Φιλοσοφικό-Κοινωνιολογικό-Λεξικό-Γ’-–-http-www-projethomere-com.pdf

320  Download (0)

Full text

(1)
(2)
(3)

ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΟ

ΚΟΙΝΩΝΙΟΛΟΓΙΚΟ

ΛΕΞΙΚΟ

(4)

COPYRIGHT: ΑΦΟΙ ΚΑΠΟΠΟΥΛΟΙ & ΣΙΑ Ε.Ε.

ΖΩΟΔΟΧΟΥ ΠΗΓΗΣ 24 106 81 ΑΘΗΝΑ ΤΗΛ. 3836482 - 3805451

(5)

ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΟ

ΚΟΙΝΩΝΙΟΛΟΓΙΚΟ

ΛΕΞΙΚΟ

ΤΟΜΟΣ Γ

Καβάσιλας - Μπεντά ΕΚΔΟΣΕΙΣ: Κ. ΚΑΠΟΠΟΥΛΟΣ ΑΘΗΝΑ 1995

(6)

ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΤΗΣ ΕΚΔΟΣΗΣ

ΠΡΟΛΟΓΙΖΕΙ

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΔΕΣΠΟΤΟΠΟΥΛΟΣ

Ακαδημαϊκός ΑΡΧΙΣΥΝΤΑΚΤΕΣ Χιωτάκης Τάκης Δρ Φιλοσοφίας Χωραφάς Ευστράτιος Φιλόλογος, πρώην εκπαιδευτικός σύμβουλος

ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

• Αγουρίδης Σάββας Ομ. Καθηγητής Παν. Αθηνών • Αναπολιτάνος Διονύσιος Καθηγητής του Τμήματος Μεθοδολογίας, Ιστορίας και Θεωρίας της Επιστήμης του Πανεπιστημίου Αθηνών • Αλατζόγλου - θέμελη Γραμματική Επίκουρος Καθηγήτρια Φιλοσοφίας στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο • Βασιλείου Αθανάσιος Πολιτικός Επιστήμων - Κοινωνιολόγος • Βελισσαρόπουλος Δημήτριος Πρέσβυς ε.τ. • Βιτσαξής Βασίλειος Πρέσβυς ε.τ. • Βώρος Φανούριος Δρ Φιλοσοφίας, Σύμβουλος Παιδαγωγικού Ινστιτούτου • Δελλής I. Γ. Αναπληρωτής Καθηγητής Φιλοσοφίας Πανεπιστημίου Πατρών • Ζιάκας Γρηγόριος Καθηγητής Ιστορίας Θρησκειών Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης • Θεοτοκάς Νίκος Κοινωνιολόγος • Ιέλο Μαριάντζελα Φιλόλογος, Πανεπιστήμιο Αθηνών • Καράς Γιάννης Δρ Φιλοσοφίας, Ερευνητής του ΚΝΕ του ΕΙΕ • Καριώτογλου Αλέξανδρος Δρ Θεολογίας • Κασσωτάκη - Μαριδάκη Αθανασία Δρ Ψυχολογίας, ειδική συνεργότις στο Τμήμα Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών • Κεσίσογλου Αλέξανδρος Αναπληρωτής καθηγητής κλασικής φιλολογίας Πανεπ. Ιωαννίνων • Κεσσίδης Θεοχάρης Καθηγητής Φιλοσοφίας, αντεπ. μέλος της Ακαδημίας Αθηνών • ΚιτρομηλΙδης Πασχάλης Καθηγητής της Πολιτικής Επιστήμης Πανεπ. Αθηνών • Κοκάλας Θεόδωρος Φιλόλογος • Κοκολόγος Αθανάσιος Φιλόλογος, Ερευνητής

(7)

• Κράλλης Χάρης υπ. Δρ Φιλοσοφίας • Κρητικός Γιάννης Κοινωνιολόγος • Κύρκος Βασίλης Καθηγητής Φιλοσοφίας Πανεπιστημίου Ιωαννίνων • Κωσταράς Γρηγόριος Καθηγητής Φιλοσοφίας Πανεπιστημίου Αθηνών • Λεοντσίνη - Γλυκοφρύδη Αθανασία Επίκουρος Καθηγήτρια Φιλοσοφίας Πανεπιστημίου Αθηνών • Μαμούρης Ζήσης Βιολόγος, Δρ Γενετικής, Λέκτωρ του Γενικού Τμήματος Πανεπιστημίου Θεσσαλίας • Μανουράς Ευάγγελος Ψυχολόγος • Μόττη - ΣτεφανΙδη Ευφροσύνη Επίκουρος Καθηγήτρια Ψυχολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών • Μπάλιας Ευστάθιος Δρ Πολιτικής Επιστήμης • Μπαρτζελιώτης Λεωνίδας Αναπληρωτής Καθηγητής Φιλοσοφίας Πανεπιστημίου Αθηνών • Μπέγζος Μάριος Επίκουρος Καθηγητής Φιλοσοφίας της Θρησκείας Πανεπιστημίου Αθηνών • Μπιτσάκης Ευτυχής Καθηγητής Φιλοσοφίας Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, Υφηγητής Θεωρίας της Φυσικής Πανεπιστημίου Αθηνών • Νάτσης Αθανάσιος Φιλόλογος, Πανεπιστήμιο Αθηνών • Νόβα - Καλτσούνη Χριστίνα Επίκ. Καθηγήτρια Κοινωνιολογίας Παν. Πατρών • ΟικονομΙδης Νικόλαος Φιλόλογος, Ερευνητής • Οικονόμου Αντώνιος Οικονομολόγος - Μηχανικός • Οικονόμου Γεώργιος Φυσικός • Πάκος Παναγιώτης Φιλόλογος - Ερευνητής • Παπά Βασιλική Ψυχολόγος • Πστέλης Δημήτριος Δρ Φιλοσοφίας • Πολίτης Νικόλαος Αναπληρωτής Καθηγητής Βυζαντινής Φιλοσοφίας Πανεπιστημίου Αθηνών • Ρούσσος Ευάγγελος Δρ Φιλοσοφίας • Σκιαδοπούλου Ν. Σταυρούλα Φιλόλογος - Ερευνήτρια • Τερέζης Χρήστος Επίκουρος Καθηγητής Φιλοσοφίας Πανεπιστημίου Πατρών • Τζαφερόπουλος Απόστολος Φιλόλογος, πρώην Σύμβουλος Εκπαίδευσης EE • Τσατσούλης Δημήτριος Κοινωνιολόγος - Σημειολόγος • Τσινόρεμα Σταυρούλα Επίκουρος Καθηγήτρια Φιλοσοφίας Πανεπιστημίου Ιωαννίνων • Φαραντάκης Πέτρος Δρ Φιλοσοφίας • Φασουλάκης Στέριος Επίκουρος Καθηγητής Ιστορίας Παν. Αθηνών • Χρόνης Νικόλαος Καθηγητής Φιλοσοφίας Παν. Αθηνών

(8)

Οι κυριότερες συντομογραφίες

αγγλ. - αγγλικά ΟΕΔΒ - Οργανισμός Εκδόσεως ανατ. - ανατύπωση Διδακτικών Βιβλίων Ακαδ. Επ. - Ακαδημία Επιστημών ό.π. - όπου παραπάνω αποσπ. - απόσπασμα παράγρ. - παράγραφος βιβ· - βιβλίο π.χ. - παραδείγματος χάρη βιβλιογρ. - βιβλιογραφία πρβλ. - παράβολε βλ. - βλέπε Σ.Ε. - Σύγχρονη Εποχή γεν. - γέννηση στερ. - στερητικό εκδ. - έκδοση σ.σ. - σελίδες ΕΚΚΕ - Εθνικό Κέντρο στο ίδιο - στο προαναφερόμενο Κοινωνικών Ερευνών έργο εξ- - και εξής τ. - τόμος επαν. - επανέκδοση του ίδιου - του ίδιου συγγραφέα επιμ. - επιμέλεια XX· - χωρίς χρονολογία ετυμ. - ετυμολογία έκδοσης θιβ. - θιβετιανά κ.ά. - και άλλα Bd - τόμος κεφ. - κεφάλαιο Hrsg - εκδότης κ.ο.κ. - και ούτω καθεξής PG - Patrologia Graeka

λ. - λήμμα PUF - Press Universitaire

λ.χ. - λόγου χάρη de France μαρτ. - μαρτυρία μερ. - μ έ ρ ο ς Αθ. - Α θ ή ν α ΜΙΕΤ - Μορφωτικό Ιδρυμα LPZ. - Λιψία Εθνικής Τραπέζης N.Y. - Νέα Υόρκη μτφ. - μετάφραση Φρανκ. - Φρανγκφούρτη Σημείωση: • Οι χρονολογίες, που αναγράφονται μετά το όνομα του προσώπου στο οποίο αναφέρεται το λήμμα, σημαίνουν τον χρόνο γέννησης και θανάτου του [π.χ. Αβελάρδος (Νάντη, 1079 - Cluny, 1142)]. • Ο αστερίσκος που συνοδεύει μια λέξη (π.χ. Αριστοτέλης*, υλισμός* κ.ά.) δείχνει ότι για τη συγκεκριμένη λέξη υπάρχει στο Λεξικό ειδικό λήμμα. • Ο μικρός αριθμός που βρίσκεται στο τέλος μιας χρονολογίας δείχνει τη σειρά έκδοσης (π.χ. το "19662" υποδηλώνει ότι πρόκειται για τη 2η έκδοση του έργου στο οποίο αναφέρεται το κείμενο). • Οι τίτλοι των βιβλίων, και γενικά των έργων, γράφονται στο κείμενο με πλάγια στοιχεία (π.χ. Πολιτεία του Πλάτωνα, Τα Μετά τα φυσικά του

(9)

κ

Καβόσιλας Νικόλαος (14ος μ.Χ. αι.). Βυζαντινός συγγραφέας, επίσκοπος θεσσαλονίκης και ο τε-λευταίος διαπρεπής μυστικιστής της Ανατολικής Εκκλησίας. Ο Νικόλαος ξεχώρισε ως μυστικι-στής με το σύγγραμμά του Περί της εν Χριστώ ζωής (βιβλ. επτά), όπου ξεκινάει από την αρχή ότι ο Χριστιανός οφείλει να προχωρήσει στην πλήρη ένωση με τον Χριστό και ότι αυτό συντε-λείται με τα τρία μεγάλα μυστήρια: βάπτισμα, χρίσμα και θεία ευχαριστία (βιβλ. 1-4). Η ζωή διατηρείται με την άσκηση των αρετών, της προ-σευχής και της θεωρίας (βιβλ. 5-7). Το περιεχό-μενο του έργου αυτού, το οποίο δεν έχει το α-ντίστοιχό του στη βυζαντινή ασκητική ως προς την οικονομία της συγγραφής, εξαρτάται από τα συγγράμματα του (ψευδό) Διονυσίου Αρεοπαγί-τη', του μόνου συγγραφέα τον οποίο μνημονεύ-ει ο Νικόλαος μία φορά. Μυστικού περιεχομένου είναι επίσης και η Ερμηνεία της θείας λειτουρ-γίας, στην οποία εκθέτει τη συμβολική σημασία των τελουμένων κατά τη θεία λειτουργία και των ευχών της, καθώς και το Περί ενανθρωπή-σεως. Αλλη ομάδα συγγραμμάτων του αποτε-λείται από ομιλίες σε δεσποτικές και θεομητορι-κές εορτές και εγκώμια αγίων, όπως στον Μεγα-λομάρτυρα Δημήτριο και την Αγία Θεοδώρα της θεσσαλονίκης, όπου ο Νικόλαος αναδεικνύεται σε δεινό ρήτορα. Αλλά και στις σύγχρονες θεο-λογικές έριδες αναμείχθηκε, ως ο κυριότερος από τους οπαδούς του αρχηγού της κινήσεως των Ησυχαστών, του Γρηγορίου Παλαμά*. Για τη στάση του απέναντι στις έριδες αυτές ασφαλείς πληροφορίες θα πρέπει να περιέχει το ανέκδοτο ακόμη έργο του Κατά Γοηγορά του παραληρού-ντος. Με το όνομά του φέρονται επίσης χειρό-γραφα συγγράμματα, ρητορικά, φιλοσοφικά και περί λογικής. Ιστορικό ενδιαφέρον παρουσιά-ζουν και οι επιστολές τις οποίες αντάλλαξε με την αυτοκράτειρα Αννα, τον Δημήτριο Κυδώνη* και άλλες διακεκριμένες προσωπικότητες της ε-ποχής του. Απ. Τζαφερύπουλος Καββάλα, βλ. Κάμπαλα Καθέλιν Κονσταντίν Ντμίτριγιεβιτς (1818-1885). Ρώσος νομομαθής, ιστορικός, δημοσιο-λόγος. Ως φιλόσοφο τον ενδιέφερε ο άνθρω-πος, ο εσωτερικός του κόσμος, θεωρούσε ότι η ψυχολογία μπορεί να λύσει τα προβλήματα στα οποία δεν μπορούν να δώσουν απάντηση ούτε η φιλοσοφία ούτε η φυσιογνωσία (Εργα, τ. 3, σ. 637)· η μεν φιλοσοφία -τόσο ο ιδεαλι-σμός όσο και ο υλιιδεαλι-σμός- γιατί είναι αφηρημέ-νη, δηλαδή προσανατολισμένη προς το γενικό, η δε φυσιογνωσία γιατί, προσπαθώντας να ε-ξηγήσει το ψυχικό, πέφτει σε φαύλο κύκλο. Η ψυχολογία, όμως, κατά τον Καβέλιν, προσανα-τολίζεται στη "συγκεκριμένη" γνώση της ψυχής του ανθρώπου, στην ελευθερία της βούλησης και της συνείδησής του, που μολο-νότι συνδέονται, κατά κάποιον τρόπο, με τον υλικό κόσμο, αποτελούν την πηγή τόσο της ε-ξωτερικής πραγματικότητας, όσο και του εσω-τερικού κόσμου, των ιδανικών. Ο Καβέλιν θεω-ρεί ότι ο άνθρωπος δεν μποθεω-ρεί να υπερβεί τα όρια της εμπειρίας του. "Ο εξωτερικός κόσμος αποτελεί προέκταση του εσωτερικού του κό-σμου" (στο ίδιο, σ. 935). Η πραγματική ουσία της ηθικής είναι τα υποκειμενικά ιδεώδη, τα οποία αυτή θέτει στη ζωή και τη δράση του αν-θρώπου (στο ίδιο, σ. 961). Από πολιτική άποψη ο Καβέλιν ανήκε στη φιλελεύθερη αριστοκρα-τία. Τασσόταν υπέρ της κατάργησης της δου-λοπαροικίας, της απελευθέρωσης των αγρο-τών και της διανομής σ" αυτούς της γης με ε-ξαγορά. θεοχ. Κεσσίδης ΚαζιουτΙνσκι Βαντίμ Βασίλιεβιτς (1932). Σοβιε-τικός φιλόσοφος, τακτικό μέλος της Κοσμο-ναυτικής Ακαδημίας "Κ.Ε. ΤσιολκόφσκΓ ειδι-κός στον τομέα της φιλοσοφίας και της μεθο-δολογίας της επιστήμης, των φιλοσοφικών βά-σεων της αστρονομίας και της

(10)

κοσμολογίας-Καζνέβ καθηγητής, διδάκτωρ της φιλοσοφίας, επιστη-μονικός συνεργάτης (από το 1962) του Ινστι-τούτου Φιλοσοφίας της Ακαδημίας Επιστημών της Ρωσίας. Εργα του μεταφράστηκαν σε πολ-λές ευρωπαϊκές γλώσσες. Η ανάλυση της έν-νοιας "Κόσμος", από την άποψη της φιλοσο-φίας, και της έννοιας "Σύμπαν", από την άποψη της κοσμολογίας, οδήγησε τον Καζιουτίνσκι στο συμπέρασμα ότι το Σύμπαν δεν είναι "παν το υπάρχον", με την έννοια ότι περιλαμβάνει "όλα απολύτως όσα υπάρχουν", αλλά ότι απο-τελεί "παν το υπάρχον" μόνο στα πλαίσια ενός δοσμένου μοντέλου ή μιας δοσμένης θεωρίας. ΓΓ αυτό και διατύπωσε την αρχή ότι το Σύμπαν δεν είναι ένα αλλά ότι υπάρχει πλήθος απ" αυτά, αρχή που εφαρμόστηκε στην κβαντική κοσμολογία. Βασικά του έργα: Προβλήματα της σύγχρονης κοσμολογίας (σε συνεργασία με τον ακαδη-μαϊκό Β.Α. Αμπαρτσούμοφ), Μόσχα, 1969 (με-τάφρ. στα αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά).- Σύ-μπαν, αστρονομία, φιλοσοφία, Μόσχα, 1972.-Κοσμοναυτική και προοπτικές της ανθρωπότη-τας, Μόσχα, 1991, κ.ά. θεοχ. ΚεοσΙδης Καζνέβ (Cazeneuve) Ζαν (γεν. 1915). Γάλλος κοινωνιολόγος και ανθρωπολόγος, το έργο του οποίου συνιστά ιδιότυπη συνέχιση των κα-τευθύνσεων του Μως*, του Γκυρβίτς* και εν μέρει της συμβολικής διαντίδρασης. Έργα του:

Sociologie de Marcel Mauss, Paris, 1968.- Dix grandes notions de la sociologie, Paris, 1976.-La raison d'être, Paris, 1981.

Δ. n. καζουϊστική, βλ. περιπτωσιολογία "Καθαρμοί", βλ. Εμπεδοκλής Καθαροί. Κατά το νόημα του όρου, αυτοί που ο-νομάζονται καθαροί αντιτίθενται προς τους μυ-σαρούς και ρυπαρούς. Στο ηθικό επίπεδο ο καθα-ρός αντιδιαστέλλεται προς τον ένοχο, τον άδικο κ.ά. Η τάση προς το "καθαρεύειν", απ" όπου συ-νάγεται και η "κάθαρσις" κ.λπ., υπάρχει από κα-ταβολής κοινωνικής συνειδητής ζωής, ενώ κατά τη μεταχριστιανική περίοδο ως καθαρός και ακή-ρατος θεωρείται ο Θεός. Οι οπαδοί του Ναυάτου παρ' όλα αυτά ονομάσθηκαν καθαροί. Αυτοί εδί-δασκαν μερικές υπερβολές ως προς τον γάμο και, επί πλέον, δεν δέχονταν σε κοινωνία όσους είχαν φοβηθεί κατά τους διωγμούς. Λόγω της αναμφισβήτητα εσφαλμένης διδα-σκαλίας τους, η Α' Οικουμενική Σύνοδος πήρε ήδη μέτρα εναντίον τους και με τον η' κανόνα εκάλεσε όσους ακολουθούσαν αυτή τη διδα-σκαλία να μην επιμένουν στην άποψή τους (Ράλλη-Ποτλή Β', 134). Παρ' όλα αυτά οπαδοί της σχισματικής αυτής απόψεως υπήρχαν και αργότερα, ιδιαίτερα όμως η σχετική διδασκα-λία επηρέασε τη Δύση. Κατά τον 13ο αι., εμ-φανίστηκε αυτή η διδασκαλία στη Γαλλία και χαρακτήριζε "τον πνευματικό βίο κατ' αναφορά προς τον κλήρο της Εκκλησίας" (Φειδά, Εκκλ. Ιστ., Β', 448). Υποστήριζαν την αποχή από τον γάμο, τον πόλεμο, την ιδιοκτησία, αλλά και από την κρεοφαγία. Ως αποτέλεσμα της δύνα-μης των Καθαρών στη Δύση πρέπει να θεωρη-θεί η εμφάνιση της Ιεράς εξετάσεως. Η πίεση που εξασκούσαν στα γεγονότα διακρίνεται και από το ότι η Εκκλησία της Δύσης προσάρμοσε το μυστήριο του Ευχελαίου στο πνεύμα της τε-λετής των Καθαρών (Φειδά, Εκκλ. Ιστ., Β', 448). Νικ. Γ. Πολίτης κάθαρσις. Κυριολεκτικά σημαίνει αποκάθαρση, καθαρισμό από κάτι, συνήθως από τον ρύπο των παραπτωμάτων (στην περίπτωση των μυ-στηρίων) ή καθαρισμό από "κακούς" χυμούς στο σώμα, σχετικά με την ιατρική χρήση του όρου. Ο Αριστοτέλης* όμως με τον περίφημο ορισμό της τραγωδίας καθιέρωσε τον όρο αυτό στην περιοχή της τέχνης, τον επέβαλε στην αισθητική θεωρία και τον νομιμοποίησε στη φιλοσοφία. Υπήρχε βέβαια στο τυπικό της μυστηριακής λατρείας και στη γλώσσα της ια-τρικής, ο φιλόσοφος αυτός όμως του προσέ-δωσε το εύρος που ξέρουμε στην αισθητική και στη θεωρία της τέχνης, αλλά συγχρόνως (χωρίς ασφαλώς να το θέλει) δημιούργησε και ένα από τα μεγαλύτερα αινίγματα στην ερμη-νεία της τέχνης, ειδικά της τραγικής ποίησης, και στη φιλοσοφία. Το πρόβλημα έχει την αρχή και την αιτία του στην τελευταία φράση του ορισμού της τρα-γωδίας, που μαθαίνουμε από την Ποιητική του Αριστοτέλη: "δΓ ελέου και φόβου περαίνουσα την των τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν" (1449b 24-27). Απ' αυτή την αινιγματική φράση περισσότερο από όλες τις λέξεις - κλειδιά βα-σάνισε τους ερμηνευτές η "κάθαρση", σε συ-νάρτηση βέβαια με το νόημα όλων των άλλων, και κυρίως σε σχέση με το ουσιαστικό "παθη-μάτων", δηλαδή "κάθαρσις (τοιούτων)

(11)

παθημά-καθήκοντα των". Στην ιστορία της ερμηνείας του ορισμού της τραγωδίας, και κυρίως της κάθαρσης βέ-βαια, επισημαίνουμε τρεις σταθμούς και άλλες τρεις "σχολές" ή ομάδες. Οι τρεις σταθμοί συν-δέονται με τα ονόματα τριών μεγάλων αν-δρών: του Corneille, του μεγάλου Γάλλου συγ-γραφέα, (1660), του Γερμανού αισθητικού Lessing* (1767) και του Goethe*. Στις τρεις μεγάλες ομάδες ή σχολές ερμηνεί-ας διακρίνουμε: α) Την παιδαγωγική - ηθική, που αρχίζει από την Αναγέννηση και κορυφώ-νεται με τον Lessing, όπως είδαμε. Τη βασική αντίληψη αυτής της ομάδας ερμηνευτών απο-τελεί ο ισχυρισμός ότι η κάθαρση αναφέρεται στον ηθικό και παιδαγωγικό σκοπό που έχει να εκπληρώσει η τραγωδία, β) Την ψυχολογική ερμηνεία της κάθαρσης. Εχει και αυτή η θεω-ρία την αφετηθεω-ρία της στην Αναγέννηση με κύριο εκπρόσωπό της αργότερα τον Γάλλο Batteux (1771). Στον περασμένο αιώνα όμως θεμελιώνεται φιλολογικά από τους μεγάλους φιλολόγους Η. Weil και J. Bernays. Κύριο επι-χείρημα της θεωρίας αυτής είναι ότι η τραγω-δία διεγείρει τα πάθη (τον φόβο και τον έλεο), που επενεργούν στην ψυχική υγεία των θεα-τών στο θέατρο όπως οι κακοί χυμοί στο σώμα. Με την τέχνη του ποιητή ο φόβος και ο έλεος αποκαθαίρουν την ψυχή από την ταραχή και τα συγκλονιστικά συναισθήματα (παθήματα) που γεννήθηκαν στην ψυχή των θεατών από την πλοκή της τραγωδίας ("σύσταση των πραγμά-των"). Από τις αρχές και κατά τα μέσα του αιώνα μας διάσημοι φιλόλογοι (W.D. Ross, Ang. Rostogni, Max Pohlenz κ.ά.) συμπληρώ-νουν τη δεύτερη θεωρία και δέχονται με πα-ραλλαγές την ηθική σημασία της κάθαρσης. Σήμερα η επικρατέστερη άποψη (και όχι βέ-βαια οριστική) δέχεται ότι: (1) Πρέπει να ανα-ζητήσουμε το νόημα της κάθαρσης μέσα στο έργο του Αριστοτέλη (π.χ. στα Πολιτικά του 1339b κ.ε., 1341b κ.ε.) και πάντοτε σε συνάρ-τηση με τη γνώμη του Πλάτωνα* για την ποίη-ση και ειδικά την τραγωδία, όπως τη διατυπώ-νει κυρίως στην Πολιτεία του (596α - 605c). (2) Δεν επιτρέπεται να μεταφέρουμε σύγχρονα αισθητικά κριτήρια, για να ερμηνεύσουμε τη θεωρία των Αρχαίων για την τραγική κάθαρση, διότι θα μας οδηγήσουν οι σύγχρονες αισθητι-κές αντιλήψεις σε παραπλανητικά συμπερά-σματα. (3) Υπάρχει, μπορούμε να πούμε, μια κοινή αντίληψη (ένα common sense) ότι η κά-θαρση παθημάτων αναφέρεται στην ψυχή των θεατών, ότι δηλαδή η μίμηση ολοκληρώνεται (περαίνουσα) με την κάθαρση των συναισθη-μάτων του ελέου και του φόβου και των παρό-μοιων μ' αυτά στην ψυχή των θεατών,

θιβλιογρ.: F. Dirlmeier, Kàtharsis pathematon, "Hermes" 75 (1940) ο. 81 κ.ε.- W. Schadewaidt, Furcht und Midieid?. "Hermes" 83 (1955), o. 129 κ.ε. ( - 'Hellas und Hesperien", 1960. o. 346 κ.ε.).- Η. Flasher, Die medizinische

Grundlage der Lehre von der Wirkung der Dichtung in griechischen Poetik, "Hermes" 84 (1956), o. 12 κ.ε.- M.

Fuhrmann. Einleitung in die antik Dichtungs Theorie. 1973.-1. Συκουτρής - Σ. Μενάρδος, Αριστοτέλης,

Ποιητι-κή, έκδ. Ακαδ. Αθηνών, 1937.- Κ.Δ. Γεωργούλης, Αριστο-τέλης ο Σταγφίτης, θεσσαλονίκη, 1962.- Ε.Π.

Παπανού-τσος, La catharsis des passions d'après Aristote, έκδ. Γαλλικού Ινστιτούτου Αθηνών, 1953 ( • "Φιλοσοφικά Προβλήματα", Αθήνα, 1964, σ. 219-298). Βασ. Κύρκος καθήκον (από το ρήμα "καθήκει μοΓ, αρμόζει σε μένα, ανήκει σε μένα, είναι στην αρμοδιό-τητά μου, λατινικά: officium). Η καθιέρωση και η μεταφορά του όρου αυτού στην ηθική φιλο-σοφία οφείλεται στους στωικούς* φιλόσοφους και ειδικά στον ιδρυτή της Στοάς, τον Ζήνωνα* τον Κιτιέα. Φαίνεται ότι ο Ζήνων επέλεξε τον όρον αυτό, για να τονίσει ή να δείξει αυτό που έρχεται (καθήκει) από τη θέση του ανθρώπου μέσα στην κοινότητα να επιβληθεί στο άτομο ως εκτελεστέον αίτημα, ως ηθική, τελικά, υπο-χρέωση απέναντι του συνόλου αλλά και του ε-αυτού μας ("κατωνομάσθαι δ' ούτως υπό πρώ-του πρώ-του Ζήνωνος το καθήκον, από πρώ-του κατά τινας ήκειν", Διογ. Λαέρτ. 7, 108). Η εκτέλεση του καθήκοντος εξαρτάται βέβαια από την ψυ-χική διάθεση και το φρόνημα του πράττοντος ατόμου αλλά και από την κοινωνική του συνεί-δηση. Κατ' αρχήν η έννοια του καθήκοντος στους Στωικούς πρέπει να ενταχθεί στα πλαίσια της θεωρίας/διδασκαλίας τους για τη φύση. Οι πληροφορίες μας όμως προέρχονται κυρίως από το έργο του Κικέρωνα* De finibus (Περί κα-θηκόντων) και απηχούν, ως ένα βαθμό, και τη δική του προσπάθεια να ερμηνεύσει τη διδα-σκαλία των Στωικών περί καθηκόντων. Κατά τους Στωικούς, λοιπόν, το πρώτο καθήκον κάθε (όντος, άρα και του) ανθρώπου είναι να διατηρείται στην κατάσταση που είναι ορισμέ-νος από τη φύση του. Ειδικότερα τώρα, όταν ο άνθρωπος επιτύχει αυτό το πρώτο στάδιο της ηθικής του κατάστασης, τότε προβάλλει ως έ-σχατο (δηλαδή ύψιστο) εντέλει καθήκον του η τελείωση της φύσης του. Αυτή η διαδικασία ο-λοκληρώνεται βαθμιαία, καθώς ο άνθρωπος α-ναπτύσσει τη λογικότητα και τον ανάλογο

(12)

καθήκοντα τρόπο συμπεριφοράς. Οι "αρμόζουσες πρά-ξεις" ("καθήκοντα") του ανθρώπου έχουν αφε-τηρία τους τον "λόγον", τη λογική του φύση. Το καθήκον ορίζεται τώρα ως "αυτό που ο λόγος μάς πείθει να κάνουμε" ("όσα ο λόγος αιρεί ποιείν", Διογ. Λαέρτ. 7, 108). Οι Στωικοί διέκριναν ακόμη, στην κλίμακα των καθηκό-ντων, "καθήκον κατά περίστασιν" (π.χ. να δια-τηρείς την υγεία σου με περιπάτους) και "κα-θήκον άνευ περιστάσεως", καθώς και κα"κα-θήκον απλώς και "τέλειον καθήκον". Στη νεότερη φιλοσοφία επανέφερε τη θεωρία περί καθηκόντων ο Kant*. Είχε προηγηθεί βέ-βαια όχι μόνο η διδασκαλία των Στωικών αλλά και η χριστιανική αντίληψη περί καθήκοντος, σύμφωνα με την ηθική που διαμόρφωσε η χρι-στιανική διδασκαλία περί ηθικής. Ο Kant ανα-πτύσσει τη θεωρία του με τη βασική προϋπόθε-ση ότι το καθήκον δεν αποτελεί ευχάριστη υ-πόθεση για τον άνθρωπο αλλά πολλές φορές αντιβαίνει στις επιθυμίες και στις κλίσεις μας. Η θέση του Kant ερείδεται ουσιαστικά στη χρι-στιανική εκδοχή για το καθήκον, την επεξερ-γάζεται όμως θεωρητικά και αφαιρεί το μετα-φυσικό της βάθος. Βιβλιογρ.: Α. Α. Long, Η ελληνιστίκή φιλοσοφία, μτφ. Στυλ. Δημόπουλος - Μυρτώ Δραγώνα - Μονάχου, έκδ. ΜΙΕΤ, Αθήνα. 1987.- Κ. Δ. Γεωργούλης, Ιστορία της ελ-ληνικής φιλοσοφίας, Αθήνα, 1994 (1975).- Μ. Pohlenz, Die Sloe. Geschichte einer geistigen Bewegung, τόμ. 1-2,

Gottingen, 1984· (1964').- J. M. Rist. The Stoics, Un. ol California Pr., 197Θ.- Α. Graeser, Zenon von Kition.

Positionen und Probleme, Berlin/N. York, 1975. Βασ. Κύρκος καθήκοντα, βλ. Στωικοί καθολικά ή καθολικές έννοιες (universalja). Με τον όρο αυτό καλούνται στη Λογική οι έννοιες δηλωτικές γνωρισμάτων που αποδίδονται σε μιαν ολότητα αντικειμένων, δηλαδή οι γενικές έννοιες. Ετσι, οι έννοιες π.χ. "άνθρωπος", "ζώο", "αγαθό" κατατάσσονται στα καθολικά, μια και καθεμιά τους μπορεί να αποδοθεί σε μια ολόκληρη ομάδα αντικειμένων. Τα καθολι-κά αντιτίθενται προς τα "καθ' έκαστον", προς τις ατομικές δηλαδή έννοιες, που εκφράζουν χαρακτηριστικά γνωρίσματα ενός μεμονωμέ-νου ατόμου. Ο όρος καθολικά απαντά για πρώτη φορά στον Πλάτωνα* ("κατά όλου", Μένων' 77 α), αλλά χρησιμοποιήθηκε και από τον Αριστοτέλη* ("καθόλου", Περί ερμηνείας' 17 α 39), από τον οποίο και τον παρέλαβαν οι δυτικοί φιλόσοφοι για να τον αποδώσουν στην λατινική με τον όρο universalla. Το πρόβλημα του αν τα καθολικά ως μεταφυσι-κές υποστάσεις έχουν αυτοτελή ύπαρξη ή συ-νιστούν απλώς γενικές ενδείξεις, απετέλεσε αντικείμενο έριδας στα πλαίσια της μεσαιωνι-κής φιλοσοφίας. Από τους σχολαστικούς φιλο-σόφους υποστηρίχθηκαν οι ακόλουθες τρεις απόψεις: 1 ) Η "πραγματοκρατία" (realismus) ή "εννοιολογικός ρεαλισμός", βάσει της οποίας η υπόσταση των καθολικών είναι ανεξάρτητη από τα ατομικώς υφιστάμενα συγκεκριμένα α-ντικείμενα, αντίληψη που ως προς την ανθρώ-πινη ύπαρξη διατυπώθηκε από τον νεοπλατω-νικό Πορφύριο* και έγινε δεκτή από τους Ιωάν-νη Σκώτο ΕριγέΙωάν-νη* (810-877) και Ανσελμο του Καντέρμπουρυ* (1033-1106). 2) Η "ονοματο-κρατία" ή "νομιναλισμός" (nominalismus), που θεωρεί ότι τα καθολικά δεν έχουν αυτοτελή ύ-παρξη, αλλά είναι μόνον λέξεις και σχηματίζο-νται αφαιρετικά από τα πραγματικά υφιστάμε-να αντικείμευφιστάμε-να. Η αντίληψη αυτή, που είχε ήδη διατυπωθεί κατά την αρχαιότητα από τους Στωικούς", υποστηρίχθηκε κατά τον Μεσαίωνα από τον Γάλλο σχολαστικό Ροσελλίνο (1050-1125) και τον Αγγλο Γουλιέλμο Οκκαμ* (1300-1350). 3) Η "μετριοπαθής πραγματοκρατία", που θεωρεί ότι τα καθολικά έχουν υπόσταση, ενόσω ενυπάρχουν ως ουσιώδη γνωρίσματα μέσα στα συγκεκριμένα αντικείμενα. Την αντί-ληψη τούτη διετύπωσε κατά την αρχαιότητα ο Σταγειρίτης, κατά δε τον Μεσαίωνα υποστήρι-ξε ο Θωμάς ο Ακινάτης* (1225-1274). Στα πλαίσια της νεότερης φιλοσοφίας ο Γερ-μανός φιλόσοφος Hegel* (1770-1831) εισηγή-θηκε τον όρο "συγκεκριμένο καθολικό" σε α-ντίθεση προς το "αφηρημένο", για να δηλώσει τη συγκεκριμένη βούληση μιας κοινωνίας, που υφίσταται ανεξαρτήτως των επιμέρους βουλή-σεων των ατόμων που συναποτελούν την κοι-νωνία. Από τον Ιταλό φιλόσοφο Benedetto Crose* προτάθηκε η άποψη για την ύπαρξη ενός συγκεκριμένου καθολικού, που ο φιλόσο-φος καλεί "αληθή ιδέα", καθώς θεωρεί ότι τούτο εμπεριέχεται σε όλα τα σχετικά με αυτό αντικείμενα. Ορισμένοι σύγχρονοι Αγγλοι φι-λόσοφοι, τέλος, νοούν ως συγκεκριμένο καθο-λικό κάθε ενιαία από οργανική άποψη ενότητα, ενώ στη σύγχρονη φιλοσοφία γενικότερα κα-λείται συγκεκριμένο καθολικό και το ατομικώς υφιστάμενο ον ως περιέχον στην εντέλεια τα γνωρίσματα των όντων του αυτού τύπου.

Βιβλιογρ. : Bröhier Ε „La philosophie au Moyen Age. Paris, 1937.- Κωσταράς Γρ.. Φιλοσοφική ΠροπαιδεΙα, Αθήνα,

(13)

Καΐρης

'Periode chrétienne", Louvain, 1964.- Vasoli C., La fitosotia

medieval», Mllano, 19677. Μαριάντζελα Ιέλο Κάιζερλινγκ Χέρμαν (Kayserling, 1880-1948). Γερμανός φιλόσοφος του πολιτισμού, οπαδός του υπαρξισμού*. Κατ" αυτόν μόνο το ατομικό, το μοναδικό, το προσωπικό, το αποκλειστικό μπορεί να συλλάβει το παγκόσμιο. Οι θεωρίες δεν έχουν αξία για τη ζωή. Ο υποκειμενικός άνθρωπος είναι φορέας της πνευματικής αρχής, ενώ το απρόσωπο και το αντικειμενικό δεν έχουν σημασία χωρίς την προσωπική μπειρία. Η αληθινή φιλοσοφία είναι πράξη, ε-νέργεια και ελευθερία και όχι έννοιες αφηρη-μένες. Και η ελευθερία είναι σύμφωνη με το πνεύμα, που ζει στα κατάβαθα της κάθε αν-θρώπινης ύπαρξης. Επικρίνει επίσης το λογικό στοιχείο, στο οποίο αποδίδει την κρίση* η οποία μαστίζει τη σημερινή ανθρωπότητα, διότι αυτή είναι που σκοτώνει την πίστη στις α-νώτερες αξίες της ζωής, τις ηθικές, θρησκευτι-κές και πνευματιθρησκευτι-κές. Γι' αυτό και αναζητεί νέο πνευματικό προσανατολισμό και δημιουργικό πρότυπο ανθρώπου για τον κόσμο του 20ού αι. Απ. Τζ. ΚαΙηρντ (Caird) Έντουαρντ. Σκωτσέζος φιλό-σοφος (1835-1908). Καθηγητής της Ηθικής στο πανεπιστήμιο της Γλασκόβης, νεοχεγκε-λιανός. Γνωστός κυρίως από τις εργασίες του στην ιστορία της φιλοσοφίας*. Η μελέτη του Η κριτική φιλοσοφία του Καντ, 2 τόμοι, 1889, θε-ωρείται ως σήμερα μία από τις σημαντικότερες στην αγγλική γραμματεία για τον Καντ*. Κατά τον ΚαΙηρντ η φιλοσοφία του Χέγκελ* είναι "κριτικός ιδεαλισμός". Βασική αρχή της χεγκε-λιανής διαλεκτικής ο Καίηρντ θεωρούσε την "ταυτότητα" και τη "διαφορά". Απ" αυτή την αρχή, ο Καίηρντ συνήγαγε το απόλυτο ως "αυ-τοτελές και νοητό σύνολο". Σε διάκριση από τους περισσότερους επιγόνους του Χέγκελ, ο Καίηρντ όρισε και την "ολοκλήρωση" (συσσω-μάτωση) ως "ενότητα της διαφορότητας". Την ιδέα της εξέλιξης προσπάθησε να την εφαρμό-σει στη διδασκαλία της ιστορίας της θρησκείας

(The evolution of religion, 1893). Στον

χριστιανι-σμό* είδε την "απόλυτη θρησκεία": το ανώτατο προϊόν της ιστορικής ανέλιξης της θρησκείας· τη δε φιλοσοφία του Χέγκελ θεωρούσε ως τη "θεωρητική μορφή" του χριστιανισμού.

Κυριότερα έργα του: Essays on Literature and

Philosophy, 2 τόμοι, 1892.- The Evolution of the Theology in the Greek Philosophers, 2 τόμοι, 1904.

Βιβλιογρ.: Η. Jones και J. H. Muirhead, The Life and

Philosophy of Edward Caird, 1921. Γιόν. Κρητικός

ΚαΙνιχ (Koenig) Ρενέ (γεν. 1906). Γερμανός

κοινωνιολόγος με ευρύ φάσμα ενδιαφερό-ντων, οπαδός του δομολειτουργισμού*. Έργα του: Soziologie heute, 1949.- Soziologische

Orientierungen, 1965.- Kleider und Leute: zur Soziologie der Mode, 1967. Από το 1955

εκδό-της του περιοδ. "Kölner Zeitschrift für Soziologie und Sozialpsychologie". Δ. n. Καΐρης Θεόφιλος (1784-1853). Ένας από τους φωτεινότερους σε επιστημονική - φιλοσοφική συγκρότηση Έλληνες στοχαστές του πρώτου μισού του 19ου αιώνα. Σπούδασε στο Παρίσι, όπου γνώρισε τις μεγάλες επιστημονικές κα-τακτήσεις του ευρωπαϊκού πνεύματος καθώς και τον μηχανιστικό υλισμό των γάλλων υλι-στών του 18ου αιώνα, από τους οποίους δέ-χτηκε σοβαρές επιδράσεις. Δάσκαλος της φιλοσοφίας και των φυσικομα-θηματικών επιστημών στις Κυδωνίες, τη Σμύρ-νη και πάλι στις Κυδωνίες μέχρι την Επανά-σταση του 1821, στην οποία πήρε ενεργό μέρος. Το 1835 Ιδρυσε στην ιδιαίτερη πατρίδα του, την Ανδρο, ένα ορφανοτροφείο, που λει-τούργησε μέχρι το 1839 και όπου δίδαξε φιλο-σοφία, φυσικές επιστήμες, φυσική, χημεία, μα-θηματικά, αστρονομία κ.ά. με βάση σύγχρονα ευρωπαϊκά εγχειρίδια. Κατηγορήθηκε ως αρ-νητής "των θείων Γραφών, των ιερών παραδό-σεων και των δογμάτων της ορθοδόξου ημών πίστεως", ότι με τη "θεοσέβειά" του "εισάγει αρχάς εναντίας της θρησκείας των πατέρων μας, φρονώντας και διδάσκοντας όσα η εκκλη-σία δεν αποδέχεται". Μετά από πολλούς κατα-τρεγμούς, εξορίες, κακουχίες και βασανιστή-ρια, πέθανε έγκλειστος στις φυλακές της Σύρου ο μεγάλος αυτός στοχαστής και επιστή-μονας, "ο του Γένους διδάσκαλος, ο υπέρ πα-τρίδος πολλά μοχθήσας, ο των ορφανών πατήρ και προστάτης", όπως λέγεται στο βάθρο της προτομής που του έστησαν οι συ-μπατριώτες του στην κεντρική πλατεία της Ανδρου. Η πολυεδρική σκέψη του Θεόφιλου Καίρη, η προσπάθειά του για την ανάπτυξη της επιστη-μονικής - φιλοσοφικής σκέψης εντάσσεται και εκφράζει τη γενικότερη προσπάθεια των πρω-τοπόρων λογίων της εποχής του για τη μετα-κένωση, με διάφορα κανάλια, της ευρωπαϊκής

(14)

καιροσκοπισμός σκέψης, του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού, σε κέ-ντρα του ελληνισμού, και κυρίως του περιφε-ρειακού ελληνισμού. Στο φιλοσοφικό του σύστημα ο Θεόφιλος Καίρης έδωσε ιδιαίτερη σημασία στα προβλή-ματα της γνώσης την οποία θεωρεί ως "εναργή των όντων κατάληψιν". Και αυτή γενικότερα η φιλοσοφία, γράφει, είναι "γνώσις έλλογος", συνεχής αναζήτηση της πρώτης των όντων αι-τίας, γνώση της φύσης και των νόμων που τη διέπουν, γνώση του ίδιου του ανθρώπου. Γνώση αλλά και πράξη. Γι" αυτό και η "μετά λόγου" αναζήτηση της αλήθειας συμπληρώνε-ται, στο "καΓρειο σύστημα", με την "κατά λόγον" ενέργεια του ανθρώπου. Ό άνθρω-πος", γράφει, "υπό του λόγου οδηγούμενος ή συνάπτει μόνον τας ομοειδείς γνώσεις αυτού, σκοπόν έχων την μετά λόγου αυτών έκθεσιν, ή τροποποιεί τα περί αυτόν όντα, ή τας αιτίας των όντων διερευνά την εν αυτοίς μετά λόγων εκζητών αλήθειαν" (Γνωστική, Αθήνα, 1849, παργ. 14). Και αλλού: "Την φύσιν των όντων διερευνών ο άνθρωπος, τους νόμους καθ' ους και τους λόγους δι' ους τα περί αυτόν συμβαί-νει φαινόμενα εξιχνιάζει, παντοίας τε λαμβά-νει γνώσεις και παμπληθείς εφευρίσκει τέχνας και διαφόρους επινοεί επιστήμας" (στο ίδιο, παργ. 6). Η αναζήτηση των αιτίων των διαφόρων φαινο-μένων, η αναζήτηση της αλήθειας, της πρω-ταρχικής αλήθειας, η ανίχνευση των αρχών των όντων και αυτού του αποχρώντος λόγου των όντων μέσα στην ίδια τη φύση, στον φυσι-κό φυσι-κόσμο, η "δια της πείρας, δια της παρατηρή-σεως" μελέτη των αναφορών και σχέσεων που συνδέουν σε ένα ενιαίο σύνολο τα διάφορα φαινόμενα, φυσικά και κοινωνικά, οδηγούν τον Θεόφιλο Καίρη στη διατύπωση της θεωρίας για την ενότητα του σύμπαντος στη βάση μιας ουσίας "ύλης ονομαζομένης, ης τα μόρια α-δρανή μεν καθ' εαυτά όντα, ενεργά δε προς άλληλα συνελθόντα, διάφορα παρήγαγον σώ-ματα κινητά εν τόπω και κινητικά... εξ ων το μέγα τούτο συμπληρούται κοσμικόν σύστημα" (Φιλοσοφικά και Φιλολογικά, Πάτρα, 1875, παργ. ΥΚΘ'). Το στοιχείο εκείνο που προσδίδει και θεμελιώνει αυτήν ακριβώς την ενότητα του υλικού κόσμου, που ενεργοποιεί και "συνέχει έκαστον μόριον της ύλης", όλα τα "υλικά μόρια παντός σώματος" και "συνάπτει τα σώματα προς άλληλα", είναι το "ένυλον". Το ένυλον, που εντάσσεται στη γενικότερη δυαδική φιλο-σοφική θεώρηση του Θεόφιλου Καίρη, εκφρά-ζει μια ανώτατη μορφή οργάνωσης της ύλης, θεμελιώνει την καθ' όλα επιστημονικά σωστή και αποδεκτή σήμερα άποψη ότι δεν υπάρχει απόλυτο κενό, ερμηνεύει την αιτία της κίνησης και μεταβολής των σωμάτων, θεμελιώνει τη συνοχή ολόκληρου του υλικού κόσμου, την ε-νότητα μικρόκοσμου και μακρόκοσμου, αποτε-λεί, τέλος, έκφραση του ορθολογισμού του Ανδριώτη αυτού στοχαστή. Μια σημαντική προσφορά στην ανάπτυξη της νεοελληνικής φιλοσοφικής σκέψης. Γιόννης Καράς καιροσκοπισμός (ή οππορτουνισμός από το λατ. opportunus). Ορισμένου τύπου πολιτική τακτική (ατόμων και ομάδων) που χαρακτηρί-ζεται από ευκολία αθέτησης, καταστρατήγη-σης, απόρριψης είτε αναθεώρησης των ιδεο-λογικών και θεωρητικών αρχών και της στρα-τηγικής με στόχο την κοντόφθαλμη και χρησι-μοθηρική προσαρμογή στην εκάστοτε τρέχου-σα συγκυρία. Βλ. επίσης δογματισμός και ανα-θεωρητισμός. Δ. π. Κακό, βλ. Καλό και κακό καλαισθησία. Ικανότητα ή λειτουργία ειδική με την οποία διακρίνεται το ωραίο ή η απουσία του και γενικότερα οι αισθητικές ιδιότητες των αντικειμένων της φύσης και των έργων τέ-χνης, που αποτελεί κύρια έννοια της αισθητι-κής. Στην ιστορία των ιδεών η καλαισθησία λαμβάνεται ως δύναμη που οδηγεί τις κρίσεις και τη συμπεριφορά των ανθρώπων καθώς και τα συναισθήματα αρέσκειας ή απαρέσκειας που αυτοί δοκιμάζουν. Συνδέεται συνεπώς με την ψυχολογία της αισθητικής απόλαυσης και ειδικότερα με προβλήματα που αφορούν στην επίδραση της τέχνης. Στις αισθητικές θεωρίες που διαμορφώθηκαν κατά τον 17ο και τον 18ο αιώνα τονίζεται ο ενστικτώδης χαρακτήρας της, αφού στην ικανότητα αυτή δίνεται από τους καλολογούντες το όνομα "γούστο" (gusto, taste, Geschmach) κατ' αναλογίαν προς την αίσθηση της γεύσης, που αποφαίνεται με τον πλέον άμεσο τρόπο για τα συναισθήματα αρέσκειας ή απαρέσκειας. Το ενδιαφέρον για την έννοια αυτή υπήρξε έ-ντονο κατά τον 18ο αιώνα όταν, σε αντίθεση προς το παρελθόν που διερευνούσε το ωραίο ως ποιότητα μεταφυσική ή εμπειρική, το ενδια-φέρον των καλολογούντων στρέφεται προς

(15)

Καλάμ τον θεωρό και προς διερεύνηση γενικότερα της ανθρώπινης φύσης. Η καλαισθησία θεωρεί-ται ως ορισμένη αίσθηση εσωτερική, μια έκτη αίσθηση, ένα εσωτερικό μάτι, ως μέρος του ψυχισμού και ειδική λειτουργία του νου, ως εγ-γενής ποιότητα που μπορεί να καλλιεργηθεί και να εξελιχθεί ή ως ειδική μορφή συμπεριφο-ράς. Διακρίθηκε σε φυσική και πνευματική, σε ενστικτώδη και έλλογη, σε σχετική και καθολι-κή, σε "καλή" και "κακή". Κατέχει σημαντική θέση στις αισθητικές θεωρίες των γάλλων δια-φωτιστών* (Dubos, Diderot*, D' Alembert*, Voltaire*, Montesquieu*), των άγγλων και σκώ-των καλολογούνσκώ-των και φιλοσόφων (Seftes-bury*, Hutcheson*, Hume*, Gerard, Burke*, Reid', Blair) και των γερμανών αισθητικών (Baumgarten*, Lessing*, Kant*, Sulzer, Herber*). Η καλαισθησία, προσωπικό ένστικτο και ενο-ρατικό συναίσθημα, φυσική ικανότητα άμεση και συνάμα διαστοχαστική που στηρίζεται στην προσωπική ευαισθησία και έχει τη δυνα-τότητα εξέλιξης και καλλιέργειας, είναι λει-τουργία της αντίληψης με την οποία διακρίνο-νται οι αισθητικές ποιότητες που αποδίδοδιακρίνο-νται περιγραφικά στα αντικείμενα της αισθητικής θεώρησης και συνάμα λειτουργία αξιολογική που συνδέεται με την αισθητική κριτική δύνα-μη του ανθρώπου. Παραδοσιακά οι θεωρίες του γούστου σχετίζο-νται με το θέμα του κατά πόσο και αν πρέπει οι προσωπικές προτιμήσεις να σχετίζονται με τις αισθητικές αξιολογικές κρίσεις. Οι συζητήσεις για τις καλολογικές κρίσεις, για το κατά πόσον αυτές είναι υποκειμενικές ή αντικειμενικές, ο-δήγησαν στη διάκριση αυτών από τις επιστη-μολογικές, οικονομικές, κοινωνικές και ηθικές κρίσεις και καθιέρωσαν την αυτοτέλεια της αι-σθητικής*. Οι αναφορές άλλωστε στα κριτήρια της καλαισθησίας έθεσαν το πρόβλημα της εύ-ρεσης ενός μέτρου με το οποίο θα ήταν δυνα-τή η συμφιλίωση των ποικίλων συναισθημά-των. Τα είδη των κριτηρίων συνδέθηκαν με τη διάκριση της καλαισθησίας σε "κακή" και "καλή" και επισημάνθηκε ο ρόλος της ιδιοσυ-γκρασίας και των εξωτερικών παραγόντων που συντελούν στη διαμόρφωση της. Μια ματιά στην ιστορία της τέχνης φανερώνει ότι κάθε εποχή έχει τις προτιμήσεις της και τα δικά της κριτήρια ομορφιάς. Μια τέτοια διαπί-στωση στηρίζει τον βαθμό αλήθειας της γνω-στής φράσης "de gustibus et coloribus non est disputandum", που στηρίζει τη σχετικότητα των αισθητικών αξιών, ενώ το ενδιαφέρον και ο θαυμασμός που ορισμένα έργα εγείρουν semper et ubique τη διαχρονική τους αξία. Από τον 18ο αιώνα μέχρι σήμερα υπάρχει η τάση να συνδέεται η καλαισθησία με την αμεσότητα του συναισθήματος και οι αισθητικές κρίσεις να θεωρούνται ανεξάρτητα από αρχές ή κανό-νες. Παράλληλα επικρατεί η αντίληψη σύμφω-να προς την οποία η καλαισθησία είσύμφω-ναι δυσύμφω-να- δυνα-τόν να καλλιεργηθεί και οι καλαισθητικές κρί-σεις να ταυτισθούν με έλλογες αποτιμήκρί-σεις. Οι καλαισθητικές κρίσεις, πέρα από τον υπο-κειμενικό ή αντιυπο-κειμενικό χαρακτήρα τους, πέρα από την επισήμανση αιτίων και αποτελσμάτων που συνδέονται με την αισθητική ε-μπειρία, παρέχουν το προνόμιο της αισθητικής απόλαυσης και καταδεικνύουν τη χρησιμότητα της καλαισθησίας ως αυθόρμητης και συνάμα κριτικής δύναμης του νου, η οποία συνδυάζο-ντας τον λόγο με το συναίσθημα κατευθύνει τη δημιουργική πράξη και την αξιολογική κρίση καλλιτέχνη και θεωρού.

Βιβλιογρ.: R. W. Babcock, The Idea of Taste in the 18th

century, PMLA, 1935, 922-926.- Ε. N. Hooker, The Discussion of Taste from 1750 to 1770, and the New Trends in Literary Criticism, PMLA, 1934, 577-592.- W. J.

Bale, From Classic to Romantic: Premises of Taste in

Eighteenth Century England, 1946.- R. G. Salselin, Taste in 18th Century France, 1965.- M. C. Beardsley, Ιστορία των αισθητικών θεωριών. Νεφέλη, 1989. Αθαν. Γλυκοφρύδη - ΛεοντσΙνη Καλάμ (Kalâm): "λόγος", "λόγος του θεού", "θεολογία του Ισλάμ". Στην κοινή χρήση της στην αραβική γλώσσα η λέξη "Καλάμ" σημαίνει "λόγος, ομιλία, γλώσσα". Στη μουσουλμανική όμως θρησκεία έχει δύο έννοιες: είναι α) "ο λόγος - η ομιλία- του θεού" ("Καλάμ Αλλάχ") και β) η θεολογία του Ισλάμ, η οποία ονομάζε-ται "ιλμ αλ - Καλάμ", δηλαδή "επιστήμη του λόγου του θεού", ή "ιλμ αλ - ταουχίντ", δηλαδή "επιστήμη της θείας ενότητας". Γενικώς πά-ντως υπό τον όρο Καλάμ επεκράτησε να θεω-ρείται η θεολογία του Ισλάμ, η οποία μιλά για τον λόγο του θεού, που δεν είναι άλλος παρά το Κοράνιο, ή αλλιώς η "θεία αποκάλυψη". Το Ισλάμ δεν δίνει το βάρος στη θεολογία, αλλά στον νόμο του θεού, που αποκαλύφθηκε στο Κοράνιο, και στα καθήκοντα του πιστού έ-ναντι του νόμου του θεού. Γι" αυτό αρχικά ανα-πτύχθηκε ο ιερός νόμος του Ισλάμ. Ωστόσο πολύ ενωρίς φάνηκε ότι ορισμένες αρχές της πίστης χρειάζονται συστηματοποίηση. Οι λόγοι που συνέτειναν σ" αυτό είναι οι εξής: α) Οι δια-μάχες του πρώτου καιρού μεταξύ

(16)

μουσουλμά-Καλβίνος νων. ß) Η επικοινωνία των μουσουλμάνων με τους χριστιανούς, γ) Όταν από τις αρχές κυ-ρίως του 9ου αιώνα και ύστερα άρχισε να ει-σέρχεται η ελληνική σκέψη και φιλοσοφία στο Ισλάμ με κυρίαρχους τον Αριστοτέλη* και τον Πλάτωνα*, ορισμένοι μουσουλμάνοι υιοθέτη-σαν μια αμέσως λογοκρατική στάση έναντι της θρησκείας, άλλοι εξελληνίσθησαν (οι φιλόσο-φοι) και έδωσαν φιλοσοφική χροιά στην έννοια του θεού, και άλλοι τέλος λόγιοι θεολόγοι, πι-στοί και ζηλωτές της πίστης τους, ρίχτηκαν στο έργο της υπεράσπισης και συστηματοποί-ησης των βασικών αρχών της θρησκείας τους. Ετσι άρχισε η ισλαμική θεολογία. Οι πρώτοι από αυτούς τους "διανοητές θεολό-γους" του Ισλάμ, που έδωσαν την πρώτη ώθηση για τη συστηματοποίηση του "Καλάμ" (θεολογίας), ήταν οι Μουταζιλίτες*. Αυτοί χώ-ρισαν την ουσία του θεού από τα ιδιώματά της, κήρυξαν ότι ο Θεός είναι δίκαιος, δεν μπορεί να κάνει το κακό παρά μόνο το καλό και γι' αυτό δίνει στον άνθρωπο τη δύναμη να έχει ε-λευθερία στη θέλησή του. Και επειδή ο θεός δεν έχει αιώνια ιδιώματα, γΓ αυτό και το Κορά-νιο δεν είναι αιώΚορά-νιο. Τις θέσεις αυτές αντέ-κρουσε ο αλ - Ασαρή (θ. 935), ο οποίος, μαζί με τον αλ - Ματουρίντη (θ. 956), είναι από τους ι-δρυτές της επιστήμης του επίσημου ισλαμικού Καλάμ. Τη διδασκαλία του Ασαρή ανέπτυξαν οι μαθη-τές του και έτσι διαμορφώθηκε μια ιδιαίτερη "ασαριτική σχολή", της οποίας η κύρια συμβο-λή στην ανάπτυξη της θεολογίας του Ισλάμ (Καλάμ) ήταν η ανάλυση των σχέσεων μεταξύ λόγου και πίστης. Ο σύγχρονός του αλ - Ματουρίντη προσέφερε φιλελεύθερες και λογικές θέσεις στα θέματα της θεολογίας που ήταν κοντά προς τις θέσεις των Μουταζιλιτών, αλλά χάρασσαν και τη χρυσή τομή μεταξύ αυτών και της ισλαμικής ορθοδοξίας. Μια νέα εξέλιξη του Καλάμ θα σημειωθεί κατά τον 10ο και 11ο αιώνα. Εχομε ματάβαση από την "παλιά" στη "νέα οδό". Η παλιά είχε ως γνώρισμα τη διαλεκτική, που την ενέπνεε κυ-ρίως η λογική των νομοδιδασκάλων. Η νέα είχε ως κύριο γνώμονα τον αριστοτελικό συλ-λογισμό. Τη νέα οδό τη βρίσκουμε στον θεο-λόγο αλ - Μπακιλλάνη (θ. 1013) και στον μαθη-τή του Τζουουαΰνη (θ. 1085). Και οι δύο μίλη-σαν για την ύπαρξη του ενός θεού, την ουσία του και τα ιδιώματά του και για τη σχέση του με τον κόσμο. Σταθμό στην ιστορία του Καλάμ άφησε ο μεγά-λος θεολόγος του Ισλάμ αλ - Γκαζάλη* (θ. 1111). Μορφωμένος φιλοσοφικώς καταπολέ-μησε τις ακραίες θέσεις των φιλοσόφων χρη-σιμοποιώντας τα επιχειρήματά τους. θιασώτης του ισλαμικού μυστικισμού, που ήταν έξω από την ισλαμική θεολογία, τον συνδιάλλαξε μαζί της και πλούτισε τη θεολογία με τις διδασκα-λίες του. Ορισμένοι σπουδαίοι θεολόγοι παρουσιάζο-νται από τον 12ο - 13ο αιώνα, χωρίς ωστόσο να δώσουν νέα πνοή στη θεολογική σκέψη. Σύ-ντομα έπειτα, το Καλάμ αποστεώθηκε, έχασε την πνοή των παλιών χρόνων και άρχισε να κωδικοποιείται σε στερεότυπες μορφές "επι-τομών" και "εγχειριδίων". Μια προσπάθεια ανανέωσης του Καλάμ αρχί-ζει στο β" μισό του 19ου αιώνα, με τον Σείχη Μουχάμαντ Αμπντού (Abduh), μαθητή του με-ταρρυθμιστή Jamâl al - Dîn al - Alghânî (θ. 1897). Πίστευε βαθιά στο Ισλάμ, αλλά ήθελε να το ερμηνεύσει έτσι, ώστε να μπορεί να α-νταποκριθεί στη σύγχρονη ζωή και να γίνει υ-πέρμαχος των ελευθεριών του λαού. Ενας από τους μαθητές του είναι ο Shaykh Mustafâ Abd al - Râziq, που το 1945 έγινε πρύ-τανις του αρχαίου και ξακουστού ισλαμικού πανεπιστημίου στο Κάιρο, του al - Azhar. Με-ταξύ των σύγχρονων μουσουλμάνων συγγρα-φέων υπάρχει ένας αριθμός θεολογούντων, που έχουν δοκιμάσει να μιλήσουν για τον θεό και τις διδασκαλίες της ισλαμικής πίστης με τρόπο προσαρμοσμένο στον σύγχρονο κόσμο. Μια πλήρης παρουσίαση των αρχών του Καλάμ πρέπει να λάβει επίσης υπόψη της το Καλάμ των Σιιτών, και ιδίως των μαθητών και διαδό-χων του Mollâ Sadrâ (θ. 1640), καθώς και ορι-σμένων ικανών θεολόγων του 19ου και 20ού αιώνα.

Βιβλιογρ.: Η. Α. Wolfson, The Philosophy of the Kalam (Cambridge, Mass., 1976).- Louis Gardet and G. Anawati,

Introduction à le théologie musulmane (1948, Paris,

1970).- G. Anawati, Kalim. στο "The Encyclopedia ol Religion-, ed. M. Eliade (1987), τόμ. 8ος, σ. 231-242.

Γοηγ. Ζιάκας Καλβίνος Ιωάννης. Γάλλος θρησκευτικός με-ταρρυθμιστής και συγγραφέας. Γεννήθηκε στη Noyon της Πικαρδίας το 1509 και πέθανε στη Γενεύη το 1564. Σπούδασε φιλολογία και φι-λοσοφία στο Παρίσι, νομικά στο Πανεπιστήμιο της Ορλεάνης και της Bourges και εβραϊκά, ελ-ληνικά και θεολογία στο βασιλικό Κολλέγιο. Το 1533 υποστήριξε τη θρησκευτική

Figure

Updating...

References

Related subjects :