• No results found

400 Bad request

N/A
N/A
Protected

Academic year: 2021

Share "400 Bad request"

Copied!
104
0
0

Loading.... (view fulltext now)

Full text

(1)

ANTHONY GIDDENS 

   

ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΟΛΟΓΙΑ 

 

 

Επιμέλεια, Πρόλογος ΘΩΜΑΣ ΚΟΝΙΑΒΙΤΗΣ 

Μετάφραση ΝΤΙΝΑ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΠΟΥΛΟΥ 

Επιμέλεια κειμένου ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΓΚΡΑΒΑΡΗΣ 

(2)

Ο Anthony Giddens είναι καθηγητής στην έδρα Κοινωνιολογίας του Kingʹs College του  Cambridge. Έχει συγγράψει πολλά βιβλία θεωρίας της κοινωνιολογίας.        ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ ΚΑΙ ΤΙΤΛΟΣ ΠΡΩΤΟΤΥΠΟΥ  SOCIOLOGY, A BRIEF BUT CRITICAL INTRODUCTION    ANTHONY GIDDENS 1982, 1986  ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΟΔΥΣΣΕΑΣ  ΠΡΩΤΗ ΕΚΔΟΣΗ 1989  ΤΡΙΤΗ ΕΚΔΟΣΗ 1993      Η ΕΙΣΑΓΩΓΗ  ΣΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΟΛΟΓΙΑ είναι  ένα  σύγχρονο  και  παιδαγωγικά  εύχρηστο  κείμενο. Αναφέρεται στον προβληματισμό που απασχολεί την κοινωνιολογική σκέψη  τη  δεκαετία  του  ʹ80  και  αφήνει  πίσω  του  θεματικές  καθώς  και  υλικό  που  έχει  ξεπεραστεί από την ανάπτυξη της σύγχρονης κοινωνίας, ενώ αντίθετα προσπαθεί να  επεκταθεί  και  να  καλύψει  επιστημονικά  «νέα  αντικείμενα»  της  σύγχρονης  πολύπλοκης κοινωνικής πραγματικότητας.  Αυτό το βιβλίο απευθύνεται σε αρχάριους της κοινωνιολογίας και σε μη‐ειδικούς που  επιζητούν  μία  «εισαγωγή»  στο  σύγχρονο  κοινωνιολογικό  προβληματισμό  και  τις  εξελίξεις. 

(3)

Περιεχόμενα 

Πρόλογος ... 4  Έργα του Α. Giddens ... 11  Ανθολογία ... 12  Πρόλογος ... 13  Ευχαριστίες ... 13  1 Κοινωνιολογία: Θέματα και Προβλήματα ... 15  Το πλαίσιο της κοινωνιολογίας ... 16  Κοινωνιολογία: ένας ορισμός και μερικές προκαταρκτικές σκέψεις ... 18  Η κοινωνιολογική φαντασία: κοινωνιολογία ως κριτική ... 21  2 Αντικρουόμενες ερμηνείες: βιομηχανική κοινωνία ή καπιταλισμός; ... 27  Η θεωρία της βιομηχανικής κοινωνίας ... 28  Marx: καπιταλισμός και σοσιαλισμός ... 32  3 Ταξική δομή και κοινωνικός μετασχηματισμός ... 38  Αλλαγές από το δέκατο ένατο αιώνα: η δύναμη των επιχειρήσεων ... 38  Η «θεσμοποίηση της ταξικής πάλης» ... 41  Νέες τάξεις, νέες τεχνολογίες ... 44  Το τέλος της εργατικής τάξης; ... 47  4 Το σύγχρονο κράτος ... 53  Το κράτος και οι τάξεις: πρόσφατες απόψεις ... 54  Κράτος και γραφειοκρατία ... 57  Κριτικά σχόλια ... 59  Κράτη, κοινωνικά κινήματα, επαναστάσεις ... 61  5 Η πόλη: αστικό περιβάλλον και καθημερινή ζωή ... 64  Προ‐καπιταλιστικές και σύγχρονες πόλεις ... 64  Οι απόψεις της «σχολής του Σικάγου» ... 65  Αστισμός και καπιταλισμός ... 68  Αστισμός και καθημερινή ζωή ... 74  6 Η οικογένεια και το φύλο... 76  Αλλαγές στη δομή της οικογένειας ... 76  Φύλο, πατριαρχία και καπιταλιστική ανάπτυξη ... 79  Οικογένεια, γάμος, σχέσεις μεταξύ των φύλων ... 81  Οικογενειακή ζωή και νέα κοινωνικά μοντέλα ... 85  7 Καπιταλισμός και παγκόσμιο σύστημα ... 87  Η θεωρία του εκσυγχρονισμού και η κριτική της ... 87  Σημερινές παγκόσμιες ανισότητες... 92  Εθνικό κράτος, εθνικισμός, στρατιωτική ισχύς ... 96  Συμπέρασμα: η κοινωνιολογία ως κριτική θεωρία ... 98   

(4)

Πρόλογος 

Στο  κείμενο  που  ακολουθεί  γίνεται  μια  γενική  παρουσίαση  της  συμβολής  ‐όχι  φυσικά  ολόκληρου του έργου‐ του ANTHONY GIDDENS στην κοινωνιολογική ανάπτυξη της τελευταίας  εικοσαετίας,  με  την  πρόθεση  ότι  θα  βοηθήσει  τόσο  στην  σκιαγράφηση  των  πλαισίων  της  κοινωνιολογικής  συζήτησης  αυτής  της  περιόδου  όσο  και  στην  πληρέστερη  κατανόηση  του  παρόντος  βιβλίου.  Το  κείμενο  διαιρείται  στα  εξής  τρία  μέρη:  1)  μερικές  απόψεις‐εκτιμήσεις  για  το  ανά  χείρας  βιβλίο,  2)  παρουσίαση  της  συμβολής  του  Anthony  Giddens,  που  πραγματοποιείται  με  μια  σύντομη  αναδρομή  στο  έργο  του  και  3)  εντόπιση  μιας  πιθανής  έντασης στη λογική συνοχή του έργου του.  1. Η ΕΙΣΑΓΩΓΗ  ΣΤΗΝ  ΚΟΙΝΩΝΙΟΛΟΓΙΑ (1982, Β' έκδοση 1987) είναι ένα σύγχρονο και παιδαγωγικά  εύχρηστο κείμενο. Είναι σύγχρονο γιατί αναφέρεται στον προβληματισμό που απασχολεί την  κοινωνιολογική  σκέψη  τη  δεκαετία  του  '80  και  αφήνει  πίσω  του  θεματικές  καθώς  και  υλικό  που έχει ξεπεραστεί από την ανάπτυξη της σύγχρονης κοινωνίας ενώ αντίθετα προσπαθεί να  επεκταθεί  και  να  καλύψει  επιστημονικά  «νέα  αντικείμενα»  της  σύγχρονης  πολύπλοκης  κοινωνικής πραγματικότητας.  Το  βιβλίο  αυτό  είναι  παιδαγωγικά  εύχρηστο.  Οι  επιστημονικές  αναζητήσεις  και  οι  εξελίξεις  παρουσιάζονται  συνήθως  σε  δύσκολα  κείμενα  και  απευθύνονται  στους  ειδικούς  κάθε  επιστήμης ή κλάδου. Ο Giddens έχει την άποψη ότι νέες επιτεύξεις, προτάσεις, κ.λπ. μπορούν  ν'  απλοποιηθούν  και  να  δοθούν  ακόμη  και  σαν  «εισαγωγή».  Έτσι  το  παρόν  βιβλίο  απευθύνεται  σε  αρχάριους  της  κοινωνιολογίας  και  σε  μη‐ειδικούς  που  επιζητούν  μία  «εισαγωγή» στο σύγχρονο κοινωνιολογικό προβληματισμό και τις εξελίξεις.  Η  επιχειρηματολογία  του  περνά  μέσα  από  την  κριτική  παρουσίαση  άλλων  διαφορετικών  απόψεων,  δίνοντας  έτσι  τη  δυνατότητα  στον  αναγνώστη  να  συμμετέχει  ο  ίδιος  στο  διάλογο  μορφοποιώντας ή επιλέγοντας μια άποψη διαφορετική από εκείνη του συγγραφέα.  Το  βιβλίο  έχει  επίσης  μια  κριτική  διάσταση.  Οι  κοινωνικές  επιστήμες,  σύμφωνα  με  τον  Giddens,  δεν  πρέπει  να  παράγουν  τεχνοκρατική  γνώση  όπως  πρεσβεύει  ο  θετικισμός.  Θα  πρέπει  ν'  αποβλέπουν  σε  μια  γνώση  που  μπορεί  να  ενσωματώνεται  στις  προϋποθέσεις  του  «κοινωνικού  πράττειν»  των  ανθρώπων  με  στόχο  την  ανασυγκρότηση  των  αρχών  της  κοινωνικής εμπειρίας και της κοινωνικής ζωής. Ο σκοπός της κοινωνιολογίας δεν περιορίζεται  μόνο  στη  μελέτη  των  θεσμών  της  «βιομηχανικής  κοινωνίας»,  αλλά  και  τη  διερεύνηση  των  συνθηκών  για  την  υπέρβασή  τους.  Η  κριτική  αυτή  διάσταση  εξασφαλίζεται  επίσης  με  την  «ενότητα της μεθόδου» μεταξύ ιστορίας και κοινωνιολογίας.  2.  α)  Αν  η  δεκαετία  του  '50  χαρακτηρίζεται  από  την  επικράτηση  του  Λειτουργισμού  και  γενικότερα  του  Θετικισμού,  η  δεκαετία  του  '60  χαρακτηρίζεται  από  την  αμφισβήτηση,  την  κριτική  και  την  απόρριψή  τους.  Περνώντας  στη  δεκαετία  του  '70  η  κοινωνιολογία  δεν  παρουσιάζει  πια  τη  λογική  συνοχή  της  δεκαετίας  του  '50.  Είναι  η  δεκαετία  της  ανοχής  που  προέρχεται  από  την  επίγνωση  ύπαρξης  διαφορετικών  ειδών  γνώσης  και  διαφορετικών  οριοθετήσεων  του  γνωστικού  αντικειμένου.  Είναι  η  δεκαετία  του  πλουραλισμού  όπου  διάφορες  σχολές,  τάσεις,  ιδέες  συνυπάρχουν  ανταγωνιστικά  ή  όχι  και  αναπτύσσονται  παράλληλα  ή  επικαλυπτόμενες.  Τη  δε  δεκαετία  του  '80  αποκτούν  επικαιρότητα  και  επικρατούν ορισμένες προσπάθειες σύνθεσης, αρκετές από τις οποίες είχαν ήδη εμφανισθεί  τις  προηγούμενες  δεκαετίες.  Η  εμφάνιση  αυτών  των  προσπαθειών  δε  σημαίνει  φυσικά  μείωση της δραστηριότητας των υπαρχόντων ήδη σχολών και τάσεων, οι οποίες προσπαθούν  ν'  ανταποκριθούν  στις  νέες  απαιτήσεις  παραμένοντας  εντός  των  μεθοδολογικών  και  θεωρητικών  τους  πλαισίων.  Οι  συνθετικές  όμως  προσπάθειες  αποβλέπουν  στη  συγκρότηση 

(5)

νέων κοινωνικών θεωριών ή μεθοδολογικών προσεγγίσεων με στοιχεία που προέρχονται από  διαφορετικές  σχολές  ή  και  επιστήμες.  Συνθέσεις  μεταξύ  μαρξισμού  και  λειτουργισμού,  μεταξύ  Marx  και  Weber1  ή  μεταξύ  μαρξισμού  και  μεθόδων  της  αναλυτικής  φιλοσοφίας2  ή  μεταξύ μικρο‐ και μακρο‐ κοινωνιολογικών προσεγγίσεων3, ή προσπάθειες που αποβλέπουν  στη σύνθεση «δομής» και «κοινωνικού πράττειν» ή κοινωνικού γίγνεσθαι.  Μία  τέτοια  συνθετική  προσπάθεια  αποτελεί  και  η  συμβολή  του  Α.  Giddens,  με  τη  «Θεωρία  της  Δομοποίησης»  («Theory  of  Structuration»)  και  τη  «διπλή  ερμηνευτική»  («Double  Hermeneutics»). Ας παρακολουθήσουμε τη διαμόρφωσή της.  β)  Ο  Anthony  Giddens,  (γεννημένος  το  1938)  καθηγητής  της  κοινωνιολογίας  του  πανεπιστημίου  του  Cambridge,  συγγραφέας  με  την  πλουσιότερη  ίσως  παραγωγή  επιστημονικών  συγγραμμάτων  και  άρθρων  στο  χώρο  της  κοινωνιολογίας  μετά  τον  β'  παγκόσμιο πόλεμο και μια φήμη ανάλογη με την πλούσια παραγωγή του, με αμφιλεγόμενη  όμως  αποδοχή,  όπως  άλλωστε  συνηθίζεται  για  συγγραφείς  καινοτόμους  στις  κοινωνικές  επιστήμες, βρίσκεται στο κέντρο της επικαιρότητας διεκδικώντας τη θέση που κάποτε κατείχε  ο Τ. Parsons. Μπαίνοντας κάθε φορά  στον πυρήνα του προβληματισμού κάθε συγγραφέα ή  ρεύματος  με  το  οποίο  ασχολείται,  προσπάθησε  να  επανεξετάσει  την  κοινωνιολογική  παράδοση.  Παίρνει  πάντα  θέση  και  μορφοποιεί  προτάσεις  που  σταθερά  τον  οδηγούν  στη  διαμόρφωση ενός ευρύτερου προγράμματος για ανασυγκρότηση της κοινωνικής θεωρίας.4  Το  έργο  του  Giddens  αντιπροσωπεύει  μια  συνθετική  τάση  στις  κοινωνικές  επιστήμες.  Η  σύνθεσή  του  αυτή  φιλοδοξεί  να  είναι  μια  σύγχρονη  απάντηση  στον  προβληματισμό  που  διαμορφώνεται  στο  χώρο  των  κοινωνικών  επιστημών  τη  δεκαετία  του  '80.  Η  πρότασή  του  προσπαθεί:  α)  να  ανταποκριθεί  στο  βαθμό  πολυπλοκότητας  της  σύγχρονης  «βιομηχανικής  κοινωνίας», όπως αυτή διαμορφώνεται μετά τη δεκαετία του '60, β) να ενσωματώσει εκείνα  τα  στοιχεία  από  τα  έργα  των  κλασικών  (Marx,  Weber,  Durkheim)  που  κατά  τη  γνώμη  του  διατηρούν  την  επικαιρότητά  τους  για  τη  σημερινή  κοινωνική  πραγματικότητα  και  γ)  να  επιλύσει  μια  σειρά  αντινομιών  που  υπάρχουν  στις  κοινωνικές  επιστήμες  και  κυρίως  την  εμφανιζόμενη  μεταξύ  «δομής»  και  «κοινωνικού  πράττειν»,  αντλώντας  στοιχεία  από  διαφορετικές  θεωρητικές  και  μεθοδολογικές  τάσεις  που  διαμορφώνονται  μετά  τη  δεκαετία  του '60. Η συνθετική του προσπάθεια ξεπερνάει τα όρια μιας επιστήμης, τόσο σαν κοινωνική  θεωρία που φιλοδοξεί να ισχύει για όλες τις κοινωνικές επιστήμες, όσο και στον καθορισμό  της  κοινωνιολογικής  του  προσέγγισης  που  συμπεριλαμβάνει  στοιχεία  κοινωνιολογικά,  ιστορικά, κοινωνικής ανθρωπολογίας κ.λπ.  Ας δούμε όμως κάπως γενικά πώς διαμορφώνεται η πρότασή του σε σχέση με την κρίση της  κοινωνιολογίας, την υπέρβαση του θετικισμού (στη φιλοσοφία και την κοινωνιολογία) και την  εμφάνιση των νέων προσεγγίσεων. 

γ)  Στις  αρχές  της  δεκαετίας  του  '70,  με  τα  έργα  του  Capitalism  and  Modern  Social  Theory  (1971),  Emile  Durkheim  (1972),  και  The  Class  Structure  of  the  Advance  Societies  (1973),  ο  Giddens  ασχολείται  με  την  επικαιρότητα  των  κλασικών:  Marx,  Weber  και  Durkheim.  Επιστροφή στους κλασικούς είναι η απάντηση του Giddens για την υπέρβαση της κρίσης της  κοινωνιολογίας, της οποίας το πρόβλημα είναι οι κοινωνικές τάξεις και ο ταξικός αγώνας. Σ'  αντίθεση  με  την  επικρατούσα  τότε  αντίληψη  που  προερχόταν  από  τον  Parsons  και  οριοθετούσε  τη  διαμόρφωση  της  κοινωνιολογίας  στην  περίοδο  1890‐1920  θεωρώντας  έτσι  σαν  πατέρες  της  μόνον  τον  Weber  και  τον  Durkheim,  o  Giddens  μετατόπισε  τα  όρια  και  τον  προβληματισμό χρονικά προς τα πίσω και πρόβαλε τον Marx. Προσπάθησε να επεξεργαστεί  κοινωνικά  μία  θεώρηση  διαφορετική  από  την  επικρατούσα  του  δομο‐  λειτουργισμού  που  στηριζόταν στο έργο του Parsons The Structure of Social Action (1936). (Giddens Α., 1973:16).  Προσπαθεί  να  συνδυάσει  στοιχεία  από  τους  κλασικούς,  οι  οποίοι  κατά  τη  γνώμη  του 

(6)

απέβλεπαν  στο  να  απεικονίσουν  τα  χαρακτηριστικά  της  δομής  του  ευρωπαϊκού  καπιταλισμού, (Giddens Α., 1971: XVI) σε αντιπαράθεση με προκαπιταλιστικές κοινωνίες, ενώ  ο  ίδιος  χρησιμοποιεί  ορισμένα  στοιχεία  από  το  έργο  τους  για  την  ανάλυση  του  σύγχρονου  καπιταλισμού.  Επίσης  χρησιμοποιεί  τη  μαρξιστική  ταξική  ανάλυση  σε  συνδυασμό  με  τις  απόψεις του Weber για τις κοινωνικές τάξεις και κοινωνικές θέσεις για να δώσει απάντηση σε  προβλήματα  μετάβασης  από  τον  καπιταλισμό  στο  σοσιαλισμό  και  τον  εντοπισμό  της  σύγχρονης  ταξικής  δομής  της  αναπτυγμένης  βιομηχανικής  κοινωνίας.  Προτείνει,  ότι  στη  μελέτη των έργων των κλασικών δεν θα πρέπει να περιορίζεται κανείς μόνο σε μεθοδολογικά  ζητήματα,  γιατί  οι  ίδιοι  απέβλεπαν  στην  κοινωνική  αλλαγή  και  την  κοινωνική  ανάπτυξη  του  ευρωπαϊκού καπιταλισμού, γι' αυτό και οι απόψεις τους αποτελούν τις βασικές παραμέτρους  και  για  την  κοινωνική  σκέψη  του  20ού  αιώνα  (Giddens  Α.,  Mullan  b:  1978:90).  Την  ίδια  περίοδο κυκλοφορεί το σύντομο, αλλά μεγάλης επιρροής, βιβλίο του Politics and Sociology in 

the  Thought  of  Max  Weber  (1972),  όπου  σ'  αντίθεση  με  τη  μέχρι  τότε  παρουσίαση  των 

κοινωνιολογικών  αντιλήψεων  του  Weber,  αποκομμένων  από  τις  άλλες  του  απόψεις,  αυτός  προσπαθεί  να  συνδέσει  και  να  εξετάσει  τις  αντιλήψεις  αυτές  σε  σχέση  με  τις  πολιτικές  του  αντιλήψεις και «τανάπαλιν» (Giddens Α. (1972) 1978:2). 

Για την περίοδο αυτή το έργο του θα χαρακτηρισθεί ως «βεμπεριανό». Όμως ο Giddens στη  δεύτερη  έκδοση  του  The  Class  Structure  (1979)  θα  ισχυριστεί,  ότι  οι  θέσεις  που  αναπτύσσονται εκεί στηρίζονται περισσότερο στον Marx παρά στον Weber, ότι δεν επεδίωξε  σύνθεση  μεταξύ  Marx  και  Weber,  αλλά  ότι  ο  Weber  ανέπτυξε  ορισμένες  πλευρές  για  τις  κοινωνικές  τάξεις  που  δεν  είχαν  αναπτυχθεί  από  τον  Marx  και  που  θα  πρέπει  να  ληφθούν  υπόψη (Giddens Α., 1986:297).  Ζητήματα που αφορούν την επανεξέταση των κλασικών και τη δυνατότητα εφαρμογής τους  στις  σύγχρονες  κοινωνίες,  καθώς  επίσης  μεθοδολογικά  προβλήματα  και  θεματικές  περιεχομένου που εξετάζονται κατά την περίοδο αυτή από τον Giddens θα τον απασχολήσουν  τα  επόμενα  20  χρόνια  και  θα  αποτελέσουν  τη  βάση  για  τη  συγκρότηση  ενός  ολόκληρου  ερευνητικού προγράμματος.  δ)  Στην  περίοδο  που  ακολουθεί  ο  Giddens  ασχολείται  με  μεθοδολογικά  και  επιστημολογικά  προβλήματα  των  κοινωνικών  επιστημών.  Κυκλοφορεί  την  ανθολογία  «Positivism  and  Sociology» (1974), καθώς και το βιβλίο New Rules of Sociological Method (1976), που αποτελεί  μια  από  τις  βασικότερες  εργασίες  του.  Η  ανθολογία  είναι  συλλογή  δέκα  κειμένων,  από  τα  οποία τα έξι εμφανίζονται για πρώτη φορά στην αγγλική γλώσσα. Συγγραφείς (Weber, Alfred  Schutz,  Harold  Gagfinkel,  Alain  Touraine,  Jean‐Daniel  Reynaud  και  Pierre  Bourdieu,  Gelliner  Ernest, Hans Albert, Jurgen Habermas και Herbert Marcuse) με μεγάλη επιρροή στη συζήτηση  της τελευταίας 20ετίας, αν και αντιπροσωπεύουν διαφορετικές τάσεις ‐κυρίως ερμηνευτικές‐  συζητούν  ζητήματα  που  σχετίζονται  με  τα  κύρια  χαρακτηριστικά  του  θετικισμού  στην  κοινωνιολογία.  Στην  εισαγωγή  του  Giddens  γίνεται  μια  παρουσίαση  της  θετικιστικής  αντίληψης,  η  οποία  αποβλέπει  στη  δημιουργία  μιας  επιστήμης  για  την  κοινωνία  κατά  το  πρότυπο των φυσικών επιστημών. Αυτό επιτυγχάνεται με την προσαρμογή και εφαρμογή των  μεθόδων των φυσικών επιστημών στην κοινωνιολογία για την παραγωγή γνώσης που παίρνει  τη μορφή αιτιακών νόμων ή εμπειρικών γενικεύσεων που μοιάζουν με νόμους. Η γνώση αυτή  έχει «εργαλειακό» χαρακτήρα και επιδιώκεται να είναι αξιολογικά ουδέτερη. Μέσα από την  πολεμική  των  κειμένων  της  ανθολογίας  ‐που  εξελίσσεται  και  μεταξύ  των  συγγραφέων‐  διαγράφεται  ένα  άλλο  πρότυπο  για  την  κοινωνιολογία,  που  αποβλέπει  όχι  στην  αιτιακή  εξήγηση αλλά στην κατανόηση της υποκειμενικής σημασίας των κοινωνικά δρώντων ατόμων  και  σε  μια  γνώση  που  δεν  είναι  αξιολογικά  ουδέτερη  αλλά  είναι  δεμένη  με  αξίες  και  με  ενδιαφέροντα/συμφέροντα. 

Στο  βιβλίο  του  New  Rules  of  Sociological  Method  ο  Giddens  στρέφεται  και  εξετάζει  κριτικά  διάφορες  σχολές  κοινωνικής  φιλοσοφίας  καθώς  και  κοινωνικές  θεωρίες  από  τη 

(7)

φαινομενολογία  μέχρι  νεότερες  ερμηνευτικές  προσπάθειες  (σαν  εκείνες  των  Apel,  H.‐G.  Gadamer, P. Ricoeur) όπως επίσης και συγγραφείς που είχε αντιπαραθέσει στο θετικισμό στην  ανθολογία  του  1974.  Η  μελέτη  καταλήγει  σε  ορισμένα  συμπεράσματα  τα  οποία  ασφαλώς  εμπεριέχουν  στοιχεία  από  τις  προαναφερθείσες  τάσεις,  που  ο  Giddens  χρησιμοποιεί  σαν  θέσεις  για  να  προτείνει  την  ανασυγκρότηση  του  αντικειμένου  της  κοινωνιολογίας  και  της  μεθοδολογικής  του  προσέγγισης.  Ενώ  όμως  η  κριτική  κατά  του  θετικισμού  και  του  λειτουργισμού  προέρχεται  από  δύο  κυρίως  τάσεις,  την  ερμηνευτική  και  τη  «νεότερη  φιλοσοφία  των  επιστημών»  (Popper,  Kuhn,  Lakatos),  είναι  βασικά  η  πρώτη  που  αντιπροσωπεύεται  στις  θέσεις  του  (Gane  M.,  1983).  Αυτές  είναι  οι  εξής  (Giddens  Α.,  1976:  159‐162).  Ο  Giddens  οριοθετεί  ως  αντικείμενο  της  κοινωνιολογίας  την  παραγωγή  και  την  αναπαραγωγή  της  κοινωνίας  σαν  αποτέλεσμα  της  ενεργητικής  παρέμβασης  των  μελών  της,  που  εμφανίζεται  σαν  μια  εξειδικευμένη  εκτέλεση  και  όχι  σαν  μια  σειρά  μηχανικών  διαδικασιών.  Στο  σημείο  αυτό  η  επιρροή  της  εθνομεθοδολογίας  είναι  εμφανής  (Gane  M.,  1983).  Αποδεχόμενος  την  ενεργητική  παρέμβαση  των  μελών  της  κοινωνίας  στη  συνέχεια  αναφέρεται στα όρια του κοινωνικού πράττειν και στους τρόπους με τους οποίους μπορεί να  διερευνηθεί η παραγωγή και η αναπαραγωγή της κοινωνίας. Έτσι θα υιοθετήσει την άποψη,  ότι  οι  άνθρωποι  παράγουν  την  κοινωνία  μέσα  σε  κοινωνικά  πλαίσια  και  όχι  κάτω  από  καταστάσεις που οι ίδιοι επιλέγουν κατά βούληση. Η θέση αυτή παίρνει την τελική της μορφή  το 1984 και παρουσιάζεται από τον Giddens με την κλασική πρόταση του Marx στο βιβλίο του  Η 18η Μπριμαίρ του Λ. Βοναπάρτη: «Οι άνθρωποι κάνουν την ίδια τους την ιστορία, δεν την  κάνουν  όμως  κάτω  από  ελεύθερες  συνθήκες,  που  διάλεξαν  μόνοι  τους,  μα  κάτω  από  συνθήκες  που  βρέθηκαν  άμεσα,  που  δόθηκαν  και  κληρονομήθηκαν  από  το  παρελθόν»  ‐ πρόταση  που  αποκαλύπτει  μία  σειρά  σύνθετων  προβλημάτων  για  την  κοινωνική  ανάλυση,  στα  οποία  ο  Giddens  προσπαθεί  να  δώσει  κάποια  ικανοποιητική  απάντηση  (Giddens  Α.,  (1984), 1986: XXI, Marx, εκ. Νέοι Στόχοι, Αθήνα 1971: 15).  Ένα μέρος της κοινωνικής δραστηριότητας μπορεί να κατανοηθεί με βάση τις προθέσεις των  κοινωνικά  δρώντων  ατόμων,  όμως  ένα  μέρος  της  κοινωνικής  συμπεριφοράς  πρέπει  να  εξηγηθεί  νομολογικά,  με  όρους  των  κοινωνικών  δομών.  Οι  κοινωνικές  δομές  έχουν  διττό  χαρακτήρα:  εξασκούν  ένα  είδος  καταναγκασμού,  αλλά  υποβοηθούν  επίσης  το  κοινωνικό  πράττειν,  γι'  αυτό  ο  Giddens  μιλάει  για  τη  δυαδικότητα  της  δομής.  Οι  δομές  μπορούν  να  διερευνηθούν  κατά  τη  διαδικασία  της  δομοποίησής  τους  σαν  μια  σειρά  αναπαραγόμενων  πρακτικών.  Το  ζητούμενο  είναι  να  εντοπιστούν  οι  σχέσεις  κοινωνικού  πράττειν  και  δομών:  πώς  δηλαδή  οι  δομές  συγκροτούνται  από  τις  κοινωνικές  πράξεις,  υπάρχουν  μέσα  στις  κοινωνικές πράξεις  και το κοινωνικό πράττειν  συγκροτείται από τις δομές. Η διαδικασία  της  δομοποίησης  εμπεριέχει  μια  συνεργασία  μεταξύ  «σημασίας»,  «θεσμών»  και  «εξουσίας»  ‐ έννοιες που αποτελούν τους βασικούς όρους των κοινωνικών επιστημών και συνάγονται τόσο  από  την  έννοια  της  κοινωνικής  πράξης  με  πρόθεση,  όσο  και  από  την  έννοια  της  δομής.  Περνώντας σε περισσότερο μεθοδολογικά ζητήματα περιγραφής και κατανόησης, ο Giddens  υποστηρίζει  την  άποψη  (σε  αντίθεση  με  το  θετικισμό  και  σε  συμφωνία  ξανά  με  την  εθνομεθοδολογία)  ότι  η  κοινωνιολογία  δεν  μπορεί  να  κάνει  προσιτή  την  κοινωνική  ζωή  σαν  «φαινόμενο»  παρατήρησης,  που  υπάρχει  ανεξάρτητο  από  τη  γνώση  του  ερευνητή  που  το  συγκροτεί  ως  γνωστικό  αντικείμενο  ‐γιατί  αυτό  το  «αντικείμενο»  είναι  υποκειμενικά  συγκροτημένο.  Επομένως  η  επιδίωξη  μιας  «αμοιβαίας  γνώσης»  είναι  ο  καλύτερος  τρόπος  κατανόησης,  τόσο  από  την  πλευρά  του  ερευνητή,  όσο  και  για  τους  κοινωνικά  δρώντες  ανθρώπους. Αυτό όμως απαιτεί την πρακτική συμμετοχή στους υπό ανάλυση και κατανόηση  τρόπους  ζωής.  Οι  κοινωνιολογικές  επομένως  έννοιες,  σύμφωνα  με  τον  Giddens,  υπακούουν  στη  λογική  της  διπλής  ερμηνευτικής  που  αναφέρεται  στις  αμοιβαίες  σχέσεις  και  στη  «μετάφραση»  που  πρέπει  να  γίνεται  μεταξύ  δύο  γλωσσών:  εκείνης  των  κοινωνικών  επιστημών και εκείνης των ανθρώπων που παράγουν και αναπαράγουν την κοινωνία με την  πρακτική τους δραστηριότητα και της αποδίδουν το νόημά της. 

(8)

Οι θέσεις αυτές δεν ήταν νέες, δεν διατυπώθηκαν δηλαδή στο βιβλίο του Giddens του 1976  για πρώτη φορά. Αυτό που ο Giddens προσθέτει στις γνωστές ήδη θέσεις είναι η διάταξη και  ο συνδυασμός μεταξύ τους, μέσω των βασικών εννοιών που χρησιμοποιεί της «δυαδικότητας  της δομής» και της «διπλής ερμηνευτικής».  ε)  Η  περίοδος  που  ακολουθεί  μετά  τη  μελέτη  του  1976,  είναι  μία  συνέχεια  των  μεθοδολογικών  του  αναζητήσεων  και  του  προβληματισμού  κυρίως  γύρω  από  ζητήματα  της  κοινωνικής δομής. Η παραγωγή αυτής της περιόδου χαρακτηρίζεται από την προσπάθειά του  για  ανασυγκρότηση  της  κοινωνικής  θεωρίας.  Δημοσιεύει  μια  σειρά  από  έργα  με  ευρύτερες  αναπτύξεις και επεξηγήσεις αλλά επίσης με επικαλύψεις και επαναλήψεις απόψεών του από  τις  προηγούμενες  μελέτες  του.  Η  δε  κριτική  του  ανάλυση  επεκτείνεται  πέρα  από  το  λειτουργισμό,  στο  δομισμό  και  στη  συζήτηση  για  το  μετα‐δομισμό,  όπως  αναπτύσσεται  στη  Γαλλία  και  επηρεάζεται  από  τις  αναλύσεις  του  Foucault  για  την  εξουσία,  για  να  περάσει  τελικά στη κριτική εξέταση του ιστορικού υλισμού.  Το 1977 κυκλοφορεί το βιβλίο Studies in Social and Political Theory με περιεχόμενο μια σειρά  κειμένων που συνδέονται με τα βιβλία που παρουσιάσαμε προηγουμένως. Τα κείμενα αυτά  είχαν  γραφεί  ‐παράλληλα  με  τα  βιβλία‐  στο  διάστημα  των  προηγούμενων  7‐8  χρόνων.  Ακολουθεί το Central Problems in Social Theory (1979), ο πρώτος τόμος του A Contemporary 

Critic  of  Historical  Materialism  (1981),  για  να  συνοδευτεί  το  1985  από  ένα  δεύτερο  τόμο  με 

τον  τίτλο  The  Nation‐State  and  Violence  ενώ  υπάρχει  η  υπόσχεση  και  ενός  τρίτου  τόμου.5  Ακολουθεί  μια  συλλογή  κειμένων  «Profiles  and  Critiques  in  Social  Theory»  (1982)  όπου  επανεξετάζει και συμπληρώνει τα έργα της τελευταίας 5ετίας. Τον ίδιο χρόνο κυκλοφορεί το  βιβλίο  του  Sociology.  A  Brief  But  Critical  Introduction,  ενώ  το  1984  εμφανίζεται  με  το  The 

Constitution  of  Society.  Επίσης  μια  σειρά  άρθρων  και  κειμένων  με  τα  οποία  συμμετέχει  σε 

διάφορες  ανθολογίες  συμπληρώνουν  την  πλούσια  παραγωγή  του,  η  οποία  φυσικά  συνεχίζεται και μ' άλλες νεότερες εκδόσεις. Εξάλλου θα ήταν παράλειψη να μην αναφερθεί η  επιμέλεια που αναλαμβάνει (σε συνεργασία με τον D. Held) της ανθολογίας Class, Power and  Conflict (1982)∙ αυτή αποτελείται από μια σειρά κειμένων από τους κλασικούς (Marx, Weber,  Lenin) αλλά κυρίως από τις σημαντικότερες συμβολές συγχρόνων μελετητών, εκφράζει δε τη  σύγχρονη μετατόπιση του ερευνητικού ενδιαφέροντος για την ταξική δομή, την  εξουσία και  το κράτος διεκδικώντας τη θέση  που  κατείχε η ανθολογία των  Bendix  R. και Lipset S.  (Class, 

Status  and  Power  (1967),  η  οποία  για  δεκαετίες  (πρώτη  έκδοση  1953)  προσανατόλιζε  την 

έρευνα  στην  ανάλυση  της  «κοινωνικής  στρωμάτωσης»  και  «κοινωνικής  κινητικότητας»  (Therborn  G.,  1986:  100‐101,  για  μια  συγκριτική  παρουσίαση  των  βιβλίων).  Ό,τι  υποδηλωνόταν έμμεσα στη μελέτη του πριν το 1976 και έγινε εμφανές και ρητό τότε σχετικά  με  τη  θεωρία  της  δομοποίησης  και  τη  διπλή  ερμηνευτική,  συστηματοποιείται  ακόμη  περισσότερο  το  1977  και  παρουσιάζεται  ως  «σημειώσεις  για  μια  θεωρία  της  δομοποίησης»  στο τέλος του κεφαλαίου για το «Λειτουργισμό». Μια τρίτη προσπάθεια συναντά κανείς στο  βιβλίο του 1979, μέρη της οποίας επεξεργασμένα επανεμφανίζονται το 1982 για να καταλήξει  σε  μια  ολοκληρωμένη  προσέγγιση  της  Θεωρίας  της  Δομοποίησης  το  1984  στο  περισσότερο  συστηματικό βιβλίο του Giddens. Σύμφωνα με τον Urry (Urry J., 1986) είναι η πιο συστηματική  ίσως  προσπάθεια  κοινωνικής  θεωρίας  που  υπάρχει  για  την  υπέρβαση  μιας  σειράς  διχοτομιών, μεταξύ ατόμου‐κοινωνίας, υποκειμένου‐αντικειμένου, κ.λπ.  3. α) Μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο η αντίληψη που διαμορφώθηκε και επικράτησε στο  χώρο  των  κοινωνικών  επιστημών  για  αρκετές  δεκαετίες  προσέφερε  στο  επίπεδο  της  επιστημολογίας  και  της  λογικής  των  επιστημών  το  θετικισμό  (Braithwaite,  R.  Carnap,  C.  Hempel,  Nagel,  κ.λπ.),  στο  επίπεδο  της  μεθόδου  το  λειτουργισμό  και  στο  επίπεδο  της  εμπειρικής  οριοθέτησης  του  αντικειμένου  την  αντίληψη  της  βιομηχανικής  κοινωνίας  και  τις  θεωρίες  του  εκσυγχρονισμού.  Αντίθετα  ο  Giddens  απέναντι  στην  αντίληψη  αυτή  προτείνει  έναν άλλο συνδυασμό που καλύπτει και τα τρία προαναφερθέντα επίπεδα και που φιλοδοξεί 

(9)

να  κερδίσει  τη  θέση  της  προηγούμενης,  η  οποία  εδώ  και  χρόνια,  μετά  την  πτώση  της,  αποτελεί  χώρο  αντιπαράθεσης  ή  συνύπαρξης  πολλών  προσεγγίσεων  (Coniavitis  T.,  «Metodologisk  Pluralism»,  Acta  Universitatis  Upsaliensis,  Uppsala,  1984,  Κεφ.1,  και  Giddens  Α.,  1982W  1‐27,  για  την  παρουσίαση  της  αντιπαράθεσης  από  τη  σκοπιά  του  που  γίνονται  εδώ).  Στο  εμπειρικό  επίπεδο  ο  Giddens  θα  διατηρήσει  τροποποιημένο  τον  όρο  «βιομηχανική  κοινωνία».  Επιχειρηματολογία  αυτής  της  επιλογής  βρίσκει  κανείς  και  στο  α'  κεφάλαιο  του  παρόντος βιβλίου. Για τον Giddens οι ερμηνευτικές τάσεις που συνέβαλαν στην κριτική / ρήξη  με  το  θετικισμό  /  λειτουργισμό  δεν  προσφέρουν  ικανές  εναλλακτικές  λύσεις.  Οι  προτάσεις  αυτές  δεν  μπορούν  να  καλύψουν  μεθοδολογικά  τα  κενά  που  αφήνει  η  απόρριψη  του  λειτουργισμού: Η πρόταση π.χ. του P. Winch, ‐ένας συνδυασμός αναλυτικής φιλοσοφίας που  στηρίζεται  στο  έργο  του  ώριμου  Wittgenstein  και  της  βεμπεριανής  μεθοδολογίας‐  για  την  κατανόηση  των  κανόνων  που  οι  άνθρωποι  ακολουθούν  προκειμένου  να  δράσουν  κατά  τον  τρόπο  που  ενεργούν,  δεν  είναι  επαρκής.  Έτσι  ο  Giddens  προσφέρει  τη  δική  του  προσέγγιση  που  απαντά  στο  επίπεδο  της  μεθόδου  κατά  του  λειτουργισμού  με  τη  θεωρία  της  δομοποίησης ‐στοιχεία της οποίας αναφέρθηκαν πιο πριν. Μια σειρά δυαδισμών, υπαρκτών  στο χώρο των κοινωνικών επιστημών και της κοινωνικής φιλοσοφίας, που συνδέονται με  το  διαχωρισμό  υποκειμένου‐αντικειμένου,  γίνεται  προσπάθεια  να  ξεπεραστεί  σ'  ένα  εννοιολογικό  σχήμα  που  προτείνει  τη  δυαδικότητα  της  δομής.  Σύμφωνα  με  τη  θεωρία  της  δομοποίησης  η  περιοχή  που  πρέπει  να  μελετήσουν  οι  κοινωνικές  επιστήμες  δεν  είναι  ούτε  αυτή της εμπειρίας των κοινωνικά δρώντων ατόμων, ούτε εκείνη των κοινωνικών ολοτήτων,  αλλά  οι  κοινωνικές  πρακτικές  όπως  αυτές  συγκροτούνται  και  αναπαράγονται  χωρο‐χρονικά  (Giddens Α., (1984), 1986: ΧΧΙ‐ΧΧΙΙ).  Με  τη  θεωρία  του  αυτή  καλύπτει  τόσο  την  πρόταση  του  Winch  καθώς  και  στοιχεία  άλλων  ερμηνευτικών  τάσεων,  στο  βαθμό  που  αποβλέπουν  στη  μελέτη  των  ατόμων  και  της  δραστηριότητάς τους, όσο και τη μελέτη δομών, θεσμών και κοινωνικών συστημάτων, χώρου  που  κατά  παράδοση  ερευνούν  ο  λειτουργισμός  και  ο  δομισμός  και  δεν  λαμβάνει  υπόψη  η  ερμηνευτική παρά μόνο σαν σημείο αναφοράς του κοινωνικού πράττειν. Στην προσέγγισή του  αυτή βασικές έννοιες του λειτουργισμού όπως «ανάγκη», «λειτουργία» δεν έχουν πια θέση.  Όμως υπάρχει ένα στοιχείο του λειτουργισμού που δεν μπορεί να παραβλεφθεί, γι' αυτό και  ο  Giddens  επιδιώκει  να  το  συμπεριλάβει  στη  δική  του  θεωρία.  Είναι  οι  μη‐προβλεπόμενες  συνθήκες και οι μη σκόπιμες συνέπειες του κοινωνικού πράττειν. Αυτές ακριβώς οι συνθήκες  που δεν μπορούν να ελεγχθούν από τη γνώση των κοινωνικά δρώντων ατόμων, καθώς και οι  μη‐σκόπιμες  συνέπειες  που  παράγονται,  συμβάλλουν  στην  αναπαραγωγή  των  κοινωνικών  πρακτικών,  μεταβάλλονται  δηλαδή  σε  μη  γνωστές  συνθήκες  αναπαραγωγής  του  κοινωνικού  συστήματος. Ο Giddens αποδέχεται την ύπαρξη αιτιακών νόμων στις κοινωνικές επιστήμες. Οι  νόμοι  αυτοί  εντοπίζονται  στις  διασυνδέσεις  μεταξύ  των  σκόπιμων  και  μη  σκόπιμων  συνεπειών των κοινωνικών πράξεων. Όμως οι νόμοι στις κοινωνικές επιστήμες έχουν ιστορικό  χαρακτήρα, δεν έχουν δηλαδή καθολικό χαρακτήρα και είναι δυνατόν να μεταβληθούν με την  επίγνωση  της  ύπαρξής  τους  από  τους  ανθρώπους.  Σαν  παράδειγμα  αναφέρει  τους  «νόμους  της αγοράς» σε μια ανταγωνιστική καπιταλιστική κοινωνία, που αναλύει ο Marx. H ισχύς των  νόμων αυτών εξασφαλίζεται από την έλλειψη κατανόησής τους και ελέγχου της οικονομικής  ζωής από τους παραγωγούς (Giddens Α., 1982: 15).  Στο επίπεδο της λογικής των κοινωνικών επιστημών αντί του θετικισμού ο Giddens προτείνει  τη  «διπλή  ερμηνευτική».  Η  σύγχρονη  ερμηνευτική  μετατόπιση  του  ενδιαφέροντος  από  την  «ψυχολογική»  κατανόηση  (που  επικράτησε  στις  κοινωνικές  επιστήμες  με  τη  συμβολή  του  Dilthey) στη γλώσσα, σημείο προσέγγισης νεότερης ερμηνευτικής (Gadamer, Apel, κ.λπ.) και  ώριμου  Wittgenstein  συμπληρώνεται  με  τη  φαινομενολογική  προσέγγιση  που  απευθύνεται  στη  διερεύνηση  της  καθημερινής  πρακτικής  των  ανθρώπων  και  των  αντιλήψεών  τους.  Η 

(10)

ερμηνευτική γίνεται διπλή γιατί, όπως διευκρινίστηκε πιο πριν, προσανατολίζεται τόσο στην  περιγραφή  των  «τρόπων  ζωής»  («Forms  of  Life»)  που  συγκροτούνται  και  συγκροτούν  την  ανθρώπινη  συμπεριφορά,  όσο  επίσης  και  τις  κοινωνικές  επιστήμες,  καθόσον  οι  ίδιες  συγκροτούν  έναν  «τρόπο  ζωής»  και  με  δική  τους  γλώσσα.  Όμως  οι  δυνατότητες  που  παρέχονται  από  μια  γλωσσική  προσέγγιση  της  κοινωνικής  ζωής  περιορίζονται  σε  μη‐ διαχρονικές  μικρο‐αναλύσεις  που  δεν  μπορούν  να  καλύψουν  το  πέρασμα  από  έναν  «τρόπο  ζωής» σ' έναν άλλο «τρόπο ζωής», ούτε να εκφράσουν τους κανόνες ενός «τρόπου ζωής» με  τους  κανόνες  ενός  άλλου  (Giddens  Α.,  1976:  17‐18).  Η  σπουδαιότητα  της  φιλοσοφίας  του  ώριμου  Wittgenstein  έγκειται  στη  σύνδεση  της  γλώσσας  με  συγκεκριμένες  κοινωνικές  πρακτικές.  Το  γεγονός  αυτό  δημιουργεί  κατά  τον  Giddens,  μια  άμεση  συνέχεια  και  σχέση  μεταξύ του Marx και του ώριμου Wittgenstein όσον αφορά την παραγωγή και αναπαραγωγή  της κοινωνίας ως κοινωνικής πράξης (Giddens Α., 1983: 4). Ο Giddens λοιπόν θα προχωρήσει  να  δώσει  μια  νέα  οντολογική  διάσταση  στην  ερμηνευτική,  ενσωματώνοντάς  την  στην  οντολογική θεωρία της δομοποίησης, που επιδιώκει αναλύσεις μακρο‐πρόθεσμων θεσμικών  αλλαγών, εξουσίας, κοινωνικών συγκρούσεων, κ.λπ. ‐ζητημάτων δηλαδή που δεν είχαν θέση  στην ερμηνευτική παράδοση (Giddens Α., 1982: 1).  β) Στην προσπάθειά του να υπερβεί μία σειρά αντινομιών που αναφύονται σ' ολόκληρη την  ιστορία  των  κοινωνικών  επιστημών  (Schumpeter  J.,  History  of  Economic  Analysis,  Allen  and  Unwin,  London  1955:  85  κ.επ.)  ίσως  προκαλεί  μια  καινούρια  ένταση:  όσο  κι  αν  ο  Giddens  προγραμματικά επιμένει ότι ούτε το υποκείμενο, (οι κοινωνικά δρώντες) ούτε το αντικείμενο  («κοινωνία»,  «κοινωνικοί  θεσμοί»,  κλπ.)  έχει  προτεραιότητα  ή  ότι  η  έννοια  της  πράξης  προϋποθέτει εκείνη του θεσμού και το αντίθετο, θα μπορούσε κανείς να διακρίνει μια ένταση  στο  έργο  του  μεταξύ  των  απόψεών  του  για  τη  «διπλή  ερμηνευτική»  που  η  βάση  της  είναι  «ανθρωπιστική»,  υποκειμενική  και  των  αναλύσεών  του  που  αφορούν  ζητήματα  εμπειρικού  κοινωνικού  περιεχομένου.  Θα  υποστηριχθεί  και  όχι  αβάσιμα,  ότι  ίσως  είναι  η  δομική  διάσταση  που  τελικά  επικρατεί  στην  επεξεργασία  θεμάτων  (Hechter  Μ.  1987).  Ακόμη  και  ο  ορισμός  που  δίνει  στην  κοινωνιολογία  έχει  μια  δομική  απόκλιση  (Gane  M.,  1983).  Στηριζόμενος  στις  αναλύσεις  της  «νεότερης  φιλοσοφίας  της  επιστήμης»  (Popper,  Kuhn,  Toulmin,  Hesse,  Feuerabend)  θα  υποστηρίξει  ότι  οι  επιστήμες  χρησιμοποιούν  εξίσου  την  «εξήγηση»  και  την  «κατανόηση»,  ότι  οι  σχέσεις  μεταξύ  σημασιολογικών  πλαισίων  ή  «παραδειγμάτων»  και  των  θεωριών  που  οι  επιστήμονες  συλλαμβάνουν  εντός  αυτών  των  «παραδειγμάτων»,  συνεπάγονται  προβλήματα  κατανόησης  σαν  εκείνα  που  κατεξοχήν  απασχολούν την ερμηνευτική (Giddens Α., 1982: 12). Επομένως ανοίγονται προοπτικές για την  άρση  της  από  παλιά  υπάρχουσας  αντίθεσης  μεταξύ  «κατανόησης»  («Verstehen»)  και  «εξήγησης  («Erklären»)  (Wright  G.  H.,  Explanation  and  understanding,  Routledge  and  Kegam  Paul, London, 1971 κεφ. Ι. Διαφαίνεται λοιπόν και στον Giddens μία πρόταση «ενότητας της  μεθόδου» για τις κοινωνικές και φυσικές επιστήμες σαν εκείνη του θετικισμού, όμως αυτή τη  φορά  στα  πλαίσια  της  ερμηνευτικής.  Τέτοιες  φυσικά  προτάσεις  υπάρχουν  πολλές  στην  ιστορία  των  κοινωνικών  επιστημών,  όπως  εκείνη  του  Max  Weber  που  παρουσιάζεται  στον  ίδιο τον ορισμό της κοινωνιολογίας ή για ν' αναφερθώ σε μια νεότερη, με περισσότερες ίσως  απαιτήσεις,  εκείνη  του  Κ.Ο  Apel  (Apel  Κ.Ο,  Α  «Communication  and  the  Foundations  of  the  Humanities»,  Acta  Sociologica  vol.15,  no  1,  1972).  To  πρόβλημα  σ'  αυτή  τη  διαμάχη  δεν  εντοπίζεται  στην  εξασφάλιση  της  ενότητας  μεταξύ  των  δύο  αυτών  διαφορετικών  μεθοδολογικών  διαδικασιών  και  ειδών  γνώσης  αλλά  του  επικαθορισμού  μεταξύ  τους  (Coniavitis  T.,  «Irrationalitet‐Rationalitet»,  Acta  Universitatis  Upsaliensis,  UPPSALA  1977:96‐ 100). Κάθε λοιπόν πρόταση άρσης των διαφορών πρέπει να αποβλέπει στην εξασφάλιση ίσων  όρων  στις  αντίπαλες  τοποθετήσεις  και  τα  επιδιωκόμενα  είδη  γνώσης  («νομοθετική»‐ «ιδιογραφική»  γνώση).  Είναι  γεγονός,  ότι  η  πρόταση  Giddens  εισάγει  αναμφισβήτητα  νέα  στοιχεία  όμως  δεν  φαίνεται  να  συμβάλλει  στην  άρση  της  διαμάχης  αφού  η  λύση  που  προτείνεται είναι μέσα στα πλαίσια της ερμηνευτικής ‐έστω κι αν αυτή είναι «διπλή». Είναι δε  λογικό,  στα  πλαίσια  της  διπλής  ερμηνευτικής  να  εξασφαλίζονται  οι  δυνατότητες 

(11)

«ιστορικοποίησης»  των  νόμων  χωρο‐χρονικά  ‐αν  φυσικά  αυτό  είναι  πάντα  ευκταίον‐  όμως  δεν  υπάρχουν  εχέγγυα  που  να  εξασφαλίζουν  την  «αντικειμενικότητα»  των  νόμων,  θεσμών,  κ.λπ. μέσα από την υποκειμενικοποίηση που επιβάλλει η ερμηνευτική (Coniavitis T., 1977: 96‐ 100,  Darllmyr  Ε.,  1982:  22‐23  στο  Giddens  Α.,  1982  Κεφ.1,  Callinicos  1985).  Ο  επαναπροσδιορισμός  όρων  όπως  «θεσμός»  κλπ.,  ως  «ανθρώπινων»  πρακτικών  εξασφαλίζει  την  υποκειμενικοποίησή  τους.  Όμως  μεταξύ  των  συνεπειών  του  κοινωνικού  πράττειν,  όπως  αναφέρθηκε πιο πριν, υπάρχουν και οι μη‐σκόπιμες συνέπειες με τις οποίες αναπαράγονται  τα  κοινωνικά  συστήματα,  καθώς  επίσης  υπάρχουν  και  οι  μη‐προβλεπόμενες  συνθήκες,  οι  οποίες  διατηρούν  αυτή  τους  την  ιδιότητα,  επειδή  οριοθετούνται  πάντα  πέρα  από  την  εκάστοτε  υποκειμενικότητα  και  την  προσδιορίζουν  τουλάχιστον  μερικά.  Τα  δε  προϊόντα  του  κοινωνικού  πράττειν  π.χ.  επιστημονικές  γνώσεις  και  τεχνολογία  δεν  αποτελούν  απλώς  εξωτερικές  συνθήκες  προβλεπόμενες  ή  μη‐  προβλεπόμενες  ‐αλλά  ενσωματωμένα  στοιχεία  των κοινωνικών συστημάτων.  Ο Giddens κατατάσσει τον εαυτό του στους νεο‐ρεαλιστές. Είναι ένα ρεύμα που επικράτησε  την  τελευταία  δεκαετία  (κλείνοντας  και  υπερβαίνοντας  την  παλιά  διαμάχη  μεταξύ  της  επικρατούσας  θετικιστικής  αντίληψης  για  την  επιστήμη  και  τους  Popper,  Kuhn,  Feuerabend,  Lakatos,  κ.λπ.),  με  κύριους  εκπροσώπους  τους  R.  Harre,  R.  Bhaskar,  M.  Hesse  στην  επιστημολογία και τους R. Keat, J. Urry, Τ. Benton, W. Outhwaite, Β. Jessop, D. Sayer κ.λπ., στις  κοινωνικές επιστήμες. Όπως και οι ρεαλιστές, ο Giddens αποδέχεται την ύπαρξη μηχανισμών  στην  κοινωνία,  στον  κόσμο,  που  θα  πρέπει  να  περιγραφούν,  αποδέχεται  ότι  αυτοί  οι  μηχανισμοί  είναι  δυνατόν  να  περιγραφούν  με  ακρίβεια  κατά  τον  παραδοσιακό  εμπειρικό  τρόπο,  παρατηρεί  δε  ότι  η  θεωρία  του  της  δομοποίησης  έχει  κοινά  σημεία  μ'  εκείνη  του  Bhaskar  (Transformational  Model)  για  την  κοινωνική  πραγματικότητα  (Bhaskar  R,  «Scientific  realism and human emancipation» VEPSO NCB London 1986, Κεφ. 2, Giddens Α., 1982; 14 και  1987:  110  στο  Mullan  b.  1987).  Το  πρόβλημα  όμως  είναι,  αν  η  ερμηνευτική  που  ο  Giddens  αποδέχεται  μπορεί  να  συνδυασθεί  με  τις  θέσεις  του  νεο‐ρεαλισμού.  Εδώ  ίσως  διαγράφεται  μια νέα πρόκληση για τον Anthony Giddens.  Θ Θωωμμάάςς  ΚΚοοννιιααββίίττηηςς  

 

Έργα του Α. Giddens 

Capitalism and modern social theory. An analysis of the writings of Marx, Durkheim and Max  Weber, Cambridge University Press, Cambridge 1971.  Politics and sociology in the thought of Max Weber, Allen & Unwin, London 1972.  The class structure of the advanced societies, Hutchinson, London 1973.  New rules of sociological method, Basic Books, New York 1976.  Emile Durkheim, Cambridge University Press, Cambridge 1972.  Studies in social and political theory, Hutchinson, London 1977.  Central problems in social theory, Macmillan, London 1979. 

(12)

A  contemporary  critique  of  historical  materialism,  Vol.  1,  Power,  property  and  the  state, 

Macmillan, London 1981. 

Profiles and critiques in social theory, Macmillan, London 1982.  Sociology. A brief but critical introduction, Macmillan, London 1982.  The constitution of society. Polity Press, Cambridge 1984. 

The  nation‐state  and  violence.  Volume  two  of  A  contemporary  critique  of  historical  materialism, Polity Press, Cambridge 1985.  Social theory and Modern Sociology, Polity Press, London 1987.  Ανθολογία  Giddens A. (ed.) Positivism and Sociology, Heinemann, London 1974.  Giddens A. and Held D. (ed.). Class, power and conflict, Macmillan, London 1982.  Giddens A. and Mackenzi G. (ed.), Social class and division of labour, Camridge, Un. Pr. 1982.  Giddens A. and Turner J. (ed.), Social theory today, Stanford Un. Pr. 1987. 

(13)

Πρόλογος 

Κατά  τη  διάρκεια  της  προηγούμενης  πάνω  κάτω  δεκαετίας  έγιναν  σημαντικές  αλλαγές  στην  κοινωνιολογία και στις κοινωνικές επιστήμες γενικότερα. Ωστόσο, αυτές οι εξελίξεις, ως επί το  πλείστον έχουν μελετηθεί μόνο σε κείμενα ιδιαιτέρως περίπλοκα τα οποία δεν είναι εύκολα  προσιτά  σε  ανθρώπους  που  δεν  έχουν  εξοικειωθεί  με  το  θέμα.  Αυτό  με  παρακίνησε  να  γράψω  αυτό  το  βιβλίο  με  σκοπό  να  προσφέρω  μια  εισαγωγή  στην  κοινωνιολογία,  η  οποία  αντανακλά  τις  υπάρχουσες  εξελίξεις  κάνοντάς  τες  προσιτές  στον  αρχάριο  αναγνώστη.  Ονομάζω το βιβλίο «κριτική εισαγωγή» για δύο λόγους. Είναι κριτική μιας κατηγορίας ιδεών,  οι οποίες για ένα μεγάλο διάστημα αποτέλεσαν την παραδοσιακή γνώση της κοινωνιολογίας.  Αλλά  ισχυρίζομαι,  επίσης,  ότι  η  κοινωνιολογία  εκλαμβανόμενη  με  τον  τρόπο  που  παρουσιάζεται  εδώ,  είναι  αναγκαστικά  άμεσα  συνδεδεμένη  με  την  κοινωνική  κριτική.  Η  κοινωνιολογία δεν μπορεί να είναι ένα ουδέτερο διανοητικό εγχείρημα, αδιάφορο απέναντι  στις  πρακτικές  επιπτώσεις  των  αναλύσεών  του  σ'  εκείνους,  των  οποίων  η  συμπεριφορά  διαμορφώνει το αντικείμενο της μελέτης της.  Αυτό  το  βιβλίο  διαφέρει  από  τα  περισσότερα  εισαγωγικά  κείμενα  στην  κοινωνιολογία  από  πολλές  απόψεις.  Περιλαμβάνει  μία  μελέτη  των  βασικών  προβλημάτων  της  κοινωνικής  θεωρίας ‐τον πυρήνα των θεωρητικών ανησυχιών‐ τις οποίες η κοινωνιολογία μοιράζεται με  όλες  τις  κοινωνικές  επιστήμες.  Δεν  υιοθετώ  τη  συνήθη  άποψη  ότι  αυτά  τα  θέματα  είναι  ασήμαντα γι' αυτούς που επιζητούν μία πρώτη γνωριμία με την κοινωνιολογία. Ούτε δέχομαι  την  εξίσου  συνήθη  άποψη  ότι  τέτοια  ζητήματα  είναι  πολύ  περίπλοκα  για  να  κατανοηθούν,  πριν  ο  αναγνώστης  γνωρίσει  τέλεια  το  εμπειρικό  περιεχόμενο  του  θέματος.  Στην  ανάλυση  αυτού του εμπειρικού περιεχομένου τονίζω ορισμένα σημεία, τα οποία διαφέρουν από όσα  υπάρχουν  συνήθως  στις  εισαγωγικές  μελέτες.  Αρκετές  αναλύσεις  της  κοινωνιολογίας  γράφονται  κυρίως  σε  σχέση  με  μια  συγκεκριμένη  κοινωνία  ‐αυτή  στην  οποία  ζει  ο  συγγραφέας  ή  το  κοινό  στο  οποίο  απευθύνεται  το  βιβλίο.  Προσπαθώ  να  αποφύγω  αυτό  το  είδος τοπικισμού, πιστεύοντας ότι ένα από τα κύρια καθήκοντα της κοινωνιολογικής σκέψης  είναι  να  απελευθερωθεί  από  τα  όρια  του  οικείου.  Ίσως,  όμως,  το  κύριο  χαρακτηριστικό  γνώρισμα  του  βιβλίου  είναι  η  έντονα  ιστορική  έμφαση.  Η  «κοινωνιολογία»  και  η  «ιστορία»  κανονικά  μπορεί  να  διδάσκονται  σαν  να  ήταν  ξεχωριστοί  τομείς  μελέτης,  όμως  εγώ  θεωρώ  μια τέτοια άποψη εντελώς λανθασμένη.  Προσπάθησα  να  είμαι  σύντομος  και  αυτό  σημαίνει  ότι  πρέπει  να  γίνει  κάποια  προσπάθεια  από  άποψη  κατανόησης.  Δεν  προσπαθώ  να  καλύψω  εγκυκλοπαιδικά  την  ποικιλία  των  θεμάτων  τα  οποία  αποτελούν  γνήσιες  περιοχές  κοινωνιολογικού  ενδιαφέροντος.  Ο  αναγνώστης που θέλει μία τέτοια κάλυψη πρέπει να κοιτάξει κάπου αλλού.  A Anntthhoonnyy  GGiiddddeennss  

 

Ευχαριστίες 

Ο  συγγραφέας  και  οι  εκδότες  θέλουν  να  ευχαριστήσουν  αυτούς,  που  ευγενικά  έδωσαν  την  άδειά τους για τη χρήση του κοπυράιτ των έργων τους: τον Ελεγκτή της Υπηρεσίας Κρατικών 

(14)

Εκδόσεων της Αυτής Μεγαλειότητος για τα στοιχεία από το Social Trends∙ τα Ηνωμένα Έθνη  για τους πίνακες από το United Nations Statistical Yearbook (1981) 1983. Καταβλήθηκε κάθε  προσπάθεια  να  έρθουμε  σε  επαφή  με  τους  κατόχους  του  κοπυράιτ,  εάν,  όμως,  λόγω  απροσεξίας  μας διέφυγε  κάποιος, θα  χαρούμε να  κάνουμε τις  απαραίτητες  διευθετήσεις με  την πρώτη ευκαιρία. 

References

Related documents

M1L (make 1 – left slanting) An increase worked by lifting the horizontal strand lying between needles from.. front to back and placing it onto the

In the K to 12 curriculum, a student’s grade is based on his/her written work, performance task and quarterly

A Definition of Configuration Management Storage (Controlled) Status reporting CMitem Identification Need from plan Metadata Metadata CMitem Reports Change control Metadata Change

Among gray matter regions where MJ users differed from controls in gyrification indices [LH DLPFC, bilateral OFC, bilateral vmPFC, bilateral mPFC, and bilateral frontal

En dependencia de cuáles sean las estructuras predominantemente afectadas se identifican cuatro variedades de presentación clínica: atrofia muscular progresiva

If lower solution treatment temperature is used, the alloying elements will not have complete dissolution and become unavailable for precipitation hardening and

Unlike IncrementalMinimize, the efficient isEquiv algorithm, as given in Algorithm 5, was changed significantly in the process of implementation. Specifically, because recursion

Correlations between increases in the thermal anneal temperature and the mean interface diffusion length of hydrogen have been shown, describing a mechanism where the probability