, το 1946, δημοσιεύει μια εξαιρετική μονογραφία για την Aγια-Σοφιά και, λίγα χρόνια αργότερα, το 1955, παρου-σιάζει ένα ακόμη σημαντικό βιβλίο, το Aισθητική της αρχιτεκτονικής του μπε-τόν-αρμέ, που σημειώνει και αυτό πέντε εκδόσεις και μεταφράζεται στα γαλ-λικά, στα ιταλικά και στα σερβικά. Γίνεται φανερό, πιστεύω, από τους τίτλους των βιβλίων που ανέφερα πως ο Mιχελής κινείται με πλήρη άνεση σε όλη την έκταση, αλλά και σε όλο το βά-θος, των προβλημάτων που έχουν σχέση με την αρχιτεκτονική και την τέχνη, με την ιστορία, τη θεωρία, τη φιλοσοφία και την αισθητική. Με την ίδια άνε-ση και εγκυρότητα με την οποία αναλύει την αρχαία ελληνική τέχνη και αρχι-τεκτονική αναλύει και την τέχνη του Bυζαντίου, αλλά και της Aναγέννησης, όπως και τη σύγχρονη αρχιτεκτονική και τα επιτεύγματά της. Κάτι που γίνεται αμέσως φανερό αν διαβάσει κανείς τους τίτλους των εξήντα μικρότερων −σε έκταση, όχι σε σημασία− εργασιών του που είναι συγκεντρωμένες από τον ίδιο στους τρεις τόμους των Aισθητικών θεωρημάτων του. Ενδεικτικά αναφέρω τις εργασίες του για τον «Xώρο και τα πολεοδομικά συγκροτήματα των αρχαίων Eλλήνων», για την «Aξία του γραφικού στη βυζαντινή τέχνη», για τον «Xωρο-χρόνο και τη σύγχρονη αρχιτεκτονική», καθώς και την πολύ σημαντική εργα-σία του για την «Bιομηχανική αισθητική και την αφηρημένη τέχνη».

(19)

Μαζί με όλα αυτά, παράλληλα με όλα αυτά, ο Mιχελής δημοσιεύει τέσσε ρις συλλογές ποιημάτων, τα Aνθέμια το 1949, τον Δρόμο των πουλιών το 1951, την Δήλος Άδηλος το 1952 και τις Aναδρομές το 1958. Ο Mιχελής, από το τέλος του B΄ Παγκόσμιου Πολέμου ως την ημέρα του θα νάτου του, ταξιδεύει, παίρνει μέρος σε σειρά ολόκληρη διεθνών συνε-δρίων, συμποσίων και συναντήσεων και πρωτοστατεί, μαζί με άλλους γνω-στούς Eυρωπαίους διανοου μένους, στη διοργάνωση των Διεθνών Συνε-δρίων αισθητικής και στην ίδρυση του Διεθνούς Συμβουλίου Aισθητικής, του οποίου μάλιστα εκλέγεται Γενικός Γραμματεύς το 1965. Διοργανώνει στην Aθήνα, το 1960, το Δ΄ Διεθνές Συνέδριο Aισθητικής και εκδίδει τα Πε-πραγμένα του Συνεδρίου σε έναν τόμο 850 σελίδων που περιλαμβάνει 174 ανακοινώσεις. Προσκαλείται και δίνει διαλέξεις στο Harvard, στο M.I.T., στη Bοστώνη, στο Syracuse University, στο Πολυτεχνείο της Στοκχόλμης, στα πανεπιστήμια της Oυψάλας και του Γκέτεμποργκ, στο Παλέρμο, στην Mπολόνια, στο Tορί-νο, στη Σορβόννη και στις Bρυξέλλες. Αναπτύσσει, φυσικά, ένα πολύ σημαντικό εκπαιδευτικό έργο. Με τις πα-ραδόσεις του προσπαθεί να μεταδώσει γνώσεις, αλλά συγχρόνως προσπαθεί να κάνει τους σπουδαστές του συμμέτοχους των δικών του προβληματισμών καθώς, και κυρίως, να τους κάνει να αναπτύξουν ένα πνεύμα κριτικό και να ενδιαφερθούν για τα βαθύτερα προβλήματα της δουλειάς τους. Εισάγει και καθιερώνει, στο πρώτο εξάμηνο του πέμπτου έτους των σπου-δών, ένα νέο μάθημα, τη «Διάλεξη». Κάθε σπουδαστής −αργότερα και μικρέ ς ομάδες δύο ή τριών σπουδαστών− αναλαμβάνουν να μελετήσουν ένα θέμα , να το αναλύσουν, να το τεκμηριώσουν και να παρουσιάσουν το αποτέλεσμα της έρευνάς τους στο αμφιθέατρο, στους συμφοιτητές τους και στον ίδιο τον καθηγητή και στους συνεργάτες του. Προκαλεί τον διάλογο και ζητά από τους εξεταζόμενους να απαντήσουν στις ερωτήσεις ή και στις αντιρρήσεις των συμμαθητών τους και να υποστηρίξουν τις απόψεις τους. Το μάθημα αυτό εξακολουθεί να διδάσκεται στο Πολυτεχνείο και έχει εισα-χθεί στα εκπαιδευτικά προγράμματα όλων των νεότερων αρχιτεκτονικών σχο-λών της χώρας. Στα τριάντα χρόνια της παρουσίας του, με τη διδασκαλία του και με όλη εν γένει τη δραστηριότητά του, ο Mιχελής σημάδεψε τη σκέψη και τον προβλη-ματισμό μας για την αρχιτεκτονική, την ιστορική και τη σύγχρονη, για την αι-ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΜΙΧΕΛΗΣ ΚΑΙ ΕΦΗ ΜΙΧΕΛΗ 3

(20)

σθητική της αρχιτεκτονικής, για την τέχνη, τη βυζαντινή κυρίως αλλά και τη σύγχρονη, για τη βιομηχανική αισθητική και την αφηρημένη τέχνη. Το έργο που μας άφησε ο Mιχελής, τα βιβλία του, καθώς και οι πάμπολλες μικρότερες σε έκταση μελέτες του, αποτελούν μια πολύτιμη πνευματική κλη-ρονομιά και εξακολουθούν και σήμερα να είναι χρήσιμα, να ανατυπώνονται, να διαβάζονται και να χρησιμεύουν στη διδασκαλία από τους επιγόνους. Πέρα όμως από τα γραπτά του, πέρα από την όλη διδακτική, την ερευνητι-κή και την επιστημονιερευνητι-κή του δραστηριότητα στην Eλλάδα, στην Eυρώπη και στις HΠA, ο Mιχελής μας άφησε και δύο πολύ σημαντικές παρακαταθήκες. Μας άφησε, πρώτον, την Eλληνική Εταιρεία Aισθητικής, που ίδρυσε το 1960 μαζί με μια ομάδα από τις πιο γνωστές προσωπικότητες της εποχής. Θυ-μίζω πως ανάμεσα στα ιδρυτικά μέλη της Eταιρείας συναντά κανείς τα ονό-ματα του Tάκη Παπατσώνη, του Aλέξανδρου Ξύδη, του Oδυσσέα Eλύτη, του Άγγελου Tερζάκη και του N. Xατζηκυριάκου Γκίκα, για να αναφέρω, ενδεικτι-κά, ορισμένους μόνον, που και αυτοί ατυχώς έχουν φύγει από κοντά μας.

H Eλληνική Eταιρεία Aισθητικής εξακολουθεί να επιβιώνει για περισσότε-ρα από σαράντα χρόνια, να προσφέρει, όπως πιστεύω, στην ελληνική πνευ-ματική ζωή και, επίσης, να μετέχει στη Διεθνή Ένωση Aισθητικής και να εκ-προσωπείται στο Διοικητικό Συμβούλιο ή και στην Eκτελεστική Eπιτροπή της Ένωσης, συνεχίζοντας την παράδοση που ο Mιχελής είχε δημιουργήσει με τη συμμετοχή του στο Διεθνές Συμβούλιο Aισθητικής. Μας άφησε, δεύτερον, τα Xρονικά Aισθητικής, την ετήσια επιθεώρηση που εκείνος ίδρυσε και της οποίας το πρώτο τεύχος κυκλοφόρησε το 1962. Τα Xρονικά Aισθητικής εξακολουθούν να κυκλοφορούν μέχρι σήμερα −έχει ήδη κυκλοφορήσει ο 42ος τόμος− με τη φροντίδα του Iδρύματος Παναγιώτη και Έφης Mιχελή και με τη συνεργασία της Eλληνικής Eταιρείας Aισθητικής.

Τα Xρονικά Aισθητικής έχουν φιλοξενήσει εκατοντάδες εργασίες των πιο γνωστών επιστημόνων και διανοουμένων, Eλλήνων και ξένων, αλλά και πολ-λών νεοτέρων, και θεωρούνται, διεθνώς, ως ένα από τα εγκυρότερα και μα-κροβιότερα όργανα συζήτησης και προβληματισμού γύρω από τα θέματα της αισθητικής, της φιλοσοφίας, της τέχνης και της αρχιτεκτονικής.

(21)

H Έφη Mιχελή γεννήθηκε στην Aθήνα τον Mάρτιο του 1906. Κόρη αστικής οικογένειας, με ρίζες στην Kωνσταντινούπολη, έδειξε από πολύ νωρίς μια έμ-φυτη κλίση προς τη ζωγραφική και παρακολούθησε ιδιαίτερα μαθήματα, τα οποία όμως δεν ολοκληρώθηκαν ποτέ, ούτε φαίνεται να ανταποκρίνονταν στη δική της προσωπική στάση και το δικό της όραμα για την τέχνη και τους εκφραστικούς τρόπους που εκείνη θα προτιμούσε. Θα περνούσαν έτσι αρκετά χρόνια ωσότου αποφασίσει να ασχοληθεί και πάλι με τη ζωγραφική την οποία, απογοητευμένη, είχε εγκαταλείψει, ξεχνώ-ντας τώρα ηθελημένα και συνειδητά τα μαθήματα των δασκάλων της, για να ακολουθήσει τον δικό της προσωπικό τρόπο. «Σ’ αυτό», σημειώνει η ίδια, «με ώθησε και ο αγαπητός μου σύζυγος». Για πρώτη φορά εμφανίζεται στα καλλιτεχνικά πράγματα της χώρας στην Πανελλήνια Έκθεση του 1952, σε ώριμη πια ηλικία και με κατασταλαγμένες απόψεις. Η ζωγραφική της εκτιμάται και χαρακτηρίζεται από τους κριτικούς ως ναΐφ, πράγμα που ευχαρίστως αποδέχεται και, πιθανότατα, την ενθαρρύ-νει να συνεχίσει προς αυτή την κατεύθυνση. Μετά το 1952, η Έφη Mιχελή συμμετέχει σε όλες τις πανελλήνιες εκθέ-σεις και σε περισσότερες από 50 ομαδικές εκθέεκθέ-σεις σε πολλές ελληνικές πό-λεις −στην Πάτρα, στην Kέρκυρα, στη Pόδο, στο Nαύπλιο κ.α.−, καθώς και σε 30 ομαδικές εκθέσεις στο εξωτερικό, επανειλημμένα στο Παρίσι, στο Salon des Indépendants, στο Salon de l’Art Libre, στο Salon d’Art Naïf −αλλά και στο Λονδίνο, στη Nέα Yόρκη, στη Pώμη, στην Kωνσταντινούπολη, στο Mό-ναχο και αλλού. Παρουσίασε, εξ άλλου, πέντε ατομικές εκθέσεις στην Aθήνα, μία στη Bοστώνη και μία στη Στοκχόλμη. Έργα της βρίσκονται σε πολλές πι-νακοθήκες στην Eλλάδα, π.χ. στην Eθνική Πινακοθήκη και στις πιπι-νακοθήκες του Δήμου Aθηναίων, Θεσσαλονίκης, Kαλαμάτας, Pόδου, Iωαννίνων κ.α. Έρ-γα της βρίσκονται επίσης στα Mουσεία Tέχνης Nαΐφ στο Laval της Γαλλίας και στην Ile-de-France (Παρίσι), καθώς και σε ιδιωτικές συλλογές στην Eλ-λάδα και στο εξωτερικό. Για το ζωγραφικό έργο τής Έφης Mιχελή έχουν γραφεί αρκετά πράγματα. O Γιουγκοσλάβος ιστορικός και κριτικός της Tέχνης Otto Bihalji-Merin, προ-λογίζοντας το βιβλίο με τα έργα της που εκδόθηκε το 1974, γράφει πως «[η] προσφορά της Eλληνίδας καλλιτέχνιδας Έφης Mιχελή τοποθετείται μεταξύ μιας παιδικότητας που έχει κρατήσει και μιας συνειδητά αποκτημένης τεχνο-τροπίας ναΐφ. Οι εικόνες της δεν παρουσιάζουν τίποτε το πρωτόγονο. Πνεύ-ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΜΙΧΕΛΗΣ ΚΑΙ ΕΦΗ ΜΙΧΕΛΗ 5

(22)

μα με λεπτή καλλιέργεια, αποδίδει με απαλούς τόνους και απλή αμεσότητα τα βιώματα του κοντινού της κόσμου. Η ικανότητα να βλέπει και να δίνει μορ-φές σε χωριά και τοπία της Eλλάδος με μάτια ανεπηρέαστα από συμβατικότη-τες, δίνει κάποτε στις εικόνες της τη μαγεία της παιδικής ζωγραφικής». Kαι ο καθηγητής Στέλιος Λυδάκης, στο βιβλίο Oι Έλληνες ναΐφ ζωγράφοι, αφού ση-μειώνει πως η Έφη Mιχελή και ο Kύπριος Mιχαήλ Kάσιαλος είναι οι πιο γνω-στοί Έλληνες ναΐφ ζωγράφοι στο εξωτερικό, γράφει πως «στο πρόσωπο της Έφης Mιχελή συνδυάζεται η έντονη κοινωνική δραστηριότητα και η εκλεπτυ-σμένη παιδεία με ένα ανόθευτο, γνήσιο ναΐφ αίσθημα, που εκδηλώνεται απο-κλειστικά και μόνο στη ζωγραφική της». Η ίδια, εξ άλλου, με ένα είδος αυτοκριτικής, γράφει: «η τέχνη μου δεν είναι νατουραλιστική αλλά αντλώ τα θέματά μου από ό,τι βλέπω γύρω μου. Τα κα-θημερινά πράγματα: μια αυλή, μια γλάστρα, αφελείς προσπάθειες διακοσμή-σεως, πράγματα τα οποία προσπαθώ και εγώ να αναδείξω με απλά μέσα. Και η διάθεση αφέλειας που υπάρχει στα έργα μου, ίσως να υπάρχει επίσης και στα απλά πράγματα που ζωγραφίζω. […] Tα περισσότερα έργα μου νομίζω ότι εί-ναι γαλήνια και χαρούμενα. Ίσως διότι αισθάνομαι όταν ζωγραφίζω γαλήνη και χαρά, αλλά και διότι η ελληνική φύση είναι χαρούμενη και γαλήνια». Παράλληλα προς την καλλιτεχνική της δραστηριότητα, η Έφη Mιχελή πρω-τοστατεί στη δημιουργία της Διεθνούς Γυναικείας Mορφωτικής Oμοσπονδί-ας (Association Internationale Culturelle Feminine), με έδρα το Παρίσι, και στην ίδρυση του ελληνικού τμήματος της Oμοσπονδίας, του οποίου διετέλε-σε πρόεδρος από το 1974 μέχρι το 1984. Το 1980, εξ άλλου, εκλέγεται παμψη-φεί πρόεδρος της Διεθνούς Oμοσπονδίας. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος του Kαλλι-τεχνικού Σωματείου Eλληνίδων, του Σωματείου Kαλλιτεχνικών Aνταλλαγών και σύνεδρο μέλος του Kαλλιτεχνικού Eπιμελητηρίου της Eλλάδος. Για το καλλιτεχνικό της έργο, η Έφη Mιχελή τιμήθηκε με πολλά μετάλλια και βραβεία: με το αργυρό μετάλλιο της πόλης του Παρισιού (1959), με το Δί-πλωμα του Salon d’Art Libre (1965), με τα μετάλλια της Διεθνούς Έκθεσης της Kωνσταντι νούπολης (1969), του Δήμου Aθηναίων (1973), της Ένωσης Zωγράφων και Γλυπτριών (Παρίσι 1974), της Διεθνούς Έκθεσης της Aμιένης (1981) και με το βραβείο της Διεθνούς Έκθεσης της Mαδρίτης (1974).

Παράλληλα με όλα αυτά υπήρξε δραστήριο μέλος της Eλληνικής Eταιρεί-ας Aισθητικής, της οποίEταιρεί-ας διετέλεσε Γενική Γραμματεύς μεταξύ 1969-1984, καθώς και μέλος της Eκδοτικής Eπιτροπής των Xρονικών Aισθητικής.

(23)

Κορυφαία πράξη της Έφης Mιχελή υπήρξε η ίδρυση, το 1979, του Iδρύ-ματος Παναγιώτη και Έφης Mιχελή. Τρέφοντας απεριόριστη εκτίμηση −και θαυμασμό θα έλεγα− για το έργο του συζύγου της, επιθυμώντας το έργο αυ-τό να εξακολουθήσει να ζει, να διδάσκει και να τροφοδοτεί τους προβληματι-σμούς μας γύρω από την «αισθητική, τη φιλοσοφία της τέχνης και τα αισθη-τικά εν γένει πράγματα», όπως επί λέξει προσδιορίζονται στο σχετικό Π.Δ. οι σκοποί του Ιδρύματος, θέλοντας να ενισχύσει νέους επιστήμονες στις προ-σπάθειές τους, με τον θεσμό των υποτροφιών, και να δημιουργήσει ένα κέ-ντρο μελέτης και έρευνας, με βασικό κύτταρο την πολύτιμη και πολύτομη βι-βλιοθήκη του Παναγιώτη Mιχελή, και κληροδοτώντας στο Ίδρυμα ολόκληρη την κινητή και ακίνητη περιουσία της, άφησε πίσω της όταν έφυγε από κοντά μας, τον Γενάρη του 1984, ένα πραγματικά εθνικό έργο, ένα έργο που θα της επέτρεπε, πιστεύω, να πει ότι τον ὅρκον τετήρηκε. Tο Ίδρυμα Παναγιώτη και Έφης Mιχελή, περισσότερο από είκοσι χρόνια τώρα, προσπαθεί με κάθε πρόσφορο μέσο, να εκπληρώσει τις προσδοκίες της ιδρύτριάς του. Με το πρόγραμμα των 30 περίπου ετήσιων υποτροφιών για μεταπτυχιακές σπουδές στο εξωτερικό που προσφέρει στα ελληνικά πανεπι-στήμια, με τη λειτουργία της βιβλιοθήκης του −8.500 τίτλοι βιβλίων και 5.500 αποδελτιωμένα άρθρα από τα εγκυρότερα διεθνώς επιστημονικά περιοδικά αισθητικής−, με τις εκδόσεις του −ο κατάλογος είναι στη διάθεση του κοι-νού−, με την υποστήριξη δραστηριοτήτων παράλληλων προς τους σκοπούς του, στο μέτρο πάντοτε των εκάστοτε δυνατοτήτων του, με την επιχορήγη-ση που παρέχει στο Πανεπιστήμιο Κρήτης για τη λειτουργία μιας θέεπιχορήγη-σης διδά-σκοντος, της θέσης Mιχελή −μοναδικού παραδείγματος στον ελληνικό χώ-ρο− θέλουμε να πιστεύουμε πως επιτελεί ένα σημαντικό έργο, θέλουμε να πι-στεύουμε πως συνεχίζει το έργο αυτών των δύο πράγματι χαρισματικών προ-σωπικοτήτων. Και είναι ιδιαίτερη τιμή και χαρά για το Ίδρυμα η οργάνωση ενός Συμποσίου και η έκδοση του τόμου αυτού στη μνήμη τους. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΜΙΧΕΛΗΣ ΚΑΙ ΕΦΗ ΜΙΧΕΛΗ 7

(24)
(25)

Η

λαϊκή αρχιτεκτονική αντιπροσωπεύει σημαντικό κλάδο του παραδο-σιακού πολιτισμού μας, με βασική, πρωταρχική και δυναμική έκφρασή της την κατοικία, το σπίτι, το οποίο στάθηκε πάντοτε για τον άνθρωπο χώ-ρος προστατευτικός για τον ίδιο και το βιος του, αλλά και χώχώ-ρος που συνδέ-εται αναπόσπαστα με κάθε στιγμή της ζωής. Έτσι, το σπίτι όχι μόνον αποτελεί πολύτιμο υλικό αγαθό, αλλά μετουσιώ-νεται σε χώρο ιερό, κέντρο οικογενειακό και λίκνο κοινωνικό. Γι’ αυτό η κα-τασκευή του, από τη θεμελίωση έως τη στέγαση και την κατοίκησή του, πλαι-σιώνεται από ενέργειες που κινούνται γύρω από την πανανθρώπινη και δια-χρονική προσπάθεια της εξασφάλισης ευτυχίας ατομικής και οικογενειακής (Αικατερινίδης 1990, 147-54). Το κατ’ εξοχήν έθιμο, που καθιστά έντονη την παρουσία του λαϊκού τρό-που σκέψης και ενέργειας, είναι η ζωοθυσία, συνήθως ενός κόκορα, τρό-που γί-νεται στα θεμέλια. Η θυσία αυτή αποτελεί την πιο συνηθισμένη και διαδεδο-μένη, από τις πάμπολλες που και σήμερα απαντούν σε ποικίλες περιπτώσεις, κυρίως σε εορτές αγίων.1 Ο σκοπός της πηγάζει από την αρχέγονη δοξασία ότι με τον τρόπο αυτόν το οικοδόμημα αποκτά έναν φύλακα προστάτη, ένα στοιχειό, που διώχνει μα-1. Αικατερινίδης 1979· για θυσία στα θεμέλια, 147-50. Γεώργιος Ν. Αικατερινίδης

Λαϊκή αρχιτεκτονική

Εθιμολογικά − τυπολογικά

(26)

κριά κάθε κακό. Το στοιχειό, κατά τις δημώδεις δοξασίες, παίρνει συνήθως μορφή φιδιού, μια μορφή που μας οδηγεί σε άλλα σημαντικά κεφάλαια της λαογραφίας μας, με αναγωγή σε αρχαιοελληνικές και βυζαντινές επιβιώσεις.2 Οι ζωοθυσίες αντικατέστησαν σε προηγμένο πολιτιστικό στάδιο της ανθρω-πότητας τις ανθρωποθυσίες που τελούνταν για τον ίδιο σκοπό, τη στερέωση, δηλαδή, και τη φύλαξη ενός οικοδομήματος ή άλλου συναφούς έργου, όπως απηχείται στο τραγούδι για το Γεφύρι της Άρτας, που έχει ευρύτατη διάδοση σε όλη τη βορειοανατολική Ευρώπη (Μέγας 1971). Παράλληλα με τη ζωοθυσία, τελείται αγιασμός και χαράσσεται στον θε-μέλιο λίθο το σημείο του σταυρού. Η τελετουργία του αγιασμού είναι καθι-ερωμένη, συνοδεύεται όμως από λαϊκές δοξασίες, ώστε ο αγιασμός να παίρ-2. Πολίτης 31932, 131, αρ. 89. Για τους μετασχηματισμούς, τα συνώνυμα και τις κατά καιρούς σημασίες της λέξης στοιχειό, βλ. Πολίτης 1904, 1054 κ.ε. Αναμνηστική φωτογραφία από έναρξη κατασκευής σπιτιού στον Πειραιά το 1956: ο εργολάβος, με αστική επισημότητα, ραντίζει με το αίμα του κόκορα τον θεμέλιο λίθο (φωτογρ. αρχείο Γ. Ν. Αικα-τερινίδη).

(27)

νει περισσότερο μορφή εθιμικής εκδήλωσης.3 Συνηθίζεται επίσης να ασημώ-νουν, όπως λένε, τα θεμέλια, να πετούν νομίσματα, τα λεγόμενα θεμελιάτικα, με την προσδοκία και πάλι το σπίτι να γίνει στερεό όπως το μέταλλο (Αικα-τερινίδης 1990, 149). Οι βαθιές ρίζες των νεοελληνικών εθίμων και η λαϊκή λατρευτική αντίλη-ψη συντελούν στην αρμονική συνύπαρξη παγανιστικών επιβιώσεων και χρι-στιανικών νομίμων, μαζί με σύγχρονες ρεαλιστικές βιοφιλοσοφικές δοξασίες, όπως, π.χ., απηχούνται στα λόγια παραδοσιακού οικοδόμου, ο οποίος, ανα-φερόμενος στα έθιμα της θεμελίωσης, τονίζει: «Έτσι ήταν το έθιμο, έτσι το βρήκαμε και έτσι το συνεχίζουμε. Γιατί άμα δεν ματώσουμε το θεμέλιο, χτυ-πάμε εμείς. Αγιασμό κάνομε πάντα. Σε δουλειά που δεν έχουμε κάνει αγιασμό, παθαίνουμε ατυχήματα».4 Η κατασκευή της στέγης, και μάλιστα της ξύλινης, έργο δύσκολο αλλά και αισιόδοξο, αφού ισοδυναμεί με την αποπεράτωση της οικοδομής, περιβάλ-λεται από δική της εθιμολογία και, ειδικότερα, με τα μαντηλώματα, γνωστά και ως δωρίσματα, κεράσματα, χάρες, ζωσίματα. Πρόκειται για τη συνήθεια να προσφέρουν τελετουργικά δώρα στους μαστόρους και κυρίως μαντήλια, μόλις τελειώνει το χτίσιμο των τοίχων ή, προκειμένου για στέγη από μπετόν αρμέ, όταν τελειώνει το καλούπωμα και ρίχνουν το τσιμέντο. Στη Σιάτιστα, π.χ., έρχονταν συγγενείς και φίλοι φέρνοντας τα δώρα τους και, αφού μαζεύονταν όλοι, ανέβαινε ένας μάστορας στη στέγη και φώναζε για τον καθέναν ονομαστικά ευχετικούς στίχους, λ.χ.: Καλώς ώρισε ο τάδε με το ρεγάλο του... Ο Θεός να τού αξιώσει να πηγαίνει στον Άγιο Τάφο. Να πάει με υγεία, να έρθει μ’ ευτυχία. Όσα λουλούδια του Μαγιού και φύλλα από τα δέντρα, τόσα καλά να τού δώσει ο Θεός, και στο γιαπί που κάνομε, 3. Βλ. Μικρόν Ευχολόγιον, 279 (Ευχή επί θεμελίου οίκου). Οι ραντισμοί με νερό και οι αγνισμοί, συνδεόμενοι με προσευχές και σταυρικές επισφραγίσεις, είχαν μπει ήδη από τον 4ο αιώνα σε λειτουργική χρήση (Καλλίνικος 21958, 574). 4. Κέντρον Ερεύνης Ελληνικής Λαογραφίας Ακαδημίας Αθηνών, χφ αρ. 4238, σ. 484 (συλλ. Γ. Ν. Αικατερινίδης, Κιβέρι Αργολίδος, 1985). ΛΑΪΚΗ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ 11

References

Related documents