)
Π Α Ν Ε Π ΙΣ Τ Η Μ ΙΟ ΤΗΣ Ο ΞΦΟΡΔΗΣ
O X F O R D
U N I V E R S I T Y PRESSΙΣΤΟΡΙΑ TOY
ΒΥΖΑΝΤΙ ΟΥ
CYRIL MANGO: Ιστορία του Βυζαντίου
Τίτλος πρωτοτύπου: Cyril Mango, The Oxford History o f Byzantium,
Oxford University Press, 2002
Διεύθυνση σειράς: Χάρης Βλαβιανός
Η παρούσα έκδοση είχε την οικονομική υποστήριξη του Ιδρύματος Ιωάννου Φ. Κωστόπουλου
ISBN: 960-211-742-7 © Oxford University Press 2002
© Εκδόσεις του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης 2002
The Oxford History of Byzantium was originally published in English in 2002. This transla tion is published by arrangement with Oxford University Press.
Η Ιστορία του Βυζαντίου δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στα αγγλικά το 2002. Η παρούσα μετάφραση δημοσιεύεται κατόπιν συμφωνίας με τις Εκδόσεις του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης.
© For the Greek language Nefeli Publishers
6, Asklipiou str, Athens 106 80, tel: +30 210 3639962 - fax: +30 210 3623093 © Γ ι α την ελληνική γλώσσα, εκδόσεις ΝΕΦΕΛΗ
Ασκληπιού 6, Αθήνα 106 80, τηλ.: 210 3639962 - fax: 210 3623093 e-mail: [email protected] - www.nnet.gr
Π Α Ν Ε Π Ι Σ Τ Η Μ Ι Ο Τ Η Σ Ο Ξ Φ Ο Ρ Δ Η Σ
ΙΣΤΟΡΙΑ
ΤΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑCyril Mango
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗΌλγα Καραγιώργου
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΚΔΟΣΗΣΓιασμίνα Μωυσείδου
Ε Κ Δ Ο Σ Ε Ι Σ Ν Ε Φ Ε Λ Η ΑΘΗΝΑ 2 0 0 6Δεν πρόκειται, να επαναλάβω τη στερεότυπη φράση ότι οι βυζαντινές σπουδές ήταν και συνεχίζουν να είναι αδικαιολόγητα παραμελημένες. Αυτό μπορεί να ίσχυε πριν από 100, ίσως και 50 χρόνια, αλλά σίγουρα δεν αντικατοπτρίζει τη σημερινή πραγματικότητα. Η περιφρονητική μεταχείριση του Βυζαντίου από μελετητές όπως ο Μοντεσκιέ και ο Εδουάρδος Γίββων διατήρησε κάποια από την κακεντρέχειά της και στη βικτωριανή εποχή, αλλά άρχισε να απορρίπτεται πολύ πριν το τέλος του 19ου αιώνα, προς όφελος μιας πιο θετικής θεώρησης. Οι βυζαντινές σπουδές δεν απουσιάζουν πια από τα πανεπιστημιακά πρόγραμμα σπου δών, έστω και εάν δεν εμφανίζονται σε πλήρη ανάπτυξη όπως κάποιοι θα επιθυμούσαν. Ο βυζαντινός πολιτισμός αποτελεί σήμερα αντικείμενο μελέτης σε πολλά ευρωπαϊκά και αμερικανικά πανεπιστήμια' περισσό τερα από μία δωδεκάδα διεθνή επιστημονικά περιοδικά είναι αφιερω μένα αποκλειστικά στην παρουσίαση υλικού βυζαντινολογικού ενδιαφέ ροντος' ο όγκος της σχετικής βιβλιογραφίας έχει αυξηθεί σε ανησυχη τικό βαθμό' ο αριθμός των συνεδρίων, των συμποσίων, των συνεδρίων στρογγυλής τραπέζης και των «συναντήσεων εργασίας» έχει ξεπεράσει κάθε προηγούμενο, ενώ το ίδιο ισχύει και για τις εκθέσεις βυζαντινών αντικειμένων τέχνης. Στο τελευταίο Διεθνές Συμπόσιο Βυζαντινών Σπουδών (Παρίσι, 2001) συμμετείχαν 1.000 σύνεδροι. Η «αποκατάσταση» του Βυζαντίου αποτελεί ένα ενδιαφέρον κεφάλαιο στην ανάπτυξη της ευρωπαϊκής ιστορικής σκέψης και των αισθητικών τάσεων κατά το 19ο και τον 20ό αιώνα. Αυτό που αρχικά εθεωρείτο ως μονότονη αφήγηση δολοπλοκιών, παρακμής και ηθικού ξεπεσμού έχει μεταμορφωθεί σ’ ένα αισθησιακό και πολύχρωμο έπος' αυτό που κατά τον Γίββωνα ήταν προκατάληψη εμφανίζεται τώρα ως πνευματικότητα' μια τέχνη που αρχικά είχε διακωμωδηθεί ως αδέξια και άψυχη αποτέ- λεσε στις αρχές του 20ού αιώνα πηγή έμπνευσης στην εκστρατεία ενα ντίον του απονεκρωμένου ακαδημαϊκού κλασικισμού. Σημειώθηκαν, άρα γε, αυτές οι αλλαγές, επειδή είμαστε τώρα πολύ καλύτερα πληροφορη- μένοι απ’ ό,τι οι προπαππούδες μας; Οι γνώσεις μας για τον «υλικό
πο-8 Π Ρ Ο Λ Ο Γ Ο Σ λιτισμό» του Βυζαντίου σίγουρα έχουν αυξηθεί εντυπωσιακά μετά το 1850, αλλά δεν συμβαίνει το ίδιο για τις γραπτές πηγές μας. Ουσιαστικά όλα τα βυζαντινά κείμενα που διαβάζουμε σήμερα ήταν εξίσου προσιτά και το 1850, σε περίπτωση που κάποιος επιθυμούσε να τα συμβουλευτεί. Το Βυζάντιο δεν έχει αλλάξει: αυτό που άλλαξε είναι η στάση μας, η οποία αναμφίβολα θα αλλάξει και πάλι στο μέλλον. Το Βυζάντιο δεν έχει ανάγκη υπεράσπισης. Ο καίριος ρόλος του στην ιστορία της Ευρώπης και της Εγγύς Ανατολής αποτελεί ιστορικό προη γούμενο. Η φιλολογική του παράδοση (αν μπορούμε να χρησιμοποιήσου με αυτό τον όρο για το σύνολο των γραπτών πηγών) είναι εκτενέστατη και έχει υποστεί ελάχιστες σημαντικές απώλειες. Η παρακαταθήκη του σε λίθινα, ζωγραφικά και άλλα υλικά κατάλοιπα είναι πιο αποσπασμα τική, αλλά αρκετά αντιπροσωπευτική αυτού που δεν υπάρχει πια. Με αυτά τα δεδομένα είναι δυνατό —αν και δεν θα συμφωνήσουν όλοι με το αποτέλεσμα— να διατυπώσει κανείς μια καλά τεκμηριωμένη άποψη για το βυζαντινό επίτευγμα σε σύγκριση με άλλους σύγχρονους πολιτισμούς, κυρίως σε .σύγκριση με τον πολιτισμό της μεσαιωνικής Δύσης και του Ισλάμ. Πολύ σπάνια έχουν επιχειρηθεί τέτοιου είδους συγκρίσεις. Η έντονη επιθυμία να ερμηνευτούν και να αμφισβητηθούν εκ νέου καθιερωμένες απόψεις δεν έχει επηρεάσει τη βυζαντινή ιστορία περισ σότερο απ’ ό,τι την ιστορία άλλων ιστορικών περιόδων. Σε πολλά ζη τήματα γενικότερης σπουδαιότητας δεν υπάρχει πια ομοφωνία εκ μέ ρους των ερευνητών. Κατά συνέπεια, δεν προσπάθησα να επιβάλω ούτε τις δικές μου απόψεις ούτε μια κοινή γραμμή στα κείμενα που δημο σιεύονται σε αυτό τον τόμο. C. Μ.
Ο επιμελητής της έκδοσης Cyril Mango θα ήθελε να ευχαριστήσει ιδιαί τερα τη Marlia Mundell Mango για τον σχεδίασμά της εικονογράφησης αυτού του τόμου καθώς και τους επιστήμονες ή/τα ερευνητικά κέντρα για την υποστήριξή τους και τη βοήθειά τους στην αναζήτηση και τον εντοπισμό μεμονωμένων φωτογραφιών και σχεδίων: Μ. Αχειμάστου-Ποταμιάνου (Αθήνα) Ν. Pollard (Οξφόρδη) S. Assersohn (OUP, Οξφόρδη) J. Baity (Βρυξέλλες) L. Brubaker (Μπέρμιγχαμ) Μονή Αγ(ας Αικατερίνης, Σινά A. Ertug (Κωνσταντινούπολη) A. Guillou (Παρίσι) R. Hoyland (Οξφόρδη) C. Lightfoot (Νέα Τόρκη) J. McKenzie (Οξφόρδη) X. Πέννας (Αθήνα) Γ. Πετσόπουλος (Λονδίνο) Μ. Piccirillo (Μήδαβα) J. Raby (Οξφόρδη) L. Schachner (Οξφόρδη) I. Sevcenko (Κέμπριτζ, Μασσαχουσέ-τη) J. Shepard (Οξφόρδη) R. R. R. Smith (Οξφόρδη) Α.-Μ. Talbot, Βιβλιοθήκη και Συλλογή του Dumbarton Oaks (Ουάσινγκτον) Ν. Thierry (Etampes) S. Tipping (OUP, Οξφόρδη) L. Treadwell (Οξφόρδη) To Ευρετήριο της αγγλικής έκδοσης συνέταξε η Meg Davies.
Π ε ρ ιε χ ό μ ε ν α
Κατάλογος ειδικών κεφαλαίων 12 Κατάλογος έγχρωμων πινάκων 13 Κατάλογος χαρτών και σχεδίων 17 Συγγραφείς 19 Εισαγωγή 21 CYRI L MANGO 1. Η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία από τον Κωνσταντίνο έως τον Ηράκλειο (306-641) 43 P E T E R S ARRI S t 2. Η ζωή στην πόλη και στην ύπαιθρο 103 CLI VE FOSS 3. Νέα θρησκεία, παλαιός πολιτισμός 134 CYRI L MANGO 4. Η άνοδος του Ισλάμ 171 ROB E RT HOYLAND 5. Ο αγώνας για επιβίωση (641-780) 181 WARREN T RE ADGOL D 6. Εικονομαχία 212P ATRI CI A KAR L I N- H AY TER
7. Η Μεσαιωνική Αυτοκρατορία (780-1204) 232 PAUL MAGDALI NO
8. Η αναβίωση των γραμμάτων και των τεχνών 286 CYRI L MANGO
9. Διαδίδοντας τον Λόγο του Θεού: Οι βυζαντινές ιεραποστολές 314 J ONATHAN S HEP ARD
10. Ο διαμελισμός (1204-1453) 336 S T E P H E N W. R E I NE R T 11. Τα γράμματα και οι τέχνες την εποχή των Παλαιολόγων 380 IΗ Ο R S EVCENKO 12. Προς την κατεύθυνση ενός ελληνοφραγκικού πολιτισμού 392 E L I Z AB E T H J E F F R E Y S ΚΑΙ CYRI L MANGO Χρονολογώ 415 Επιλεγμένη βιβλιογραφία 423 Προέλευση εικόνων ' 431 Ευρετήριο 435 Όψεις της προσωπικότητας του Κωνσταντίνου 41 CYRI L MANGO Η κοινωνική θέση και τα σύμβολά της 90
MARLI A MUNDELL MANGO
Κωνσταντινούπολη 96
CYRI L MANGO
Το προσκύνημα των ιερών τόπων 165
MARLI A MUNDELL MANGO
Εικόνες 209
CYRI L MANGO
Εμπόριο 224
MARLI A MUNDELL MANGO
Μοναχισμός
MARLI A MUNDELL MANGO
Κ α τ ά λ ο γ ο ς έ γ χ ρ ω μ ω ν π ιν ά κ ω ν
Ψηφιδωτό πλαίσιο με φυτική σπείρα. Μεγάλο Παλάτι, Κωνστα ντινούπολη. 6ος αιώνας. 145 Cyril Mango Αυτοκρατορικό παλάτι Ραβέννας. Ναός Αγίου Απολλιναρίου του Νέου. 6ος αιώνας. 145 Scala, Φλωρεντία Εσωτερική άποψη του ναού του Αγίου Βιταλίου, Ραβέννα. 146 Dagli Orti / Αρχείο Τέχνης Ψηφιδωτό με την αυτοκράτειρα Θεοδώρα και την ακολουθία της, Άγιος Βιτάλιος, Ραβέννα. 147 Dagli Ortiy Αρχείο Τέχνης Εξωτερική άποψη του ναού της Αγίας Σοφίας, Κωνσταντινούπολη. 6ος αιώνας. 148F.H.C. Birch /Sonia Halliday Photographs
To θέατρο της Σίδης. 2ος αιώνας. 149
F.H.C. Birch /Sonia Halliday Photographs
Επιχρυσωμένος αργυρός δίσκος. 6ος αιώνας. 150 Dumbarton Oaks, Ουάσινγκτον Η Δεύτερη Οικουμενική Σύνοδος, Κωνσταντινούπολη, 381. Μικρογραφία. Περίπου 880 μ.Χ. 150 Ε θνική Β ιβλιοθή κη Γ α λ λία ς, cod. gr. 510 f. 355r Λουτρό της περιόδου των Ομμεϋαδών, Qusayr ‘Amra. Τοιχογραφία. Περίπου 715 μ.Χ. 151
Marlia Mundell Mango
Παλάτι της περιόδου των Ομμεϋαδών, Khirbet al-Mafjar κοντά στην Ιεριχώ. Ψηφιδωτό δάπεδο. Περίπου 743 μ.Χ. 151 Scala, Φλωρεντία
Το καθολικό της Μονής Λατόμου, Θεσσαλονίκη. Ψηφιδωτό, 6ος αιώνας. , 151 Cyril Mango Η κεφαλή του αρχαγγέλου Γαβριήλ, Αγία Σοφία, Κωνσταντινούπολη. 151 Cyril Mango Εσωτερική άποψη του Θόλου του Βράχου των Ομμεϋαδών, Ιερουσαλήμ. 691-2 μ.Χ. 152 Jean-Louis Nou/AKG Λονδίνο Εικόνα που απεικονίζει τον Θρίαμβο της Ορθοδοξίας. 15ος αιώνας. 289 © British Museum Λεπτομέρεια της Pala d’ Oro, Άγιος Μάρκος, Βενετία. 1105. 290 Scala, Φλωρεντία Ο Μανουήλ Κομνηνός με τη Μαρία της Αντιόχειας. Μικρογραφία. 291 © Biblioteca Apostolica Vaticana, MS gr. 1176
To όραμα του Ιεζεκιήλ. Μικρογραφία. Περίπου 880 μ.Χ. 292 Biblioteque rationale de France, MS gr. 510 f. 438v
Ο Μωυσής παραλαμβάνει τις Δέκα Εντολές. Μικρογραφία. 10ος
αιώνας.- 293
© Biblioteca Apostolica Vaticana, Cod. Reg. Gr. 1 f. 155v
Προτομές των μικρών προφητών. Μικρογραφία. 10ος αιώνας. 294 Biblioteca Nationale Universitaria, Τορίνο, MS Β.1.2 f. llv-12r/Index, Φλωρεντία Ελεφαντοστέϊνο τρίπτυχο σε ελεφαντοστούν που παριστάνει τη Δέηση. 10ος αιώνας. 295 Scala, Φλωρεντία Δισκοπότηρο από σαρδόνυχα και επιχρυσωμένο άργυρο. Άγιος Μάρκος, Βενετία, Ιος/ΙΟος αιώνας. 295 Scala, Φλωρεντία Η Πεντηκοστή. Ψηφιδωτό στον ναό του Οσίου Λουκά στη Φωκίδα. 11ος αιώνας. 296
Tony Gervis / Picture Library Robert Harding
Η Δέηση. Ψηφιδωτό, Αγία Σοφία, Κωνσταντινούπολη.
13ος αιώνας. 401
ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΕΓΧΡΩΜΩΝ ΠΙΝΑΚΩΝ Γ5 Μεταξωτό λάβαρο με τον αρχάγγελο Μιχαήλ. 402
Galleria Nazionale delle Marche, Ουρμπίνο, φωτ.: Soprintendenza P.S.A.D. delle Marche/ Index, Φλωρεντία
Η Κοίμηση της Θεοτόκου, ναός της Αγίας Τριάδας, Σοποτσάνη,
Σερβία. Περίπου 1265. 402
Scala, Φλωρεντία
Το κάστρο Rumeli Hisari, Βόσπορος, 1452. 403
Τ. Bognar / Art Directors &TRIP
To αρχικό γράμμα B από λατινικό ψαλτήριο. Περίπου 1235. 404 Biblioteca Riccardiana, Φλωρεντία, MS Rice 323c 14v, φωτ.: Donato Pineider
Η Σταύρωση. Εικόνα. 13ος αιώνας. 405
Μονή Αγίας Αικατερίνης, Σινά
Ο Δαβίδ παίζει άρπα. Μικρογραφία από ψαλτήριο. 10ος αιώνας. 406 Biblioteque nationale de France, MS gr. 139
Ο Δαβίδ παίζει άρπα. Μικρογραφία σε ψαλτήριο του 13ου αιώνα. © Biblioteca Apostolica Vaticana, Cod. Pal. Gr. 381b f. 1 v-1 lr
Τρίπτυχο της Pieta, που αποδίδεται στον Νικόλαο Τζαφούρη, Κρήτγ]. 1489-1500. Ashmolean Museum, Οξφόρδη Η Κοίμηση και η Ανάληψη της Θεοτόκου, του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου. Σύρος. Περίπου 1567. Κώστας Ξενικάκης 406 407 4 0 8
Χ Α Ρ Τ Ε Σ Η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, περίπου 390 60 Η εμπόλεμη ζώνη μεταξύ Βυζαντίου και Περσίας 69 Η αυτοκρατορία του Ιουστινιανού το 565 82 Προ-ισλαμική Αραβία 172 Η αυτοκρατορία το 780 182 Οι βόρειοι γείτονες της αυτοκρατορίας 241 Η αυτοκρατορία στα μέσα του 11ου αιώνα 242 Η αυτοκρατορία κατά τον 12ο αιώνα _ 254 1 Η αυτοκρατορία στο β' μισό του Μου αιώνα 356 Σ Χ Ε Δ Ι Α Πολεοδομικό σχέδιο Κωνσταντινουπόλεως 95 Πολεοδομικό σχέδιο Αντιόχειας 95 Πολεοδομικό σχέδιο Αλεξανδρείας 95 Δημόσια λουτρά στην Αλεξάνδρεια 108 Πολεοδομικό σχέδιο Εφέσου 111 Κάτοψη και αναπαράσταση του καταστήματος ενός βαφέα υφασμάτων στις Σάρδεις 117 Πολεοδομικό σχέδιο Σίδης 119 Πολεοδομικό σχέδιο Απάμειας 119 Πολεοδομικό σχέδιο Πρώτης Ιουστινιανής 124 Πολεοδομικό σχέδιο Dar Qita 127 Τοπογραφικό σχέδιο της Ιερουσαλήμ με τους κύριους σταθμούς των προσκυνηματικών ταξιδιών 165
ι 8 ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΧΑΡΤΩΝ ΚΑΙ ΕΙΚΟΝΩΝ Τοπογραφικά που εμφανίζουν τη συρρίκνωση ορισμένων πόλεων στην πάροδο του χρόνου 199 Τοπογραφικό σχέδιο Θεσσαλονίκης 200 Οι κύριοι τύποι αμφορέων που χρησιμοποιούνταν για τη μεταφορά προϊόντων στην ανατολική Μεσόγειο κατά τη ν' Υστερη Αρχαιότητα 225 Τύποι μεσαιωνικών αμφορέων για τη μεταφορά προϊόντων 225 Κάτοψη της Ροτόντας στην Πρεσθλάβα 237 Τοπογραφικό σχέδιο Αμορίου 268 Σχέδιο της Αγοράς της Κορίνθου 268 Τειχισμένες μονάδες του μοναστηριακού συγκροτήματος (λαύρας) των Κελλίων στην Αίγυπτο 282 Σχεδιαστική απόδοση της κοινοβιακής Μονής του Αγίου Μαρτυ ρίου 282 Κάτοψη της Μονής του Οσίου Μελετίου στον Κιθαιρώνα 283 Αναπαράσταση της εξωτερικής ανατολικής πλευράς και κάτοψη της Αγίας Σοφίας Κιέβου 3 3 3
Μασσαχουσέτης στη Βοστώνη και συγγραφέας των έργων B yzantine a n d Turkish Sardis (1976)' E phesus a fter A ntiquity (1979).
O R O B E R T HOYL AND είναι υπότροφος του Leverhulme Research
Fellowship, μέλος του Ινστιτούτου Ανατολικών Σπουδών του Πανεπιστη μίου της Οξφόρδης και συγγραφέας των έργων S eein g Islam as Others Saw It (1997) ' Arabia a n d th e Arabs fr o m th e Bronze A ge to th e C om in g o f Islam (2001).
H E L I Z A B E T H J E F F R E Y S είναι καθηγήτρια της Βυζαντινής και Νέας Ελληνικής Γλώσσας και Λογοτεχνίας στην έδρα Bywater και Sotheby στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης και μέλος του κολλεγίου Exeter. Έχει συνεργαστεί στη συγγραφή των έργων S tudies in J o h n M alalas (1990)’ The War o f T roy (1996)’ D igenis Akritis (1998).
H P AT R I C I A Ka r l i n- H A Y T E R έχει διδάξει στα Πανεπιστήμια του Μπέρμπιγχαμ και του Μπέλφαστ και είναι συγγραφέας των έργων
Vila E uthym ii P a tria rch a e C onstantinopolitani (1970)’ S tudies in B yzan tin e P o litica l H istory (1981).
O P AUL MAGDAL I NO είναι καθηγητής Βυζαντινής Ιστορίας στο
Πανεπιστήμιο του St Andrews και συγγραφέας των έργων The Empire o f M anuel I K om n en os (1993)' C onstantinople m ed ieva le (1996).
0 C Y R I L Ma n g o είναι ομότιμος καθηγητής της έδρας Bywater και
Sotheby στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης και συγγραφέας των έργων
B yzantium : The E mpire o f New R om e (1980)' Le D eveloppem ent urbain d e C onstantinople, TVe-Vlle siecles (1985)' (σε συνεργασία με τον R. Scott),
The C hron icle o f T heophanes C onfessor (1997).
H MA R L I A M U N D E L L - M A N G O είναι λέκτορας της Βυζαντινής Αρχαιολογίας και Τέχνης στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, μέλος του κολεγίου St John’s και συγγραφέας των έργων S ilver fr o m E arly Β
γζαη-Σ Υ Γ Γ Ρ Α Φ Ε Ιγζαη-Σ
tium : The K aper K oraon a n d R ela ted T reasures (1986)’ (σε συνεργασία με την A. Bennett), The Sevso Treasure. P art I (1994).
O S T E P H E N W. R E I N E R T είναι αναπληρωτής καθηγητής Βυζαντι νών και Πρώιμων Τουρκικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Rutgers, συγγραφέας πολυάριθμων άρθρων και κύριος επιμελητής έκδοσης του έργου To H ellenikon: S tudies in H onor o f Speros Vryonis, Jr. (1993). 0 P E T E R S A R R I S είναι λέκτορας Μεσαιωνικής Ιστορίας στο Πανε πιστήμιο του Κέμπριτζ, μέλος του κολλεγίου Trinity και συγγραφέας του έργου E con om y a n d S o ciety in th e Age o f Ju stin ia n : The Oxford H istory o f M edieval E urope, 500-700 (ετοιμάζεται).
v
O l H O R S E VC E NKO είναι ομότιμος καθηγητής Βυζαντινής Ιστορίας
στο Πανεπιστήμιο Harvard (Dumbarton Oaks) και συγγραφέας των έργων La Vie in tellectu elle et p o litiq u e a B yz an ce sou s les p rem iers P a leo-
lo g u es (1962)' B yzantium a n d th e Slavs in L etters a n d C ulture (1991).
O J O N A T H A N S H E P A R D ήταν λέκτορας Ρωσικής Ιστορίας στο Πα
νεπιστήμιο του Κέμπριτζ, συνεκδότης του έργου B yzantine D iplom acy
(1992) και συγγραφέας (σε συνεργασία με τον S. Franklin) του έργου The
E m ergen ce o fR u s, 750-1200 (1996).
Ο W A R R E N T R E A D G O L D είναι καθηγητής Ιστορίας της Ύστερης Αρχαιότητας και του Βυζαντίου στο Πανεπιστήμιο Saint Louis και συγγραφέας των έργων B yzantium a n d its Army (1995)’ A H istory o f th e B yzantine S tate a n d S o ciety (1997).
C Y R I L M A N G O Βυζάντιον, λατινιστί Byzantium, ήταν η ονομασία μιας ελληνικής αποι κίας στο στόμιο του θρακικού Βοσπόρου, σε μια θέση εξαιρετικής φυσι κής ομορφιάς και σπουδαίας στρατηγικής σημασίας. Περίπου μία χιλιε τία μετά την ίδρυσή του, ο Μέγας Κωνσταντίνος επέλεξε το Βυζάντιο ως την αυτοκρατορική του έδρα (324 μ.Χ.) και το μετονόμασε σε C onstan- tin opolis n ova (ή altera ) R om a. Μια ενέργεια αυτού του είδους δεν ήταν ασυνήθιστη για την εποχή: ο μέγας προκάτοχος του Κωνσταντίνου, ο Διοκλητιανός (284-305), είχε ήδη εγκαταστήσει την έδρα του στη Νικο μήδεια (σημερινό Izmit) και είχε προσπαθήσει «να την κάνει αντάξια της Ρώμης». Αλλά ενώ η Νικομήδεια και ορισμένες άλλες εφήμερες πρω τεύουσες έχασαν σύντομα το κύρος τους, η Κωνσταντινούπολη αποδεί χθηκε μακροπρόθεσμα επιτυχής επιλογή και παρέμεινε «η Βασιλεύουσα Πόλη» για τους επόμενους 11, ή μάλλον 16 αιώνες, εάν συνυπολογίσουμε και τους πέντε αιώνες υπό τους Οθωμανούς σουλτάνους. Από ιστορική άποψη, η εμπνευσμένη ενέργεια του Κωνσταντίνου ε- ξελήφθη ως κάτι που στην πραγματικότητα δεν ήταν, δηλαδή ως trans- latio imperii, ένα νέο ξεκίνημα σε νέο χώρο υπό την αιγίδα μιας νέας θρησκείας —μια. ανανέωση, ωστόσο, που δεν προκάλεσε καμία ρήξη με το παρελθόν. Η Νέα Ρώμη εμπεριείχε την Παλαιά. Υπήρχαν εξάλλου φήμες ότι ο Μέγας Κωνσταντίνος μετέφερε το Παλλάδιο της Τροίας κρυφά από τη Ρώμη και το έθαψε κάτω από τον επιβλητικό κίονα από πορφυρίτη λίθο τον οποίο ανήγειρε στην Κωνσταντινούπολη, και ο οποίος παρά τις διάφορες περιπέτειές του ανά τους αιώνες, στέκεται ακόμα στη θέση του. Η Ανθούσα, η μυστηριακή θεά Τύχη στην οποία ήταν αφιε- ρωμένη η Κωνσταντινούπολη, ήταν αντίγραφο της θεάς Flora στην οποία ήταν αφιερωμένη η Ρώμη. Οι διάδοχοί του Κωνσταντίνου συνέχισαν να θεωρούν τους εαυτούς τους ως τους νόμιμους αυτοκράτορες της Ρώμης, ακριβώς όπως και οι υπήκοοί τους συνέχισαν να αυτοαποκαλούνται «Ρωμαίοι», ακόμη και όταν είχαν προ πολλού πάψει να χρησιμοποιούν τη λατινική γλώσσα. Ποτέ δεν προσπάθησαν να οικειοποιηθούν κάποια άλλη καταγωγή. Για
CYRIL MANGO να χρησιμοποιήσω ένα τυχαίο παράδειγμα, τον 11ο αιώνα, ο πολυμαθής Μιχαήλ Ψελλός, όταν του ζητήθηκε να εκπονήσει ένα βασικό εγχειρίδιο ιστορίας για τη διδασκαλία του μαθητή του, του αυτοκράτορα Μιχαήλ Η', άρχισε την αφήγησή του με τον Ρωμύλο και τον Ρέμο, περιήλθε βιαστικά τους βασιλείς και υπάτους, και στη συνέχεια περιέγραψε με περισσότε ρες λεπτομέρειες τη διαδοχή των αυτοκρατόρων από τον Ιούλιο Καίσαρα, ιδρυτή της μοναρχίας, μέχρι τον Βασίλειο Β' και τον Κωνσταντίνο Η7. Ο Αύγουστος, περισσότερο και από τον Κωνσταντίνο, ήταν το πρόσωπο- κλειδί, καθώς η βασιλεία του συνέπεσε με την ενσάρκωση του Χριστού, το κεντρικό συμβάν της παγκόσμιας ιστορίας. Ο χριστιανισμός και η ρωμαϊκή μοναρχία είχαν ουσιαστικά την ίδια ημερομηνία γέννησης. Η διεκδίκηση της ρωμαϊκότητας άρχισε να φθίνει μόνο κατά την εποχή των σταυροφοριών, όταν η Ανατολική Αυτοκρατορία >$αι η Δύση αναγκάστηκαν να έρθουν σε μια σταδιακά αυξανόμενη, αν και άμοιρη αισθημάτων επαφή. Για τους Δυτικούς το βασίλειο της Κωνσταντινου πόλεως ήταν όχι μόνο ξεκάθαρα ελληνικό, αλλά και σχισματικό. Από την άλλη πλευρά, ορισμένοι Έλληνες διανοούμενοι αντέδρασαν οικειο- ποιούμενοι τη δόξα της αρχαίας Ελλάδας (βλ. κεφάλαιο 11). Θα ήταν, ωστόσο, λάθος να πούμε ότι το ζήτημα της «εθνικής ταυτότητας» ήταν από τα πιο σημαντικά της εποχής. Το μέγα θέμα, για το οποίο χύθηκαν ωκεανοί από μελάνι, ήταν αυτό της θρησκείας —η υπακοή στον Πάπα, η εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος, το Καθαρτήριο, η αγαμία των κληρι κών, ο ένζυμος ή άζυμος άρτος της Θείας Ευχαριστίας. Αυτά ήταν τα ζητήματα που χώριζαν τους Έλληνες από τους Λατίνους. Εάν ήταν δυ νατόν να επιλυθούν, τότε η χριστιανοσύνη θα ενωνόταν ξανά με μια νέα ρωμαϊκή ταυτότητα υπό τον Πάπα.
Στα μέσα του 14ου αιώνα, ο Sir John Mandeville μπορούσε ακόμα να κάνει λόγο για ((τον αυτοκράτορα της Ελλάδας», αλλά ένας χαρακτηρι σμός αυτού του είδους δεν άρμοζε πλέον στο λόγιο περιβάλλον της Ανα γέννησης. Ο όρος «Ελλάδα» δήλωνε τότε την αρχαία Ελλάδα ή απλώς τα εδάφη της που κατείχαν πλέον οι Τούρκοι. Το βασίλειο της Κωνσταντι νουπόλεως, το οποίο είχε πάψει να υφίσταται από το 1453, χρειαζόταν ένα ιδιαίτερο όνομα και έτσι προέκυψε το επίθετο byzantinus. Ήταν λιγότερο βαρύγδουπο από το consta n tin op olita n u s και είχε έναν ευχάριστο ((κλα σικό» τόνο. Τώρα γινόταν λόγος για scn p to res byzantini, h istoria byzanti- na, im periu m byzantinum , αν και η πιο πρώιμη εκτεταμένη ((βυζαντινή» ιστορία, με συγγραφέα κάποιον ονόματι Louis Cousin (1672-4), έφερε τον τίτλο H istoire d e C onstantinople. Το πρώτο αγγλικό βιβλίο που χρησιμο ποίησε τη λέξη ((Byzantine» στον τίτλο του ήταν, εάν δεν απατώμαι, το έργο του George Finlay, H istory o f th e B yzantine E mpire fr o m 716 to 1057
όχι της πόλης, άρχισε να χρησιμοποιείται συχνότερα στα αγγλικά μόνο κατα τον 20ό αιώνα, παρότι στα γαλλικά, στα γερμανικά και στα ρωσικά ο όρος, με αυτήν ακριβώς την έννοια, είχε χρησιμοποιηθεί νωρίτερα. Το «Βυζάντιο», λοιπόν, είναι ένας εξυπηρετικός όρος, εφ’ όσον δεν προκαλεί δυσκολίες. Σε κάθε εύλογο προσδιορισμό της έννοιας, το Βυ ζάντιο θα πρέπει να θεωρηθεί ως η άμεση συνέχεια· της Ρωμαϊκής Αυ τοκρατορίας στο ανατολικό ήμισυ της λεκάνης της Μεσογείου, δηλαδή στο τμήμα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας που ήταν ελληνιστικό σε ό,τι αφορά στον πολιτισμό και τη γλώσσα. Το Βυζάντιο ήταν μια συνέχεια χωρίς σημείο εκκίνησης, παρά ταύτα μερικές συμβολικές χρονολογίες έχουν προταθεί ως ορόσημα των ακαθόριστων γενεθλίων του: η άνοδος του Διοκλητιανού (284 μ.Χ.), η ίδρυση της Κωνσταντινουπόλεως (324) ή τα επίσημα εγκαίνιά της (330), η υιοθέτηση του χριστιανισμού ως επ ί σημης —αν και όχι αποκλειστικής·— θρησκείας της αυτοκρατορίας (385), η διαίρεση της αυτοκρατορίας σε δύο διοικητικώς ανεξάρτητα τμήματα, το ανατολικό και το δυτικό (395), η κατάργηση του δυτικού μισού της αυτοκρατορίας (476), ακόμα και η ανάρρηση του Λέοντος Γ ' (716), ενός αυτοκράτορα που μνημονεύεται και στον τόμο The Cambridge Medieval
History. Αντιρρήσεις, λιγότερο ή περισσότερο πειστικές, έχουν διατυπω θεί για όλες αυτές τις ημερομηνίες. Αυτό, ωστόσο, δεν δίνει λύση σε ένα s πρόβλημα που μάλλον έχει περισσότερη σχέση με το συναίσθημα παρά με το είδος των «αντικειμενικών» κριτηρίων που πρέπει να διέπουν την κατάτμηση της ιστορικής έρευνας σε περιόδους. Για εμάς, η Ρώμη, η πηγή του πολιτισμού μας, ανήκει εξ ορισμού στον κλασικό κόσμο. Επι κοινωνούμε με το πνεύμα της Ρώμης καθώς αντικρίζουμε τα ανάγλυφα του Βωμού της Ειρήνης (Ara Pacis), τα ανάγλυφα του κίονα του Τραϊανού ή το έφιππο άγαλμα του Μάρκου Αυρηλίου. Όταν όμως παρατηρούμε το περίφημο ψηφιδωτό που απεικονίζει τον Ιουστινιανό στο ναό του Αγίου Βιταλίου της Ραβέννας, νιώθουμε ότι βρισκόμαστε σε ένα διαφορετικό κόσμο. Δεν πρόκειται πια για τη φυσιοκρατική απόδοση μιας τελετουρ γικής πράξης (την προσφορά ενός δίσκου), αλλά για μια εικόνα. Ο Ιου στινιανός φέρει φωτοστέφανο. Ο ίδιος, καθώς και όλα τα μέλη της ακο λουθίας του, μας κοιτούν μετωπικά μπροστά από χρυσό βάθος.. Δεν αντι λαμβανόμαστε αμέσως ότι ο στόχος του καλλιτέχνη ήταν να αποδώσει μια πομπή που κινείται προς τα δεξιά και γ ι’ αυτό το λόγο οι μορφές, αν και μετωπικές, φαίνεται σαν να πατούν η μία στα πόδια της άλλης. Ο Ιουστινιανός στον Αγιο Βιτάλιο μας φαίνεται απολύτως Βυζαντινός· ο πραγματικός Ιουστινιανός όμως, ένας γηγενής λατινόφωνος που κατέ- κτησε την Ιταλία και τη Βόρεια Αφρική και κωδικοποίησε τον ρωμαϊκό νόμο, θεωρούσε τον εαυτό του ως Ρωμαίο αυτοκράτορα με όλη τη σημα σία της λέξης, και έτσι ακριβώς τον είδαν και οι επόμενες γενεές. I
I
•JΟ α ν το κ ρ ά τω ρ Α ύγουστος, το ν ο π ο ίο ο ι Β υ ζ α ν τ ιν ο ί θ εω ρού σα ν ω ς τον ιδ ρ υ τή της μ ο ν α ρ χ ία ς τους, κ α τ ά τ η δ ιά ρ κ ε ια μ ια ς ιε ρ ο τ ε λ ε σ τ ία ς . Α νάγλυφο α π ό το ν Β ω μ ό της Ε ιρήνης (Ara P a d s), Ρ ώ μ η , έτο ς 9 π.Χ. Πού ακριβώς τοποθετούμε λοιπόν τη διαχωριστική γραμμή; Εάν εγκαταλείψουμε την άκαρπη αναζήτηση ενός συγκεκριμένου χρονικού σημείου κατά το οποίο η Ρώμη μετατράπηκε σε Βυζάντιο και αναζητή σουμε μια ευρύτερη περίοδο ή περιόδους κατά τις οποίες σημειώθηκαν σημαντικές αλλαγές, τότε δύο τέτοιες «διαχωριστικές ζώνες» έρχονται στο προσκήνιο. Η πρώτη μπορεί να τοποθετηθεί στον 4ο αιώνα, η δεύ τερη μεταξύ των ετών 575 και 650. Καθεμία είχε διαφορετικό χαρακτή ρα. Η πρώτη τομή ήταν περισσότερο πολιτιστική παρά πολιτική και σχετιζόταν με την υιοθέτηση του χριστιανισμού ως επίσημης ιδεολογίας του κράτους. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι και άλλες πολύ ουσιαστικές αλλαγές δεν έλαβαν χώρα περίπου το ίδιο χρονικό διάστημα: μια γενική ανασυγκρότηση του κρατικού μηχανισμού —διοικητικού, στρατιωτικού και δημοσιονομικού (ήδη κατά την περίοδο του Διοκλητιανού), η αύξηση της κεντρικής γραφειοκρατίας, η μετακίνηση της κύριας αυτοκρατορι- κής κατοικίας στην Κωνσταντινούπολη, η εμφάνιση μιας νέας ανώτερης τάξης που βασιζόταν στις αυτοκρατορικές υπηρεσίες. Ωστόσο, μετά από μια συνολική επισκόπηση, αυτό που ξεχωρίζει δεν είναι ο πολλαπλα σιασμός των επαρχιακών διοικητικών μονάδων ή η πραγματοποίηση της φορολογικής απογραφής ή η νομισματική μεταρρύθμιση, αλλά, κυρίως, η επιβολή της νέας ιδεολογίας σε όλους τους υπηκόους της αυτοκρατορίας και η καταστολή των αποστατών. Η δεύτερη τομή ήταν πιο απτή και επώδυνη. Σηματοδοτήθηκε όχι μόνο από τεράστιες εδαφικές απώλειες, τόσο στα Βαλκάνια όσο και στην
Εγγύς Ανατολή, αλλά και, από την κατάρρευση του αστικού τρόπου ζωής, που αποτελούσε το κύριο γνώρισμα της αρχαιότητας (βλ. Κεφάλαιο 2). Πολλές πόλεις εξαφανίστηκαν από τον χάρτη' άλλες συρρικνώθηκαν σε μια οχυρωμένη ακρόπολη ή μετακινήθηκαν σε παρακείμενους λόφους. Οι εκλεκτοί, που μέχρι τότε ήταν οι στυλοβάτες της επαρχιακής διοίκησης και των γραμμάτων, έπαψαν να έχουν ενεργό δράση. Ο τρόπος ζωής προσέλαβε χαρακτήρα αγροτικό και στρατιωτικό. Μεταξύ αυτών των δύο «διαχωριστικών ζωνών» που υποδείξαμε το ποθετείται η περίοδος την οποία έχουμε μάθει να αποκαλούμε Ύστερη Αρχαιότητα. Ο ιδιαίτερος χαρακτήρας της έγινε αντιληπτός μόλις τα τελευταία 50 χρόνια, όπως μαρτυρούν τα προγράμματα σπουδών σε πολλά πανεπιστήμια, αλλά και το πλήθος των σχετικών ακαδημαϊκών συγγραμμάτων που εκδόθηκαν σε αυτό το διάστημα. Είναι αλήθεια ότι τα ίδια τα χρονολογικά όρια της Ύστερης Αρχαιότητας είναι κάπως θολά: ορισμένοι ερευνητές τοποθετούν την έναρξή της περί το 200 μ.Χ., άλλοι την επεκτείνουν μέχρι το έτος 1000. Συνήθως όμως περιορίζεται στα έτη 284-602 μ.Χ., όπως συμβαίνει στο μνημειώδες έργο του Α.Η.Μ.
Jones με τίτλο Later Roman Empire, ή στα έτη 284-641 μ.Χ., όπως περιγράφεται στο εξίσου σημαντικό έργο με τίτλο Prosopography of
the Later Roman Empire.
Ως δ ιά δ ο χ ο ς το υ Α ύγουστον, ο Ι ο υ σ τ ιν ια ν ό ς π ρ ο σφ έρ ει έναν δ ίσ κ ο σ τ ο ν ναό το υ Α γίου Β ιτ α λ ίο υ σ τ η Ρ α β έννα . Σ τ έ κ ε τ α ι π ίσ ω α π ό το ν ε π ίσ κ ο π ο Μ α ξ ιμ ια ν ό κ α ι δυο δ ια κ ό νο υ ς π ο υ π ρ ο π ο ρ εύ ο ντα ι. Η τ α υ τ ό τ η τ α τ ω ν υ π ό λ ο ιπ ω ν εικ ο ν ιζο μ έ ν ω ν έχει π ρ ο κ α λ έ σ ε ι π ο λ λ ές σ υ ζη τ ή σ ε ις . Ο γενειοφ ό ρος άνδρας σ τ α α ρ ισ τ ε ρ ά τ ο ν Ι ο υ σ τ ιν ια ν ό ν ίσ ω ς να ε ίν α ι ο σ τ ρ α τ η γ ό ς Β ε λ ισ α ά ρ ιο ς . Ψ ηφ ιδω τό, π ε ρ ίπ ο υ 545 μ.Χ.
ψΜψ
ills
Χβ’ 1
(Wf
wee 11: / ρϊψ
I
■ ··.
γ ._·- '1
m k
| |
M i ®
CYRIL MANGO Η Ύστερη Αρχαιότητα αγκαλιάζει ολόκληρο τον ρωμαϊκό κόσμο, λατινικό και ελληνικό. Περιλαμβάνει τη Ρώμη, το Μιλάνο, τους Τρεβή- ρους, τη Ραβέννα, την Καρχηδόνα, αλλά και την Κωνσταντινούπολη, την Αντιόχεια, την Αλεξάνδρεια και την Έφεσο. Εκπροσωπείται τόσο, από τον άγιο Αυγουστίνο όσο και από τον Γρηγόριο τον Ναζιανζηνό, από τον Αμβρόσιο όσο και από τον άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο, από τον Αμ- μιανό όσο και από τον Προκόπιο. Αν εξαιρέσει κανείς τη γλωσσική ανομοιομορφία, το πολιτιστικό περιβάλλον της Ύστερης Αρχαιότητας ήταν σχετικά ομοιογενές. Είναι αλήθεια ότι το γλωσσικό σχίσμα στους κόλπους της αριστοκρατίας ήταν κάπως βαθύτερο απ’ ό,τι στις μέρες του Κικέρωνα (ο Αυγουστίνος γνώριζε λίγα ελληνικά, ενώ στην Ανατολή ελάχιστοι ήταν εκείνοι που σταμάτησαν να μαθαίνουν έστω και κάποια στοιχειώδη λατινικά), αλλά ένα ποσοστό πολιτιστικής επικοινωνίας δια τηρήθηκε, η εκπαίδευση της αριστοκρατίας βασίστηκε στις ίδιες αρχές και μεταφράσεις γίνονταν και στις δύο γλώσσες. Ο Αμμιανός, Έλληνας στην καταγωγή, επέλεξε να συγγράψει στα λατινικά. Στο Ανατολικό Ρωμαϊκό Κράτος, η γνώση της λατινικής ήταν απαραίτητη προϋπόθεση για την παρακολούθηση νομικών σπουδών και την ανάληψη υπηρεσίας σε ορισμένους τομείς της κεντρικής διοίκησης μέχρι και το δεύτερο μισό του 6ου αιώνα. Το πιο έγκυρο εγχειρίδιο λατινικής γραμματικής, το έργο In stitu tion 's του Πρισκιανού, γράφτηκε στην Κωνσταντινούπολη, όπως επίσης ο Θεοδοσιανός και ο Ιουστινιάνειος Κώδικας. Η Ύστερη Αρχαιότητα προσέφερε το πολιτιστικό υπόβαθρο πάνω στο οποίο αναπτύχθηκαν τόσο η Μεσαιωνική Δύση όσο και η Μεσαιωνική Ανατολή. Το ερώτημα που προκύπτει είναι γιατί οι δύο κόσμοι ακολού θησαν στη συνέχεια εντελώς διαφορετικές πορείες ή, με άλλα λόγια, γιατί το Βυζάντιο, το οποίο αποτελούσε αναμφισβήτητα μέρος της Ευ ρώπης, παρεξέκλινε από αυτό που, σωστά ή όχι, θεωρούμε ως την κεντρι κή οδό της ευρωπαϊκής προόδου. Τούτο δεν είναι ένα ερώτημα που θα απασχολήσει άμεσα το συγκεκριμένο βιβλίο, αλλά ο προβληματισμένος αναγνώστης θα επιθυμούσε μάλλον να το έχει κατά νου. Η χρονική στιγμή του τέλους του Βυζαντίου έχει προκαλέσει πολύ λιγότερες συζητήσεις, αφού αυτή τοποθετείται ομόφωνα στην 29η Μα'ίου 1453, ημέρα Τρίτη. Η αυλαία πέφτει καθώς οι Γενίτσαροι περνούν μέ σα από το χάλασμα των χιλιόχρονων Θεοδοσιανών τειχών και ένα υ περφυσικό φως ανεβαίνει από τον τρούλο της Αγίας Σοφίας προς τον ουρανό. Εάν θεωρήσουμε το Βυζάντιο ως κράτος, δηλαδή ως ανεξάρτη τη πολιτική οντότητα, τότε το έτος 1453 αποτελεί πράγματι το αναγκα στικό και δραματικό τέλος. Εάν όμως ακολουθήσουμε την άποψη του Arnold Toynbee και ορίσουμε το Βυζάντιο περισσότερο ως πολιτισμό παρά ως κράτος, η ιστορία δεν τελειώνει σε αυτή τη χρονική στιγμή.
Διευρύνεται γεωγραφικά για να αγκαλιάσει όλες τις ορθόδοξες χώρες — Ρωσία, Ρουμανία, Βουλγαρία, Σερβία, καθώς και τον υπόδουλο ελλη νισμό— και εκτείνεται χρονικά, εάν όχι μέχρι σήμερα, τουλάχιστον μέχρι το 1800, όταν η εξάπλωση του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού και του ευρωπαϊκής εμπνεύσεως εθνικισμού υπονόμευσαν οριστικά αυτό που ακόμα αναγνωριζόταν ως βυζαντινός τρόπος ζωής. Απομένει να γραφτεί μια ιστορία για το Β υ ζά ντιο μ ε τ ά το Β υ ζά ντιο (B yzance apres B yzance),
για να παραπέμψουμε στον τίτλο του γνωστού έργου του Nicolae Iorga (1935), που θα λάβει υπόψη της όλες τις πολυσύνθετες τοπικές ιδιαιτε ρότητες. Είμαστε σε θέση να εξιστορήσουμε τα όσα συνέβησαν στο Βυζάντιο, επειδή υπήρχε μια (λιγότερο ή περισσότερο) συνεχής βυζαντινή ιστοριο γραφική παράδοση, διατυπωμένη σε πολύ γενικές γραμμές για ορισμένες περιόδους ή με περισσότερες λεπτομέρειες για άλλες. Το είδος αυτής της ιστοριογραφίας και ο βαθμός στον οποίο διασώθηκε καθορίζουν την έκτα ση των γνώσεών μας. Σε ό,τι αφορά το είδος της, μπορεί να χωριστεί σε τρεις κατηγορίες: στην κλασικίζουσα ιστοριογραφία (που σε τελευταία ανάλυση βασίστηκε σε πρότυπα όπως ο Θουκυδίδης και ο Πολύβιος), στη χρονογραφία και στην εκκλησιαστική ιστορία. Η «ιστορία» είχε ως κύριο στόχο να εκθέσει με τρόπο λογικό και ξεκάθαρο όλα εκείνα τα γεγονότα τα οποία ο συγγραφέας είχε (κατά προτίμηση) βιώσει προσωπικά: συ νεπώς η διήγηση περιοριζόταν σε ένα σχετικά σύντομο χρονικό πλαίσιο. Η χρονογραφία, που είχε ένα ευρύτερο αναγνωστικό κοινό, έτεινε προς το άλλο άκρο: γραμμένη στο καθημερινό γλωσσικό ιδίωμα, είχε σκοπό να εξιστορήσει όλα όσα είχαν συμβεί από τη δημιουργία του κόσμου μέχρι την εποχή του συγγραφέα. Οι αναφορές της στα γεγονότα ήταν οργανω μένες χρονολογικά, συνήθως σύντομες, και δεν παρουσίαζαν τα γεγονότα σε αιτιώδη συνάφεια. Η χρονογραφία αντιμετωπιζόταν κυρίως ως ηθι κοπλαστικό παρά ως λογοτεχνικό έργο, γεγονός που σημαίνει ότι στα διακά εμπλουτιζόταν και επανακυκλοφορούσε, ενώ οι παλαιότερες εκδο χές της συχνά παραμερίζονταν. Η εκκλησιαστική ιστορία, που ως είδος εμφανίστηκε το 300 μ.Χ. με τον Ευσέβιο Καισαρείας, επικεντρωνόταν σε ζητήματα διαδοχής επισκόπων και ιδιαίτερα σε δογματικές διαμάχες, συμπεριλαμβάνοντας όμως και κάποια κοσμικά γεγονότα. Είχε το μο ναδικό χαρακτηριστικό να περιλαμβάνει αποσπάσματα από πρωτότυπα επίσημα κείμενα γεγονός που την καθιστούσε το πιο λόγιο ανάμεσα στα προσφερόμενα είδη ιστοριογραφίας. Δυστυχώς, η εκκλησιαστική ιστορία σε ελληνική γλώσσα σταμάτησε να γράφεται περί το 600 μ.Χ. Στον βυζαντινό κόσμο δεν υπήρξαν παρά ελάχιστα τοπικά ή μοναστικά χρονι κά, σαν εκείνα που ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένα στη Δύση.
CYRIL MANGO Τα χίλια χρόνια του Βυζαντίου καλύπτονται άνισα στη σωζόμενη ιστοριογραφία. Ορισμένες περίοδοι, όπως η σύντομη βασιλεία του Ιου- λιανού (361-363) ή η πιο μακροχρόνια του Ιουστινιανού (527-565), φω τί ζονται επαρκώς· άλλες παραμένουν σκοτεινές. Κατά περίεργο τρόπο, ο 4ος και ο 5ος αιώνας, συμπεριλαμβανομένης και της βασιλείας του Κωνσταντίνου, παρουσιάζονται πολύ φτωχά σε όλες τις σωζόμενες α φηγηματικές πηγές, εκτός των εκκλησιαστικών ιστοριών. Ο 7ος και ο 8ος αιώνας είναι ως γνωστόν ιδιαίτερα σκοτεινοί, αλλά ακόμη και ο 9ος αιώνας, —εποχή που η αυτοκρατορία άρχιζε να αναρρώνει από τις κα- κοτυχίες της— εξιστορείται σε κείμενα που συντάχθηκαν 100 χρόνια μετά τα διαδραματιζόμενα γεγονότα. Τα ιστορικά στοιχεία πληθαίνουν μετά τα μέσα του 10ου αιώνα περίπου και είναι άφθονα την εποχή των Παλαιολόγων, μία από τις λιγότερο σπουδαίες περιόδους της βυζαντινής ιστορίας. Εκτός από την άνιση πραγμάτευση, οι αφηγηματικές πηγές περιέ χουν συχνά αρκετές παραποιήσεις εξαιτίας τόσο των θεολογικών όσο και των δυναστικών σκοπιμοτήτων. Οι αιρετικοί αυτοκράτορες συνήθως δυσφημούνται, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις του μονοθελήτη Κών- σταντος Β (641-668) και των εικονομάχων αυτοκρατόρων, παρόλο που αυτοί αγωνίστηκαν γενναία και με επιτυχία για τη διατήρηση της αυ τοκρατορίας, ενώ η λιγότερο αξιόλογη βασιλεία της Ειρήνης (780-802) παρουσιάζεται με λαμπρά χρώματα, επειδή η αυτοκράτειρα πρωτοστά τησε στην παλινόρθωση της ορθοδοξίας. 0 Νικηφόρος Α' (802-811), ένας πανέξυπνος μεταρρυθμιστής, αμαυρώνεται επειδή ανέτρεψε την Ειρήνη. Ο Μιχαήλ Γ' (842-867), ειδικότερα, μεταμορφώνεται σε άλλον Νέρωνα, μέθυσο και ακόλαστο, για να δικαιολογηθεί η δολοφονία του από τον Βασίλειο Α', ιδρυτή της μακρόβιας «μακεδονικής» δυναστείας. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις η διαστρέβλωση είναι τόσο εκτεταμένη, ώστε πιθανότατα δεν θα μάθουμε ποτέ τα πραγματικά γεγονότα. Όλα τα είδη της βυζαντινής ιστοριογραφίας δείχνουν ιδιαίτερο ενδια φέρον για τις πράξεις των αυτοκρατόρων και των στασιαστών, τη διε ξαγωγή των πολέμων, το παρασκήνιο της Αυλής και τις διχόνοιες ανά μεσα στους επισκόπους. Αναπόφευκτα, όλα αυτά αποτελούν το υλικό της βυζαντινής ιστορίας όπως αυτή γράφεται σήμερα. Φυσικά, υπάρχουν και άλλες πηγές που προσφέρουν ορισμένες περιστασιακές πληροφορίες, όπως τα αυτοκρατορικά διατάγματα, οι Βίοι αγίων (ένα ιδιαίτερα γόνι μο, αν και τυποποιημένο και συχνά ψευδολόγο λογοτεχνικό είδος), η επιστολογραφία, οι αποφάσεις των συνόδων, τα αντιρρητικά συγγράμ ματα, οι δημόσιες αγορεύσεις, η ποίηση και, βέβαια, η ιστοριογραφία σε μη ελληνική γλώσσα —στη λατινική, την αραβική, τη συριακή, την αρμενική. Ακόμη όμως και αφού λάβουμε υπόψη όλο αυτό το ετερόκλητο
υλικό, στο προσκήνιο εξακολουθεί να παραμένει η ιστορία των αυτοκρα- τόρων, των δολοπλοκιών και των μαχών. Αυτό το είδος της αφήγησης συγκινεί αρκετούς αναγνώστες ακόμα, αλλά οι περισσότεροι επαγγελ- ματιες ιστορικοί, όποια και αν είναι τα ιδιαίτερα ενδιαφέροντα τους, θα προτιμούσαν μια διαφορετική αφήγηση που θα αποκάλυπτε τους κρυμ μένους μηχανισμούς —οικονομικούς, κοινωνικούς και δημογραφικούς— οι οποίοι υποκίνησαν τη γεγονοτολογική ιστορία (h istoire even em en tielle),
τη μόνη που γίνεται αντιληπτή. Από το να ερευνήσει κανείς εάν ο Μιχαήλ Γ' ήταν μέθυσος ή όχι, περισσότερο διδακτικό θα ήταν να εξηγήσει τους παράγοντες που καθόρισαν την αναγέννηση της αυτοκρατορίας τον 9ο αιώνα. Εάν από αυτήν την άποψη η βυζαντινή ιστοριογραφία φαίνεται ως ο πιο οπισθοδρομικός τομέας των μεσαιωνικών σπουδών, το λάθος δεν έγκειται στους θεράποντές της. Η λεπτομερέστατη γνώση που έχουμε για την κοινωνία και την οικονομία της Δυτικής Ευρώπης οφείλεται κυρίως σε έγγραφα που έχουν διασωθεί κατά χιλιάδες —καταστατικοί χάρτας, αρχεία ενοριών, φορολογικοί κατάλογοι, διαθήκες, συμβόλαια κ.λπ. Για το Βυζάντιο διαθέτουμε μόνο μικρούς θύλακες εγγράφων, εξαιρώντας βεβαίως τις πλούσιες αλλά μυστηριώδεις μαρτυρίες τις οποίες προσφέρουν οι αιγυπτιακοί πάπυροι μέχρι και την αραβική κα- τάκτιηση. Από τους Μέσους Χρόνους σώζονται μόνο ορισμένα μοναστικά αρχεία που αφορούν τη γαιοκτησία (κυρίως από το Άγιον Όρος, τη νότια Ιταλία, τη Χίο, την Πάτμο και λίγα από τη Μικρά Ασία), ένας μικρός αριθμός καταστατικών ίδρυσης μονών (τυπικά), ιταλικά έγγραφα που αναφέρονται στο εμπόριο της ανατολικής Μεσογείου, ένας κατάλογος των υποθέσεων που εκδίκασε το Πατριαρχείο τα έτη 1315-1402, και ελάχιστα ακόμα στοιχεία. Ελάχιστες είναι οι ελπίδες ότι αυτό το πε νιχρό και τυχαίο υλικό θα αυξηθεί κάποτε, ενώ παράλληλα είναι αδύνα τον να αποκατασταθεί η έλλειψη —σχεδόν απόλυτη— λίθινων επιγρα φών, οι οποίες αποτελούν μια τόσο πλούσια πηγή πληροφοριών για την κοινωνία, τους θεσμούς και τη θρησκεία της κλασικής αρχαιότητας. Σε αντίθεση με τα λίγα διασωθέντα έγγραφα, υπάρχει αρκετά μεγά λος αριθμός μολυβδοβούλλων (περίπου 50.000) αρχικά συνημμένων σε έγγραφα τα οποία έχουν αρχίσει να δημοσιεύονται και να χρησιμοποιού νται ως ιστορικές πηγές. Οι πληροφορίες που μας παρέχουν περιορίζο νται κυρίως σε ονόματα και τίτλους, αλλά ενίοτε δίνουν στοιχεία και για άλλους τομείς, π.χ. για το εμπόριο —αυτό συμβαίνει με τις σφραγίδες των κομμερκιαρίων (co m m ercia rii), εάν δεχθούμε ότι αυτοί ήταν υπάλλη λοι των τελωνείων (για μια διαφορετική άποψη βλ. παρακάτω, σελ. 202). Τα αποτελέσματα που προκύπτουν από τη μελέτη της νομισματικής είναι επίσης εξαιρετικά. Ο ιστορικός του Βυζαντίου μαθαίνει να
άξιο-CYRIL MANGO ποιεί πληροφορίες όπως η καθαρότητα του μετάλλου των νομισμάτων, η σχεδόν παντελής απουσία μικρών υποδιαιρέσεων κατά τη διάρκεια των «σκοτεινών αιώνων», η γεωγραφική κατανομή και σύνθεση των νομι σματικών θησαυρών, καθώς και η σημασία της εύρεσης βυζαντινών νομισμάτων πέρα από τα σύνορα της αυτοκρατορίας. Τέλος, υπάρχει και η αρχαιολογία, η οδός που υπόσχεται τα μέγιστα στην ενδεχόμενη διεύρυνση των γνώσεών μας. Χάρη στην αρχαιολογία έχουμε ήδη κερδίσει αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε απτή αναπαράσταση της αστικής ζωής στην Ύστερη Αρχαιότητα σε πολλά κέντρα της ανατολικής αυτοκρατορίας —σε ορισμένα πολύ σημαντικά, όπως η Έφεσος, σε άλλα μεσαίας σπουδαιότητας, όπως οι Στόβοι στη Μακεδονία ή η Σκυθόπολη στην Παλαιστίνη, αλλά και σε ορισμένα ελάσσονος σημασίας, όπως το Ανεμούριο στην Ισαυρία. Οι πόλεις αυτές είχαν ένα κλασικό παρελθόν και ο πρωταρχικός στόχος της ανασκαφής τους ήταν η αποκάλυψη αρχαίων μνημείων, ελληνικών, ελληνιστικών ή αυτοκρατορικών ρωμαϊκών. Σε πολλές περιπτώσεις, ωστόσο, παρατη ρήθηκε ότι η ρωμαϊκή τους φάση επεκτείνεται και στην Ύστερη Αρχαιό τητα καθώς οι ναοί και τα γυμνάσια εγκαταλείπονται ή αλλάζουν χρήση, ναοί και επισκοπικά μέγαρα κτίζονται, ενώ λουτρά και θέατρα εξακο λουθούν να λειτουργούν. Αυτό που βλέπει ο σημερινός επισκέπτης στην Έφεσο είναι η πόλη όπως ήταν επί Ιουστινιανού. Γνωρίζουμε λιγότερα για τα χωριά, αν και αυτά της Βόρειας Συρίας, τα οποία κτίστηκαν τόσο στέρεα όσο και οι πόλεις και συνεχίζουν να υφίστανται μέχρι σήμερα, έχουν προσελκύσει σε ικανό βαθμό το ενδιαφέρον των αρχαιολόγων. Αντιθέτως, η αρχαιολογία του μεσαιωνικού Βυζαντίου παραμένει κα τά μεγάλο μέρος άγνωστη. Από τις τέσσερις πόλεις που αναφέραμε ως παραδείγματα, οι Στόβοι και το Ανεμούριο δεν είχαν μεσαιωνικές φά σεις, ενώ η Σκυθόπολη πέρασε, βέβαια, στους Άραβες. Μόνο η Έφεσος επέζησε ως βυζαντινή πόλη, αλλά είναι σχεδόν αδύνατον να τη φαντα στούμε, με εξαίρεση τα περιορισμένα τείχη και τον συρρικνωμένο κα θεδρικό ναό της. Η πόλη ενσωμάτωσε πολλά από τα εναπομείναντα ερείπια και φαίνεται ότι τα σπίτια κτίζονταν από απλά και φτηνά υλικά. Περιμένουμε να βρούμε διάσπαρτες μικρές εκκλησίες και πολλές μονές, αλλά μόνο μία ή δύο είναι ορατές. Για μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα μιας βυζαντινής πόλης θα πρέπει να στραφούμε στην Κόρινθο και στην Αθήνα, ή και στη Χερσώνα της Κριμαίας, αλλά ακόμη και τότε δεν θα είναι εφικτή μια κατανοητή συνολική θεώρηση. Η έλλειψη μνημειακό- τητας και η προχειρότητα των οικοδομών δεν αποκλείουν την ύπαρξη έντονης οικονομικής δραστηριότητας αλλά αναμφίβολα δεν κεντρίζουν το ενδιαφέρον του αρχαιολόγου. Μπορούμε μόνο να ελπίζουμε ότι μια μέρα η πραγματικότητα του μεσαιωνικού Βυζαντίου θα αποκαλυφθεί με