CINDY GERARD - ΜΕ ΤΗΝ ΟΡΜΗ ΤΗΣ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑΣ.pdf

161  282  Download (0)

Full text

(1)
(2)
(3)

Με την Ορμή

της Καταιγίδας

CINDY GERARD

Μετάφραση: Φρίντα Καψάλη ΧΑΡΛΕΝΙΚ ΕΛΛΑΣ Ε Κ Δ Ο Τ Ι Κ Η A. Β. Ε. Ε. Φειδίσυ 18,106 78 Αθήνα Τηλ.: 210 3609 438,210 3629 723 www.arlekin.gr

(4)

S t o r m o f S e d u c tio n

© 2004 C indy G erard

© 2014 Χ Α ΡΛΕΝ ΙΚ ΕΛΛΑΣ ΕΚ ΔΟ ΤΙΚ Η ABEE γ ια τη ν ελληνική γλώ σσα, κ α τό π ιν σ υμ φ ω νίας με τη H A R LEQ U IN BO OKS S.A. A ll rig h ts reserved.

T o λ ο γότυ π ο Α ΡΛ ΕΚ ΙΝ και τ ο σ χέδ ιο του Ρόμβου είν α ι εμπ ορικά σήματα ιδ ιο κ τη σ ία ς τ η ς H arlequin E n te rp rise s Lim ited ή τω ν θυγατρικώ ν ετα ιρ ειώ ν τη ς και χρ η σ ιμ ο π ο ιο ύ ν τα ι α π ό άλλους κ α τό π ιν αδείας. Η εικόνα εξω φ ύλλου χρ η σ ιμ ο π ο ιείτα ι κατόπ ιν σ υμ φ ω νίας με τη H arlequ in Books S.A. A ll rig h ts reserved.

Μ ετάφ ραση: Φ ρίντα Καψ άλη Επιμέλεια: Φ ω τεινή Μ αΐτογλου Δ ιόρθω ση: Σ ω τηρία Α ποσ τολά κη Το βιβλίο αυτό είναι έργο μυθοπλασίας. Τα ονόματα, οι χαρακτήρες, οι τοποθεσίες και τα περιστατικά είτε είναι προϊόν της φαντασίας του συγγραφέα είτε χρησιμοποιούνται κατά τρόπο μυθιστορηματικό. Οποιαδήποτε ομοιότητα με πραγματικά πρόσωπα, εν ζωή ή όχι, γεγονότα, τοποθεσίες, ιδρύματα ή επιχειρήσεις είναι εντελώς συμπτωματική. Απαγορεύονται η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή -ολική, μερική ή περιληπτική-, η κατά παράφραση ή διασκευή απόδοση του κειμένου με οποιονδήποτε τρόπο -μηχα­ νικό, ηλεκτρονικό, φωτοτυπικό, ηχογράφησης ή άλλον- χωρίς προηγούμενη γραπτή άδεια του εκδότη, σύμφωνα με το Νόμο 2121/1993 και τις διεθνείς συμβάσεις περί πνευματικής ιδιοκτησίας. ISSN 1105-8242 BIANCA - ΤΕΥΧΟΣ 1320 Τυπώθηκε και βιβλιοδετήθηκε στην Ελλάδα.

(5)

1

ΗΤΑΝ ΕΡΩΤΕΥΜΕΝΗ. Τρελά ερωτευμένη. Και μια ερωτευμένη γυ­ ναίκα μπορούσε να κάνει φοβερά πράγματα, να διαπράξει ασυγχώ­ ρητες αθλιότητες -όλα αυτά εν ονόματι του έρωτα. Αφού κρύφτηκε καλύτερα στις σκιές του δάσους, η Τόνια Γκρί- φιν προσευχήθηκε να μην τη δει ο άτιμος Ντέιμιεν -ευτυχώς που επιτέλους τον είχε βρει πάλι. Την πρώτη φορά που τον είχε δει, πριν από μια βδομάδα και κάτι, είχε λιώσει από έρωτα. Από τότε ευχόταν να τον ξαναβρεί. Εν ονόματι του έρωτα, έδωσε άφεση αμαρτιών στον εαυτό της που παραβίαζε την προσωπική του ζωή και εκμεταλλευόταν την εμπιστοσύνη του. Σήκωσε τη φωτογραφική της μηχανή, τη ρύθμισε κατάλληλα για το φυσικό φως του Σεπτέμβρη και εστίασε. «Σε τσάκωσα, ανελέητε σατανά», ψιθύρισε, αποφεύγοντας προ­ σεκτικά ένα πεύκο που της έκοβε τη θέα. Ο Ντέιμιεν δεν ήξερε ότι η Τόνια τον παρακολουθούσε ή ότι τον φωτογράφιζε -τουλάχιστον όχι ακόμα. Σύντομα όμως θα διαισθα­ νόταν την παρουσία της, γι’ αυτό εκείνη έπρεπε να βιαστεί πριν χάσει το απογευματινό φως ή ξεσπάσει η καταιγίδα που είχε προ- βλέψει η μετεωρολογική υπηρεσία. Επίσης, έπρεπε να βιαστεί πριν ο Ντέιμιεν χαθεί καταλαβαίνοντας το σκοπό της. Δε θα του άρεσε. Δε θα του άρεσε καθόλου αυτή η απαθανάτιση, έστω κι αν ήταν σε φιλμ. «Συγνώμη, Ντέιμιεν», μουρμούρισε με απολογητικό τόνο η Τόνια καθώς ζούμαρε.

(6)

Η λεπτομέρεια που της πρόσφερε το κοντινό πλάνο την έκανε να ριγήσει ολόκληρη, παρ’ ότι ήταν μια ζεστή φθινοπωρινή μέρα. Ήταν εκπληκτικός. Τα πανέξυπνα μάτια του, σκούρα σαν το πλού­ σιο τρίχωμά του, πλανήθηκαν εξεταστικά στο δάσος με τα πεύκα και τις φλαμουριές, από ύψος ένα και ογδόντα τρία που ήταν το ανάστημά του. «Ψηλός, μελαχρινός και θανατηφόρος», μουρμούρισε η Τόνια μ’ ένα τρυφερό χαμόγελο. «Νιώθεις κυρίαρχος του κόσμου, μεγάλε;» Το κεφάλι του γύρισε προς το μέρος της και απ’ το λαιμό του βγήκε ένα βαθύς βρυχηθμός. «Ωχ». Η Τόνια χαμήλωσε τη φωτογραφική μηχανή και κράτησε την αναπνοή της -καταλαβαίνοντας ότι ξαφνικά αντιστρέφονταν οι ρόλοι θηράματος και κυνηγού. Η καρδιά της βούλιαξε και άρχισε να χτυπάει σαν ταμπούρλο στο στήθος της· ο ήχος έφτανε στ’ αυτιά της σαν τα κύματα που έσκαγαν στις βραχώδεις ακτές της λίμνης κάπου στα ενενήντα μέ­ τρα απόσταση. Θανατηφόρος. Η λέξη αντηχούσε προειδοποιητικά στο μυαλό της Καθώς σήκω­ νε πάλι τη μηχανή για να τραβήξει μερικές φωτογραφίες. Το οργισμένο γρύλισμά του ανατάραξε τα ξεραμένα φύλλα, τις πευκοβελόνες και τον αέρα, σαν έκρηξη πριν απ’ την απογευματινή καταιγίδα. Εντελώς ακίνητη μέσα στη σιωπή -παγωμένη, για την ακρίβεια- η Τόνια τον είδε να την πλησιάζει με δυο μεγάλες, βαριές δρασκελιές. Για να της θυμίσει ποιος έκανε κουμάντο. Για να την προειδοποιήσει ότι το είχε παρατραβήξει. Η Τόνια σκέφτηκε ότι κινδύνευε να πεθάνει. Θα έκαναν εβδομά­ δες ολόκληρες μέχρι να τη βρουν. Ξαφνικά, ένιωσε πολύ μόνη και πολύ τρομαγμένη. Μέσα στον πανικό της, σκέφτηκε με θλίψη όσα πράγματα ήθελε να κάνει στη ζωή της. Όσα δε θα έκανε ποτέ. Και

(7)

μετά σταμάτησε να σκέφτεται, βλέποντάς τον να κάνει απειλητικά άλλο ένα βήμα μπροστά. Τα πνευμόνια της έκλεισαν και η καρδιά της βούλιαξε. Ετοιμά­ στηκε για το αναπόφευκτο πλήγμα, όταν, ως εκ θαύματος, ο Ντέι- μιεν κοντοστάθηκε και έκανε μεταβολή. Η Τόνια κατάφερε ν’ αναπνεύσει πάλι καθώς ο Ντέιμιεν έτρεχε σε μια συστάδα από πεύκα και σημύδες τόσο πυκνή, που τον κα­ τάπιε προτού προλάβει να κάνει καλά καλά τέσσερις δρασκελιές. Το χαρακτηριστικό μούδιασμα των δαχτύλων της την έκανε να καταλάβει ότι έσφιγγε τη μηχανή. Η πίεση στην κύστη της την έκανε ν’ αντιληφθεί πόσο είχε τρο­ μάξει. Ένα σπασμωδικό γέλιο βγήκε από μέσα της. Από τα τεντωμένα νεύρα της. Από την ανακούφιση. «Αυτό πάει να πει έρωτας», μουρμούρισε μ’ ένα τρεμάμενο χαμό­ γελο, παίρνοντας με γρήγορο βήμα το δρόμο για το σπίτι. «Πρέπει να είναι έρωτας», κατέληξε, με την αδρεναλίνη να ρέει ορμητικά στις φλέβες της. Τρέχοντος πια προς την αντίθετη κατεύθυνση, είδε επιτέλους ένα δαχτυλίδι σκόνης να βγαίνει απ’ το ξύλινο σπιτάκι στο ξέφωτο περίπου τετρακόσια μέτρα μπροστά. «Αλλιώς τώρα θα είχα πεθά- νει και δε θ’ αναρωτιόμουν αν προλαβαίνω να πάω στην τουαλέτα πριν τα κάνω πάνω μου». Παρά το φόβο της, γέλασε ευτυχισμένη με την επιτυχία της ν’ αποθανατίσει τον Ντέιμιεν στο δάσος -καμιά τρακοσαριά κιλά θη­ ρίο. Ήταν, χωρίς αμφιβολία, η μεγαλύτερη, η πιο τρομακτική και η πιο όμορφη μαύρη αρκούδα της Κομητείας Κούτσετσενγκ στη Μινεσότα. Και για λίγο -μόνο για λίγο- ήταν δικός της. * * * «Απίστευτο», μουρμούρισε ο Γουέμπ Τάιλερ σιγανά καθώς την είδε

(8)

να βγαίνει απ’ το δάσος και να περνάει τρέχοντος από μπροστά του ξεκαρδισμένη στα γέλια. Η Τόνια Γκρίφιν δεν έστρεψε ούτε μια φορά τα γαλανά ματάκια της προς το μέρος του. Ή τουλάχιστον ο Γουέμπ υπέθετε ότι ήταν η ερημίτισσα δεσποι­ νίς Γ κρίφιν. Δεν την είχε γνωρίσει. Είχε δει όμως φωτογραφίες της από την άγρια φύση -συνήθως ασπρόμαυρες και πάντα μακρινές, κοκκώδεις φωτογραφίες από τις δουλειές της σε διάφορες γωνιές του πλανήτη. Ήξερε τη δουλειά της. Όπως ο καθένας που είχε πιάσει στα χέρια του ένα τεύχος του Νάσιοναλ Τζεογκράφικ ή άλλα σχετικά περιοδικά. Και ο καθένας ήξερε ότι το ταλέντο της ήταν μοναδικό. Γι’ αυτό ήταν εκεί ο Γουέμπ. Η Τόνια Γκρίφιν ήταν η καλύτερη. Και αφού εκείνος χρειαζόταν τον καλύτερο για τη δουλειά του, είχε αφήσει πίσω του απρόθυμα τον πολιτισμό και το άνετο κρεβάτι του, για να πετάξει ξημερώματα από το αεροδρόμιο Κένεντι ώστε να την πείσει να υπογράψει ένα αποκλειστικό συμβόλαιο με τον εκδοτικό όμιλο Τάιλερ-Λανίερ. Το τζετ της εταιρείας ήταν κλεισμένο και ο Γουέμπ είχε ανα­ γκαστεί να πετάξει με το κοινό αεροπλάνο μέχρι τη Μινεσότα. Η Περλ, η γραμματέας του, είχε ξεχάσει να τον ενημερώσει γι’ αυτή τη λεπτομέρεια. Ύστερα από μια εκνευριστική τρίωρη στάση στη Μινεάπολη, είχε στριμωχτεί σ’ ένα μικρό αεροσκάφος για τη δίωρη πτήση στο Ιντερνάσιοναλ Φολς της Μινεσότα, μια πόλη δέκα χιλιά­ δων κατοίκων κοντά στα καναδικά σύνορα. Δεν είχε βρει αυτοκίνη­ το πολυτελείας στο μοναδικό γραφείο ενοικιάσεων, και έτσι είχε συμβιβαστεί αναγκαστικά με μια μικρή σακαράκα. Τα πράγματα πήγαιναν απ’ το κακό στο χειρότερο. Του είχαν πει ότι θα έκανε δύο ώρες για το προστατευόμενο δάσος με τις αρκού­ δες όπου κρυβόταν η Τόνια Γ κρίφιν. Δύο ώρες, αν δε χανόταν. Μόνο που ο Γουέμπ είχε χαθεί. Πολλές φορές. Τέσσερις ώρες και τριάντα επτά λεπτά αργότερα, είχε φτάσει επιτέλους εκεί που ήθελε

(9)

-τρό-πος του λέγειν-, αφού λίγο έλειψε να θάψει το νοικιασμένο αυτοκί­ νητο σε μια λακκούβα στο μέγεθος της... Αλάσκας. Το αυτοκίνητο έκανε έναν περίεργο θόρυβο από τότε, κάτι σαν τικ, γους, τικ, γους, αλλά ο Γουέμπ το αγνοούσε επειδή δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. Δεν ήταν σπουδαίος με τις μηχανές των αυτοκινήτων. Όπως δεν ήταν σπουδαίος εξερευνητής και άνθρωπος της υπαίθρου. Με τα χέρια στη μέση του, κοίταξε γύρω του σκυθρωπά, κούνη­ σε το κεφάλι του και αναστέναξε κουρασμένα. Ήταν τόσο μακριά απ’ τους συνηθισμένους προορισμούς του, που δεν είχε καν νόημα να μετράει την απόσταση με χιλιόμετρα. Και καθώς ήταν αστός μέχρι το μεδούλι, δεν έβλεπε την ώρα να φύγει απ’ αυτό τον αγριό- τοπο των ελαφιών και των κουνουπιών. Ενώ στεκόταν εκεί, τριγυρι- σμένος από βράχους, δέντρα, ουρανό και την πιο βαριά σιωπή που είχε γνωρίσει ποτέ, το προφανές ερώτημα ήταν πώς του είχε έρθει. Του είχε έρθει επειδή σκεφτόταν την επιβίωση. Την επαγγελμα­ τική του επιβίωση. Ή τουλάχιστον το επαγγελματικό του όνομα. Για να το διασφαλίσει, χρειαζόταν την Τόνια Γκρίφιν -είτε ήθελε να συμμετάσχει στα σχέδιά του είτε όχι. Ο Γουέμπ εξέπνευσε αργά αργά και την παρακολούθησε με απροκάλυπτο ενδιαφέρον. Πώς ήταν δυνατόν να μην τον δει στην άκρη του ξέφωτου; Χαμογέλασε απρόθυμα με την προσήλωσή της, παρ’ ότι ήταν πολύ περίεργο να τον προσπεράσει σαν να ήταν αόρατος -σαν να μη στεκόταν λίγα μέτρα πιο κει, οπωσδήποτε μέ­ σα στο οπτικό της πεδίο. Αντί να συστηθεί κατευθείαν, ο Γ ουέμπ την παρακολούθησε αμί­ λητος να τρέχει στο παμπάλαιο σαλέ του ξέφωτου. «Δε λέει γεια αυτή;» είπε όταν χάθηκε μέσα στο σπίτι. Έμεινε να κοιτάζει την κλειστή πόρτα για λίγο. «Τώρα τι κάνουμε, μεγάλε;» Τώρα, προφανώς, θα περίμενε. Είχε αναλάβει μια διπλωματική αποστολή. Μια αποστολή απ’ την οποία εξαρτιόταν το επαγγελμα­ τικό του όνομα.

(10)

«Ήρθες εδώ να την καλοπιάσεις», θύμισε στον εαυτό του, προ- κειμένου ν’ ανεχτεί, όσο κι αν του ήταν δύσκολο, τις φημολογούμε- νες ιδιορρυθμίες της ερημίτισσας. Ήταν ανεκτικός άνθρωπος. Απόδειξη, ότι βρισκόταν εκεί. Ανεχό­ ταν ένα σωρό πράγματα, και για κάποιον ανεξήγητο λόγο περίμενε να γοητεύσει μια γυναίκα η οποία, χωρίς καμιά αμφιβολία, θ’ απο- δεικνυόταν πολύ ζόρικη. Ο Γουέμπ έσκυψε και πήρε το κασελάκι παραλλαγής που είχε πέσει απ’ το κεφάλι της. Ναι, σκέφτηκε, σκοτώνοντας ένα κουνούπι στο λαιμό του, ήταν πολύ ανεκτικός. Το χτύπημα μιας πόρτας τον έκανε να σηκώσει το κεφάλι του και να κοιτάξει το παλιό σαλέ. Ο στόχος της αποστολής του στη μέση του πουθενά στεκόταν στο κεφαλόσκαλο κοιτώντας τον κατάματα μ’ ένα συνοφρύωμα που έδινε στα γαλανά μάτια της το χρώμα του κοβαλτίου. «Βρίσκεσαι σε ξένη ιδιοκτησία». Όχι μόνο ξένη ιδιοκτησία, αλλά και εχθρικό έδαφος, συλλογί­ στηκε ο Γουέμπ, καταφέρνοντας με το ζόρι να χαμογελάσει. Δεν ήταν τόσο δύσκολο. Ποτέ δεν ήταν δύσκολο να χαμογελάσει σε μια γυναίκα και, μολονότι η Τόνια Γκρίφιν δεν ήταν καλλονή, θα μπο­ ρούσε να χαρακτηριστεί εμφανίσιμη με βάση τα κριτήρια της αμε­ ρικανικής επαρχίας. «Κι εσένα είναι δύσκολο να σε βρει κανείς». Η Τόνια Γκρίφιν σταύρωσε τα μπράτσα της στο στήθος της και τον κοίταξε καχύποπτα. «Αφού με βρήκες, δεν είναι και τόσο δύ­ σκολο τελικά». Ο Γουέμπ έκανε ένα βήμα μπροστά και άπλωσε το χέρι του. «Γουέμπ Τάιλερ». Η Τόνια Γ κρίφιν δεν το κούνησε ρούπι, απλώς άρπαξε το καπέλο της απ’ το χέρι του. «Ξέρω ποιος είσαι». «Ωραία», απάντησε ο Γ ουέμπ. Δεν ήταν περίεργο που τον ήξερε.

(11)

«Τότε δε χρειάζεται να πω περισσότερα. Το καλό είναι ότι ξέρω κι εγώ ποια είσαι». Η Τόνια Γκρίφιν τον κοίταξε για μια στιγμή κι ύστερα ξεφύσηξε ενοχλημένη. «Τι θέλεις, Τάιλερ;» Θα ήθελα να είμαι οπουδήποτε αλλού εκτός από δω, κούκλα μου. «Για αρχή ένας καφές θα ήταν ό,τι πρέπει». Εκείνη ακούμπησε στην κουπαστή της βεράντας και του έδειξε με το πιγούνι της το δρόμο. «Το Ντρίφτγουντ Καφέ απέχει τριάντα δύο χιλιόμετρα από δω και είναι στην αριστερή πλευρά του δρό­ μου», του είπε με αβρό ύφος. «Αποκλείεται να μην το δεις. Και έχει καλή πίτα». Ο Γουέμπ ήταν σχεδόν σίγουρος ότι θα το έβρισκε, μια και είχε καταλήξει τρεις φορές στο σταυροδρόμι του Ντρίφτγουντ Καφέ προσπαθώντας να βρει τη σωστή στροφή για το σαλέ. Δεν μπόρε­ σε να μη γελάσει με την ανικανότητά του ν’ ακολουθήσει οδηγίες, τη γελοία κατάσταση και το δικό της σκυθρωπό ύφος. «Δεν είσαι πολύ φιλόξενη, ε;» «Δουλεύω, κύριε Τάιλερ. Η κοινωνική ζωή μου ξεκινάει σε πέντε ώρες περίπου». «Καλώς». Ο Γουέμπ πίεσε τον εαυτό του να χαμογελάσει πάλι φι­ λικά, αλλά εκείνη κατέβηκε και πέρασε από μπροστά του φουριόζα για δεύτερη φορά μέσα σε λίγη ώρα. «Θα περιμένω να τελειώσεις για να μιλήσουμε». Η Τόνια κοίταξε πίσω της και ανασήκωσε τους ώμους της αδιά­ φορα. «Όπως θέλεις». Ο Γουέμπ στάθηκε εκεί και την παρακολούθησε μαγεμένος άθελά του. Ο απογευματινός ήλιος έβαφε χρυσαφένια τα ξανθά μαλλιά της, που ήταν μαζεμένα πρόχειρα σε μια χοντρή κοτσίδα. Μερικές μεταξένιες μπούκλες χάιδευαν το πρόσωπο και το λαιμό της, γεμάτες κομματάκια από φύλλα και κλαδιά, όπως παρατήρησε

(12)

ο Γουέμπ ξεφυσώντας αποδοκιμαστικά καθώς προχωρούσε προς τα σκαλιά της βεράντας. Κάθισε στο τελευταίο σκαλί, έπλεξε τα χέρια του και στήριξε τους αγκώνες του στα γόνατά του, αποφασισμένος να την περι­ μένει όσο χρειαζόταν. Κάποια στιγμή θ’ αναγκαζόταν να του δώσει σημασία. Παρ’ ότι το βλέμμα του πλανήθηκε για λίγο στο ξέφωτο, κατέλη­ ξε αναπόφευκτα στην Τόνια Γκρίφιν. Απέδωσε το ενδιαφέρον του για τη σιλουέτα της στη βαριεστιμάρα. Το σίγουρο ήταν ότι κανέ­ νας άντρας δε θα της έριχνε δεύτερη ματιά για άλλο λόγο. Βαριεστιμάρα. Ήταν μια λέξη που συνόψιζε με ακρίβεια την κα­ τάσταση. Ο Γ ουέμπ βρισκόταν μόλις δυο ώρες στη μέση του που­ θενά και ήδη κόντευε να πεθάνει από πλήξη. Πλήξη για τα δέντρα, για την αίσθηση της απομόνωσης, για την κολασμένη ησυχία του δάσους. Ήδη του έλειπαν η φασαρία της Νέας Υόρκης, τα φώτα της και οι γρήγοροι ρυθμοί της. Δεν είχε την πολυτέλεια να απου­ σιάζει απ’ το περιοδικό τόσον καιρό, αλλά, σύμφωνα με την Περλ, δεν είχε ούτε την πολυτέλεια να μην κάνει το ταξίδι προκειμένου να κλείσει συμβόλαιο με τη μοναδική Τόνια Γκρίφιν. Κι όμως, όσο την άκουγε να κοπανάει κάτι σ’ ένα υπόστεγο και μετά να βγαίνει μ’ ένα σωρό κύπελλα γεμάτα σκυλοτροφή, συνέ­ λαβε τον εαυτό του να τη θαυμάζει. Ήταν γελοία η ανταπόκριση της λίμπιντό του σ’ αυτή την εικόνα. Η Τόνια Γκρίφιν δεν είχε καμία σχέση με τον τύπο της γυναίκας που τον τραβούσε. Για την ακρί­ βεια, ο Γουέμπ δεν ήταν σίγουρος ποιον τύπο άντρα θα τραβούσε. Ποιος άντρας θα ερωτευόταν την άχαρη φωτογράφο που προ­ τιμούσε τα τετράποδα σαρκοφάγο από τους άντρες και ντυνόταν με διάφορες αποχρώσεις του χακί; Κάθε τόσο σίγουρα θα έβαζε κι ένα πουλοβεράκι σε ασορτί χρώμα για ποικιλία. Η μονοτονία της περιβολής της συναγωνιζόταν αυτήν του ναυτικού -ειδικά σε συν­ δυασμό με τις λασπωμένες ορειβατικές μπότες της.

(13)

Ο Γουέμπ τέντωσε μπροστά του τα πόδια του, σταύρωσε τους αστραγάλους του και στήριξε τους αγκώνες του στο σκαλί πίσω του, προετοιμασμένος να περιμένει. Η προσπάθεια της Τόνιας Γκρίφιν να κρύψει τη θηλυκότητά της δεν ήταν και τόσο πετυχη­ μένη τελικά. Το στήθος της λικνιζόταν ελαφρά κάτω απ’ το πουκά­ μισο με κάθε της κίνηση, όπως πρόλαβε να δει φευγαλέα εκείνος. Ήταν μάλλον ωραίο, αλλά η Τόνια Γ κρίφιν σίγουρα δεν είχε καμία πρόθεση να το προβάλει προς όφελος της -ή προς ευχαρίστηση ενός άντρα. Ο Γουέμπ έγειρε το κεφάλι του, κοίταξε καλά καλά τα πόδια της και κατέληξε ότι δεν ήταν άσχημα, αν εξαιρούσε τα τσιμπήματα των εντόμων, τις γρατζουνιές, τις μελανιές και τη λάσπη στα γό­ νατά της. Η αλήθεια ήταν ότι οι γλουτοί της ήταν αριστούργημα, ακόμα και κρυμμένοι κάτω απ’ το φαρδύ σορτς. Το ρήμα κρύβω ήταν το κλειδί εδώ. Ο Γ ουέμπ δεν την ήξερε προ­ σωπικά, αλλά γνώριζε αρκετά πράγματα για εκείνη. Όσα του είχαν πει για την Τόνια Γκρίφιν με το ωραίο στήθος, τους εξαιρετικούς γλουτούς και τα λαμπερά αγγελικά μαλλιά σήμαιναν ότι ήθελε να κρύψει ό,τι θηλυκό είχε πάνω της. Όπως ήθελε απελπιστικά να κρυφτεί από τον πολιτισμό, ζώντας σαν αγρίμι. Οπωσδήποτε δεν ήταν ο τύπος της γυναίκας που καταλάβαινε εκείνος. Όχι ότι δεν ήταν ελκυστική. Είχε όμορφα γαλανά μάτια -που πρέπει να άστραφταν όταν γελούσε. Μόνο που εκείνος τα είχε δει στο χρώμα του ουρανού πριν απ’ την καταιγίδα. Τα χείλη της ήταν γεμάτα και φιλήδονα, η μύτη της καλοκαμωμένη και χαρι­ τωμένη, το μέτωπο και τα ζυγωματικά της ψηλά. Με λίγο μακιγιάζ θα ήταν πολύ καλή. Να ο τύπος της γυναίκας που καταλάβαινε ο Γ ουέμπ. Ήταν οι γυ­ ναίκες που ήξεραν να καλλωπιστούν, να ντυθούν με ακριβά ρούχα και να χτενιστούν στην εντέλεια. Γυναίκες με περιποιημένα νύχια,

(14)

CINDY GERARD προκλητική εμφάνιση και ψηλοτάκουνα. Του άρεσαν η κομψότητα, η φιλοδοξία και τα ερωτικά παιχνίδια. Δεν καταλάβαινε μια γυναίκα που μύριζε εντομοαπωθητικό και κουβαλούσε μόνο ένα κομψό πράγμα πάνω της: την ακριβή φωτο­ γραφική της μηχανή. Δεν καταλάβαινε μια γυναίκα που, αντί να του ριχτεί, γινόταν ενοχλητική χωρίς καν να προσπαθεί. Πέρασε μιάμιση ώρα πριν χάσει την υπομονή του και αποφασίσει να κάνει μια απόπειρα στοιχειώδους συζήτησης. Ο Γουέμπ ήθελε να δει την υπογραφή της στο συμβόλαιο και να φύγει τρέχοντος από κει. Μόλις είχε σηκωθεί και είχε τινάξει το παντελόνι του, όταν ξαφνικά ανατρίχιασε. Τον παρακολουθούσαν. Δεν ήξερε ποιος ή τι, αλλά μάλλον ήταν η Τόνια Γκρίφιν, αφού βρίσκονταν μόνοι εκεί πάνω. Γύρισε σιγά σιγά το κεφάλι του. Και μαρμάρωσε. Στα δύο μέτρα μούγκριζε όρθια μια μαύρη αρκούδα, αρκετά με­ γάλη και πεινασμένη ώστε να τον κάνει μια χαψιά. Ο Γουέμπ σκέφτηκε να το βάλει στα πόδια, αλλά διαισθάνθηκε μια άλλη παρουσία κάπου κοντά. «Μην κουνηθείς», άκουσε τη φωνή της απρόθυμης οικοδέσποι­ νας, πολύ απαλή και σταθερή αλλά σοβαρή. Ο Γουέμπ δεν είχε ακούσει ούτε εκείνη ούτε την αρκούδα να πλησιάζουν. Και τώρα δεν άκουγε τίποτε άλλο εκτός απ’ το βρυχηθμό της αρ­ κούδας και το αίμα που βούιζε στ’ αυτιά του. Παρ’ ότι το ένστικτό του του έλεγε ότι έπρεπε να το βάλει στα πόδια, η αλήθεια ήταν ότι είχε ριζώσει εκεί. Η αρκούδα με το τεράστιο στόμα και τα μυτε­ ρά νύχια τον παρατηρούσε με τα διαμαντένια μαύρα μάτια της και απανωτά ρουθουνίσματα. «Έχεις τίποτα φαγώσιμο πάνω σου;» Χωρίς να πάρει τα μάτια του απ’ την αρκούδα, η οποία προφα­ νώς τον λιγουρευόταν για βραδινό, ο Γ ουέμπ προσπάθησε να

(15)

σκε-φτεί. «Όχι. Ή μάλλον ναι. Σοκολάτες με μέντα». Τις οποίες είχε αγοράσει από ένα αυτόματο μηχάνημα στο αεροδρόμιο. «Βγάλ’ τες πολύ πολύ αργά από την τσέπη σου. Μην κάνεις από­ τομες κινήσεις. Πέτα τες μερικά μέτρα μακριά. Μπράβο. Σήκωσε τα χέρια σου αργά, με τις παλάμες ανοιχτές, και δείξ’ της ότι είναι άδεια». Ο Γουέμπ υπάκουσε, και είδε την αρκούδα να του ρίχνει μια τε­ λευταία εξεταστική ματιά πριν πάρει τις σοκολάτες. Άνοιξε τη συ- σκευασία με απίστευτη σβελτάδα, καταβρόχθισε τις σοκολάτες και γύρισε με βαρύ βήμα σ’ ένα απ' τα κύπελλα με σκυλοτροφή που είχε αφήσει η Τόνια στην περίμετρο του ξέφωτου. Όταν κατάφερε ν’ αναπνεύσει και πάλι, ο Γουέμπ επιστράτευσε όση αξιοπρέπεια του είχε μείνει και χαμογέλασε. «Το πρώτο μάθη­ μα επιβίωσης στην άγρια φύση», είπε κοιτώντας την Τόνια. «Αν δε θες να γίνεις κολατσιό για μια αρκούδα, μη στέκεσαι μπροστά στο κολατσιό της». Παρ’ ότι το αστείο του τον ηρέμησε, προφανώς η προσπάθειά του να τη γοητεύσει ήταν μάταιη. «Μάθημα δεύτερο. Στο πρώτο μάθημα δοκιμάζεσαι μόνο μια φο­ ρά». Η Τόνια πέρασε από μπροστά του και ανέβηκε τα σκαλιά της βεράντας, δείχνοντας με τον αντίχειρά της το δρόμο. «Ο Όσκαρ είναι μια απ’ τις πολλές αρκούδες που κυκλοφορούν με το ηλιοβα­ σίλεμα για να βρουν το κολατσιό τους. Δεν είναι πολύ φιλικές. Στη θέση σου θα γινόμουν καπνός. Ο αυτοκινητόδρομος και ο πολιτι­ σμός είναι από κει». Ο Γ ουέμπ έμεινε πάλι να κοιτάζει την πόρτα που έκλεισε πίσω της. Πέρασε το χέρι του στα μαλλιά του -και ανακάλυψε με ντροπή ότι έτρεμε ακόμα. «Τάιλερ, το διασκεδάζεις;» μουρμούρισε, ανεβαίνοντας τα σκα­ λιά αφού έριξε μια ματιά πίσω του για να σιγουρευτεί ότι η αρκού­ δα δεν τον ακολουθούσε.

(16)

Όχι, δεν το διασκέδαζε. Μέχρι τώρα είχε αναγκαστεί να φύγει απ’ τη Νέα Υόρκη, είχε κάνει κάμποσους κύκλους μ' ένα σαράβα­ λο, είχε χαθεί για ώρες σε μια περιοχή άγνωστη του όσο και το διάστημα και είχε βρει μια λασπωμένη κομάντο με μπότες, η οποία είχε σώσει απρόθυμα τον ανεπιθύμητο, άβγαλτο επισκέπτη από μια τεράστια αρκούδα που θα τον έκανε μια χαψιά. Γιατί να το διασκεδάζει λοιπόν; Για την ακρίβεια, αν πριν ήταν κάπως ενοχλημένος, τώρα κόντευε να εκραγεί. Σαν να μην του έφτανε που δεν ήταν στο στοιχείο του και η Τόνια Γκρίφιν τον είχε αγνοήσει με απροκάλυπτη αγένεια, κρατούσε εκείνη τα ηνία -τα ηνία που κρατούσε ο Γουέμπ σχεδόν πάντα. Και αυτό τον εκνεύριζε πολύ. Βρισκόταν στο δικό της κόσμο. Ο δικός του ήταν οι αίθουσες συσκέψεων, οι κρεβατοκάμαρες, τα γεύματα στο Πλάζα, η αγορά. Δεν ήταν οι χωματόδρομοι, τα ξύλινα σπίτια, τα ατέλειωτα δάση και οι αρκούδες. Και σίγουρα δεν του συνέβαινε κάθε μέρα να τον αγνοούν έτσι. Αυτό ήταν το μοιραίο λάθος της δεσποινίδας Γ κρίφιν. Δεν του άρεσε να του λένε όχι. Ιδιαίτερα μάλιστα δεν του άρεσε να του λένε όχι πριν καν τον ακούσουν. Δεν του άρεσε να είναι εκεί, ούτε ήταν συνηθισμένος στην απόρ­ ριψη, αλλά δεν επρόκειτο να καταθέσει τα όπλα και να γυρίσει σπί­ τι του. Η Τόνια Γκρίφιν του είχε πει ότι ήξερε ποιος ήταν. Αν όντως τον ήξερε, τότε θα γνώριζε και κάτι πολύ σημαντικό για εκείνον -έπαιζε πάντα για να κερδίζει, με θεμιτά ή αθέμιτα μέσα. Θα έβρισκε έναν τρόπο να τη σύρει στη Νέα Υόρκη. Χαμογέ­ λασε -ήταν το χαμόγελο που έριχνε τόσο τις γυναίκες όσο και τα διοικητικά συμβούλια. Μέσα του θριαμβολόγησε, ανεβαίνοντας αποφασιστικά τα σκα­ λιά. Θα εκτελούσε την αποστολή του και θα έφευγε σαν τρελός από κει. Βάλ' τα μαζί μου, αν μπορείς, ξιπασμένη των δασών.

(17)

2

ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ ΠΟΥ ο Γουέμπ σήκωσε το χέρι του να χτυπήσει την πόρτα, δονήθηκε στην τσέπη του το κινητό του τηλέφωνο. Το έβγα­ λε, είδε το όνομα στην οθόνη και ξεφύσηξε απηυδισμένος. «Ναι, Περλ», είπε, βάζοντας τα δυνατά του να μη χάσει την υπο­ μονή του. Κάθισε βαρύς στο κεφαλόσκαλο όσο η Περλ, με την ατσάλινη, βελούδινη φωνή της, τον ρωτούσε για την πτήση του και αν είχε βρει την Τόνια Γκρίφιν. Η Περλ Ρίζονερ, εκτός από ιδιαιτέρα γραμ­ ματέας του, τύχαινε να είναι και νονά του. Επίσης, τον τελευταίο καιρό ήταν η αιτία μιας συνεχούς ημικρανίας που δεν τον άφηνε να ησυχάσει. Ο Γουέμπ ήθελε ν’ αναθέσει αυτή την αποστολή στο δεξί του χέρι, τον Πράις, ή στον αντιπρόεδρό του, τον Χόκινς. Όμως η Περλ επέμενε ότι έπρεπε να πάει ο ίδιος στη Μινεσότα για να πείσει την Τόνια Γ κρίφιν να υπογράψει αποκλειστικό συμβόλαιο με το καινού­ ριο δημιούργημά του, το περιοδικό Απέραντη Φύση. Η σκηνή με την Περλ στο γραφείο του την προηγούμενη μέρα -η σκηνή που ευθυνόταν για την παρουσία του εκεί- επανήλθε με κάθε λεπτομέρεια στο μυαλό του όσο η Περλ φλυαρούσε για την απαραίτητη ανάπαυση, τον καθαρό αέρα και τις παγωμένες λίμνες. Η βόρεια Μινεσότα βρισκόταν πολύ μακριά απ’ τα γραφεία του εκ­ δοτικού ομίλου Τάιλερ-Λανίερ στον πεντηκοστό όγδοο όροφο ενός κτιρίου της Έκτης Λεωφόρου, αλλά το επιχείρημά του ότι ήταν εκ­ δότης και όχι ξυλοκόπος είχε πάει στο βρόντο.

(18)

18 «Επειδή είσαι ο εκδότης, έχεις υποχρεώσεις. Αν θέλεις να κλείσεις τη συνεργασία με τον Σι-Σι Μπόζμαν, τότε χρειάζεσαι την Τόνια Γκρί- φιν. Αν δεν έχουμε στο πρώτο τεύχος του περιοδικού δική της φω­ τογραφία στο εξώφυλλο, ο Μπόζμαν δε θ' αγοράσει διαφημιστικό χώρο στο περιοδικό. Και αν χάσουμε τη διαφήμιση των Εκδρομικών Εξοπλισμών Μπόζμαν, θα βουλιάξουμε πριν καν βουτήξουμε». Η επιμονή του ότι δεν είχε χρόνο για εκδρομούλες στην άγρια φύση είχε προκαλέσει έναν αναστεναγμό και μια υπενθύμιση για την κατάσταση της υγείας του. «Γουέμπστερ, είσαι εξαντλημένος με όλες αυτές τις αλλαγές στην εταιρεία μετά τη συγχώνευση. Αν μη τι άλλο, θα σου κάνει καλό ν’ αλλάξεις παραστάσεις». Η Περλ τώρα του πρότεινε μ’ ενθουσιασμό να πάει για ψάρεμα όσο ήταν εκεί και είχε την ευκαιρία. Ο Γουέμπ κοίταξε τα δέντρα μπροστά του και προσπάθησε ν’ αγνοήσει τόσο την Περλ -την οποία αγαπούσε, παρά την τάση της να παρεμβαίνει διαρκώς στη ζωή του- όσο και το πρόσωπο που έβλεπε στον καθρέφτη κάθε μέρα τον τελευταίο καιρό. Δεν ήταν σίγουρος ότι του άρεσε περισσότερο απ’ ό,τι άρεσε στην Περλ. Τα καστανά μάτια του ήταν άτονα από... τι; Από την κούραση; Την αδιαφορία; Τη στενοχώρια; Δούλευε σαν σκυλί. Και είχε απομυθο­ ποιήσει τον κόσμο των επιχειρήσεων. Στα τριάντα πέντε του χρόνια είχε πετύχει όλους τους οικονομικούς στόχους του, αλλά ένιωθε ότι τον περίμενε κάτι ακόμα. Οτιδήποτε. Δεν ήταν καθόλου σίγουρος ότι θα έβρισκε αυτό το κάτι στη βό­ ρεια Μινεσότα. Και σίγουρα δε θα το έβρισκε κυνηγώντας τη φω­ τογράφο που ήταν διάσημη όχι μόνο για τη δουλειά της, αλλά και για την απέχθειά της σε ό,τι θύμιζε έστω και αμυδρά τον πολιτισμό. «Υποθέτω ότι έμαθες για τον Τζίμι Λόουλερ στο λογιστήριο». Ο μονόλογος της Περλ διέκοψε πάλι τις σκέψεις του. Ο Γουέμπ

(19)

ι η φαντάστηκε να στέκει σαν κυρίαρχος του κόσμου πάνω απ’ το γραφείο του τώρα που εκείνος έλειπε. Ήταν εβδομηντάρα, αλλά έλεγε ότι είχε μόλις κλείσει τα πενήντα οκτώ. Με τα ζωηρά πράσινα μάτια της, τα καλοχτενισμένα καστα- νοκόκκινα μαλλιά της και το άψογο μακιγιάζ της, δεν ήταν δύσκολο να την πιστέψει κανείς. «Σαράντα χρονών», δήλωσε με νόημα η Περλ, κάνοντας μια παύ­ ση για να σιγουρευτεί ότι είχε την αμέριστη προσοχή του. «Έπεσε νεκρός την προηγούμενη εβδομάδα. Από ανακοπή. Ξέρεις τι δε θα γράφει η ταφόπλακά του; Θα ήθελα να περνάω περισσότερες ώρες στο γραφείο». Ο Γουέμπ σκέφτηκε την Τόνια Γκρίφιν, που ήταν κρυμμένη στο ξύλινο σπίτι πίσω του. «Γουέμπστερ...» «Ήρθα!» τη διέκοψε εκνευρισμένος, επειδή καμιά φορά ήταν πιο εύκολο να υποχωρεί. Και επειδή, σε τελική ανάλυση, η Περλ είχε δίκιο. Ο Γουέμπ χρειαζόταν την Τόνια Γκρίφιν αν ήθελε να δώσει μια ώθηση στο περιοδικό Απέραντη Φύση. «Δεν είσαι ευχαριστημένη;» «Μόνο αν μου υποσχεθείς ότι θα μείνεις εκεί που είσαι για δύο εβδομάδες τουλάχιστον. Θέλω να πω, αφού είσαι εκεί, φρόντισε να εκμεταλλευτείς το διάλειμμα από τη ρουτίνα. Σε δυο βδομάδες τη φέρνεις εδώ, κανονίζετε το στήσιμο των φωτογραφιών και δε βγαίνεις απ’ το χρονοδιάγραμμά σου για κυκλοφορία του περιο­ δικού μέσα σε έξι μήνες. Χρυσό μου, έβαλα μερικά διαφημιστικά φυλλάδια στο σακβουαγιάζ σου. Τα βρήκες;» Ναι, ο Γουέμπ τα είχε βρει. Ήταν ιλουστρασιόν φωτογραφίες από ένα ορεινό μοτέλ κοντά στα σύνορα της Μινεσότα με τον Καναδά. Φωτογραφίες χαμογελαστών, ηλιοκαμένων ψαράδων με αθλητικά καπελάκια και αρμαθιές με ψάρια μπροστά τους. «Για τελευταία φορά, Περλ, δεν ασχολούμαι με το ψάρεμα. Δε σκοπεύω να πάω για ψάρεμα. Γ ια όνομα του Θεού, τα κουνούπια

(20)

2 0 εδώ πάνω τρομάζουν ακόμα και βαμπίρ. Και κυκλοφορούν παντού αρκούδες, Περλ. Αληθινές αρκούδες, με δόντια και νύχια, που λι­ γουρεύονται το κρέας και τις σοκολάτεςτων αστών. Μια τέτοια αρ­ κούδα κόντεψε να με φάει πριν από πέντε λεπτά. Θα γυρίσω αμέ­ σως μόλις πείσω αυτή την ερημίτισσα να συνεργαστεί μαζί μας». «Δύο εβδομάδες. Ούτε μια μέρα νωρίτερα», επέμεινε η Περλ με εκείνο τον τόνο της που συνδύαζε τρυφερότητα, ατσάλινη θέληση και μια έμμεση απειλή. «Είσαι πλήρως εξοπλισμένος για δύο εβδο­ μάδες». Ο Γουέμπ έτριψε το πρόσωπό του. Και βέβαια ήταν εξοπλισμέ­ νος. Η Περλ είχε πάρει το θάρρος ν’ αδειάσει το κατάστημα Μπόζ- μαν και να του φορτώσει ό,τι είχε αγοράσει. Τον περίμεναν όλα στο σπίτι του όταν είχε επιστρέφει το προηγούμενο βράδυ. Δεν είχε καν θυμώσει με την πρωτοβουλία της χωρίς τη δική του συναίνεση, αντίθετα τα είχε βάλει όλα αδιαμαρτύρητα στον ολοκαίνουριο εκ­ δρομικό σάκο Μπόζμαν. «Μία εβδομάδα», είπε, επειδή στο κάτω κάτω της γραφής ήταν το αφεντικό -τουλάχιστον όταν η Περλ του έδινε την πολυτέλεια να το πιστεύει. «Όμως, αν πεις άλλη μια λέξη, ορκίζομαι...» «Έγινε. Μην κάνεις μούτρα, Γουέμποτερ. Αφού είσαι εκεί, καλά τα πήγαμε για σήμερα». «Καλά τα πήγαμε; Εσύ...» «Ναι, ξέρω. Κατάφερα το ακατόρθωτο. Και με μεγάλο κόπο μά­ λιστα». Ναι. Μεγάλος κόπος. Όπως θα ήταν μεγάλος κόπος να επιτευ­ χθεί το ακατόρθωτο με μια γυναίκα που προφανώς ο Γουέμπ την άφηνε παγερά αδιάφορη. Παρ’ όλα αυτά, σηκώθηκε ξανά όρθιος και τότε είδε μια άλλη αρκούδα να πλησιάζει τα κύπελλα με την τροφή στο ξέφωτο. Πώς ήταν δυνατόν να ζει έτσι ένας άνθρωπος; Ο Γ ουέμπ θα προ­ τιμούσε να πέσει πάνω σε ληστές παρά σ’ αυτές τις αρκούδες.

(21)

Τουλάχιστον ήξερε τα κίνητρα των ληστών: ήθελαν χρήματα. Κα­ νείς δεν ήξερε τι κίνητρα είχαν οι αρκούδες όμως. Αυτές θα τον έκαναν μια χαψιά σαν σοκολατίτσα. Η Περλ καλά θα έκανε να ξεχάσει τις διακοπές μιας εβδομάδας. Ο Γουέμπ θα έφευγε μέχρι τα μεσάνυχτα με το συμβόλαιο στα χέρια του -όσο τα είχε ακόμα και τα δύο. * * * Η Τόνια έβαλε το χτυπημένο, μπακιρένιο τσαγερό κάτω απ' τη βρύ­ ση που έτρεχε χωρίς πίεση και προσπάθησε ν’ αγνοήσει το τρέ- μουλο στο χέρι της. Ο Γουέμπ Τάιλερ. Ήταν ο τελευταίος άντρας που θα περίμενε να δει εκεί πάνω. Ήταν ο τελευταίος άντρας που θα περίμενε να δει οπουδήποτε. Για την ακρίβεια, απέφευγε τους άντρες σαν και του λόγου του όπως ο διάβολος το λιβάνι. Ή μάλλον, παραδέχτηκε, ανάβοντας μ' ένα σπίρτο το μάτι της τεράστιας παμπάλαιας κουζίνας υγραερίου για να βάλει πάνω το τσαγερό, απέφευγε όπως ο διάβολος το λιβάνι εκείνον, όχι τους άντρες σαν και του λόγου του. Ο Γουέμπ Τάιλερ ήταν εγγονός του Φούλτον Τάιλερ, του δια­ βόητου εκδοτικού ομίλου Τάιλερ-Λανίερ με έδρα τη Νέα Υόρκη. Επίσης ήταν πρώην εργοδότης της και πρωταγωνιστής μιας από τις πιο ταπεινωτικές στιγμές της ζωής της. Η Τόνια κοίταξε πίσω της την πόρτα και ένιωσε την καρδιά της να χτυπάει σαν ταμπούρλο στο στήθος της. Αμέσως μάλωσε τον εαυτό της, πιέζοντάς τον να ξεπεράσει το πλήγμα που προκάλεσε στον εγωισμό της το γεγονός ότι εκείνος δεν την είχε αναγνωρίσει. «Δεν είμαι αξιοπρόσεκτη, φαίνεται», μουρμούρισε, ψάχνοντας με σπασμωδικές κινήσεις μια κούπα του καφέ στο μικρό ντουλάπι. Πα­ ρατηρώντας το είδωλό της στον καθρέφτη πάνω απ’ το νεροχύτη, της ήρθε να κάνει εμετό. Δώδεκα χρόνια. Είχαν περάσει δώδεκα χρόνια απ’ την τελευταία

(22)

φορά που είχε δει τον Γουέμπ Τάιλερ. Δεδομένου ότι εκείνος ήταν εκδότης περιοδικών και αυτή πουλούσε τις φωτογραφίες της σε περιοδικά, ήξερε ότι θα τον συναντούσε κάποια μέρα -όσο και αν πάσχιζε να τον αποφύγει. Είχε φανταστεί μάλιστα τη συνάντησή τους. Πολλές φορές. Η σκηνή ήταν πάντα ίδια: Εκείνη θα ήταν πο­ λύ περιποιημένη, η προσωποποίηση της επαγγελματικής επιτυχίας και της κομψότητας. Και ο Γουέμπ θα εντυπωσιαζόταν με την εξέ­ λιξή της. Να που τον είχε εντυπωσιάσει λοιπόν. Η Τόνια έβαλε το χέρι της στα μαλλιά της και έβγαλε ένα φύλλο μ' ένα κλαδάκι. Παίρνοντας μια έκφραση δυσφορίας, τα πέταξε στα σκουπίδια και χρησιμοποί­ ησε την πετσέτα για τα πιάτα για να σκουπίσει το βρόμικο πιγούνι της. Σκέφτηκε να σκουπίσει και τα πόδια της, αλλά παραιτήθηκε αμέσως. Κανονικά έπρεπε να περάσει μια ολόκληρη μέρα σε ινστι­ τούτο αισθητικής για να σουλουπωθεί. Ή να περιμένει ένα θαύμα. Πήγε στο παράθυρο διατακτικά, παραμέρισε ελαφρά με το μι­ κρό της δαχτυλάκι την ξεθωριασμένη μπλε βαμβακερή κουρτίνα και έριξε μια ματιά έξω. Εκείνος στεκόταν στο κεφαλόσκαλο και μιλούσε σκυθρωπός στο κινητό του τηλέφωνο -θυμίζοντάς της τον άντρα που πάσχιζε να ξεχάσει. Ήταν πανέμορφος. Το μόνο πράγμα που είχαν προσθέσει τα χρόνια στο θελκτικό σύνολο ήταν το βάθος. Το βάθος στα βε­ λούδινα καστανά μάτια του, βάθος στις αρρενωπές γραμμές του σμιλεμένου, εξαίσιου προσώπου του. Βάθος στην επιβλητική, αρ­ ρενωπή εμφάνιση που είχε απ’ τα είκοσι και κάτι και εξακολουθού­ σε να έχει στα τριάντα και κάτι. Την είχε ταράξει με την ξαφνική εμφάνισή του εκεί, αιφνιδιάζοντάς την ακριβώς τη στιγμή που είχε τα χάλια της. Την είχε ταράξει σε σημείο να κρύβεται στο σπίτι τώ­ ρα σαν καμιά δειλή -εκείνη, που δεν είχε κάνει πίσω σε πρόκληση ποτέ στη ζωή της. Το τσαγερό πίσω της σφύριξε. Η Τόνια γύρισε βιαστικά και

(23)

έσβη-οε τη φωτιά. Πήρε μια βαθιά ανάσα και πήγε προς την πόρτα. Το πιθανότερο ήταν ότι ο Γουέμπ Τάιλερ δε θα έφευγε αν δεν της μιλούσε πρώτα. Και η αλήθεια ήταν ότι η Τόνια ντρεπόταν για τη λιποψυχία της τώρα που είχε ξεπεράσει το αρχικό σοκ. Άλλωστε την έτρωγε η περιέργεια. Τι έκανε στην άγρια φύση της βόρειας Μινεσότα ο Γουέμπ Τάιλερ -παιδί-θαύμα του εκδοτικού χώρου, αστός μέχρι το μεδούλι, ένας άνθρωπος που είχε τσιράκια με δικά τους τσιράκια για να κάνουν τις δουλειές του; Και γιατί είχε έρθει μέχρι εκεί για να τη βρει; Τη στιγμή που εκείνος έβαλε το κινητό τηλέφωνο στην τσέπη του και ετοιμάστηκε να χτυπήσει την πόρτα, η Τόνια την άνοιξε με φόρα. «Γεια σου πάλι», είπε εκείνος, με ύφος κατάπληκτο και επιφυλα­ κτικό συνάμα. «Αν συμβιβάζεσαι μ’ ένα ρόφημα από βότανο, πολύ ευχαρίστως», ανακοίνωσε προκλητικά η Τόνια χωρίς περιστροφές. «Πολύ ωραία». Το δύσπιστο βλέμμα της τον έκανε να της χαρίσει ένα πονηρό χαμόγελο που την αναστάτωσε. Τόσο πολύ, που γύρισε και τον άφησε να στέκει μόνος μπροστά στην είσοδο. Προσπαθώντας ν’ αγνοήσει το θόρυβο της πόρτας που έκλεινε πίσω του -και το γεγονός ότι το βλέμμα του ακολουθούσε κάθε της κίνηση- η Τόνια έβγαλε μια κούπα ακόμα απ’ το ντουλάπι, έλεγξε αν ήταν καθαρή και τις γέμισε και τις δύο με ζεστό νερό. «Λοιπόν», είπε ο Γουέμπ, καθώς εκείνη άφηνε τις κούπες σ’ ένα μικρό τραπέζι από χρώμιο και γκρίζα φορμάικα γεμάτη γρατζου- νιές και καψίματα. «Εδώ είναι το σπιτικό σου». «Για την ώρα». Η Τόνια άρπαξε δυο κουτάλια, έκλεισε το συρτάρι με το γοφό της και ακολούθησε το βλέμμα του, που πλανιόταν στο μικρό σαλέ, ξαναβλέποντάς το και η ίδια όπως το είχε πρωτοδεί πριν από ένα μήνα περίπου.

(24)

Η mo κατάλληλη λέξη για να το περιγράφει ήταν «ρουστίκ». Μια άλλη κατάλληλη λέξη ήταν το «σπαρτιάτικο». Όπως πολλές ορει­ νές εξοχικές κατοικίες, ήταν ένας ενιαίος χώρος, με μπανάκι που είχε προστεθεί αρκετά χρόνια αφού είχε χτιστεί το σπίτι γύρω στα τέλη της δεκαετίας του 1930. Οι τοίχοι ήταν φτιαγμένοι από ακατέργαστο πεύκο, που είχε πά­ ρει ένα ζεστό, μελένιο καστανό χρώμα με το χρόνο. Τα πατώματα ήταν επίσης φτιαγμένα από πεύκο -φθαρμένα, γρατζουνισμένα, μ’ ένα ανοιχτό κιτρινωπό χρώμα πια. Ένα τεράστιο πλεκτό χαλί στα χρώματα της σκουριάς, του γκρίζου και του γαλάζιου -ένας Θεός ήξερε πόσων χρόνων- κάλυπτε το δάπεδο στο κέντρο του σπιτιού, που ήταν γύρω στα σαράντα τετραγωνικά μέτρα. Η κουζίνα διέθετε ξύλινα ντουλάπια που κάποιος τα είχε βάψει μπλε πριν από πολλά χρόνια, έναν μικρό μεταλλικό νεροχύτη, μια κουζίνα υγραερίου κι ένα ψυγείο νορβηγικού τύπου της δεκαετίας του 1960, που χρειαζόταν κάθε εβδομάδα απόψυξη για να μην πιά- σει... σταλακτίτες. Στη μέση του δωματίου υπήρχε ένα τραπέζι, όπου κάθισε ο Γουέμπ. Η Τόνια είχε μαζέψει μερικά αγριολούλουδα λίγες μέρες νωρίτερα. Πριν από δυο μέρες είχαν ζωηρά χρώματα -κίτρινο, πορτοκαλί και παρθενικό λευκό. Σήμερα ήταν χλομά και μαραμένα, θυμίζοντάς της ότι είχε απορροφηθεί απ’ τη δουλειά της. Το ίδιο πράγμα που της θύμιζε, δηλαδή, το άστρωτο διπλό κρεβάτι της στη βορινή πλευρά, το οποίο μπορούσε να χρησιμοποιηθεί σαν κα­ ναπές όταν παρουσιαζόταν η ανάγκη. Κάτι που σπανίως συνέβαινε, δεδομένου ότι η Τόνια δούλευε απ’ το πρωί μέχρι το βράδυ, ενώ λίγοι τολμούσαν ν’ ανέβουν στα δάση του Τσάρλι Έρικσον. Στην απέναντι πλευρά η μικρή σιδερένια ξυλόσομπα, που έκαιγε ήδη ενόψει της κρύας βραδιάς, ήταν τοποθετημένη σ’ ένα τετράγωνο πλαίσιο από τούβλα γεμάτα στάχτες. Ναι, ήταν σπαρτιάτικο. Όμως είχε ηλεκτρικό ρεύμα και τηλέ­

(25)

φωνο, τουλάχιστον όταν λειτουργούσαν οι τηλεφωνικές γραμμές, οπότε φάνταζε σαν παλάτι σε σύγκριση με κάτι καλύβες όπου είχε καταλύσει στα ταξίδια της ανά τον κόσμο. Προφανώς ο Γουέμπ Τάιλερ, ένας άνθρωπος συνηθισμένος στα ιταλικά μάρμαρα, στα πανάκριβα χαλιά και στην άψογη διακόσμηση, το θεωρούσε πολύ κατώτερο από τις ανέσεις της αστικής παρακμής. Η Τόνια τράβηξε μια καρέκλα -επίσης από ξεθωριασμένο χρώ­ μιο- και, αφήνοντας ένα κουταλάκι δίπλα στην κούπα του, άνοιξε το τσίγκινο κουτί με το αγαπημένο της αφέψημα. «Χαμομήλι με μέντα και μια στάλα τριαντάφυλλο», του είπε ανα- σηκώνοντας το ένα της φρύδι. «Πρέπει να είναι καλό ηρεμιστικό», παρατήρησε ο Γ ουέμπ, κάνο- ντάς τη να συγκροτήσει ένα χαμόγελο με την προσεκτική διατύπω­ σή του και τη συγκεκαλυμμένη ανοχή του. «Πώς με βρήκες;» τον ρώτησε η Τόνια, καθώς εκείνος βουτού- σε το σακουλάκι με τα βότανα στην κούπα του σαν καλός Άγγλος ευγενής που έπινε τσάι με τη γεροντοκόρη θεία του. «Και γιατί με βρήκες;» «Δε σε βρήκα εγώ. Η γραμματέας μου σε βρήκε μέσω του ατζέ­ ντη σου. Και τώρα ν’ απαντήσω στο γιστί. Σου έχω μια δουλειά, αν ενδιαφέρεσαι». «Δεν ενδιαφέρομαι». Η Τόνια βούτηξε το σακουλάκι στην κούπα της και πήρε το μπολ με τη ζάχαρη. «Έχω δουλειά». Ο Γ ουέμπ έγειρε πίσω και έβαλε το μπράτσο του γύρω απ’ τη ράχη της καρέκλας, αποπνέοντας σιγουριά και άνεση. «Θα σου δώσω τα διπλά». Αυτή τη φορά η Τόνια δεν μπόρεσε να συγκροτήσει το χαμόγελό της. Ο Γ ουέμπ την παρατήρησε με το κεφάλι του γερμένο στο πλάι. «Πού βρίσκεις το αστείο;» Η Τόνια ανακάτεψε το ρόφημά της. «Είναι αστείο επειδή το

(26)

τί-ποτά επί δύο κάνει τίποτα. Είναι αοτείο επειδή, αν το έκανα για τα λεφτά, θ’ ασχολιόμουν με διαφημίσεις και φωτογραφίσεις μόδας». «Κάπως πρέπει να βγάζεις κι εσύ το ψωμί σου. Γιατί δε μ’ ακούς πριν απορρίψεις την πρότασή μου;» Η Τόνια ήπιε προσεκτικά μια γουλιά από το αφέψημά της και ύστερα τον κοίταξε στα μάτια. «Κύριε Τάιλερ...» «Γουέμπ». «Γουέμπ», επανέλαβε η Τόνια, ύστερα από ένα στιγμιαίο δισταγ­ μό. Αναρωτιόταν πόσες γυναίκες ταράζονταν ακούγοντας τη φωνή του. Απαλή σαν βελούδο, πλούσια σαν ζεστό κρασί -ακόμα πιο βα­ θιά με το πέρασμα του χρόνου. Κανονικά έπρεπε να έχει πάρει το μάθημά της. «Αν είναι κάποια φωτογράφιση, μίλα με τον ατζέντη μου. Αν θεω­ ρεί ότι είναι κάτι που μ’ ενδιαφέρει, θα το συζητήσετε. Δεν ξέρω για­ τί κουβαλήθηκες μέχρι τη Μινεσότα αντί να συνεννοηθείς μαζί του». «Είναι σοβαρή δουλειά», απάντησε με νόημα ο Γουέμπ. «Και ήρ­ θα να σε βρω προσωπικά, επειδή θέλω αποκλειστικό συμβόλαιο». Η Τόνια συνέχισε να πίνει αργά αργά το ρόφημά της. Οι αισθή­ σεις της ζωντάνεψαν απ' την απαλή μυρωδιά του χαμομηλιού και της μέντας σε συνδυασμό με το δικό του αρρενωπό άρωμα. Είχε καιρό να μυρίσει κάτι άλλο εκτός από τον καθαρό αέρα, τα πεύ­ κα και το εντομοαπωθητικό. Και ακόμα περισσότερο καιρό είχε να σκεφτεί πώς αντιδρούσε ένα ακριβό άρωμα στο ζεστό αντρικό δέρμα, να επιθυμήσει μια αντρική παρουσία και ν’ απολαύσει το μεθυστικό συνδυασμό από κοντά. Σίγουρα δεν ήταν η κατάλληλη στιγμή για κάτι τέτοιο. Όμως... Τι της είχε πει; «Ορίστε;» Ο Γουέμπ έγειρε μπροστά και χτύπησε αφηρημένα τον αντίχειρά του στα χείλη της κούπας. «Αποκλειστικό συμβόλαιο με την Τάιλερ- Λανίερ. Καλά άκουσες».

(27)

Η Τόνια κατέβασε το βλέμμα της από τα μάτια του -τα πανέ­ μορφα μάτια στις αποχρώσεις του κάστανου, της κανέλας και της μόκας με γάλα- στα χέρια του ενώ σκεφτόταν την πρότασή του. Κάποτε θα την άρπαζε όπως η λεοπάρδαλη τον αρουραίο του αγρού. «Λυπάμαι, αλλά έχασες το χρόνο σου. Δουλεύω αυστηρά ως ελεύθερη επαγγελματίας και δεν υπογράφω με κανέναν απο­ κλειστικά συμβόλαια», είπε. Ο Γουέμπ έσμιξε τα φρύδια του σαν να μην μπορούσε να πιστέ­ ψει στ’ αυτιά του. Κανένας φωτογράφος στον κόσμο δε θ’ απέρρι- πτε τόσο απλά την πρότασή του -εκτός από εκείνη. «Ούτε καν αν σε διαβεβαιώσω ότι θα έχεις πλήρη αυτονομία;» ρώτησε ο Γ ουέμπ γέρνοντας μπροστά. «Απεριόριστη καλλιτεχνική ελευθερία; Ανοιχτό λογαριασμό για τα έξοδά σου; Και φυσικά έναν ετήσιο μισθό;» Έβγαλε ένα μικρό σημειωματάριο απ' την τσέπη του ολοκαίνουριου βαμβακερού, του πουκαμίσου, σημείωσε ένα νούμερο, έκοψε το χαρτάκι και το έβαλε μπροστά της. Η Τόνια έμεινε με το στόμα ανοιχτό όταν είδε το νούμερο. «Δεν μπορεί να σοβαρολογείς». «Και βέβαια σοβαρολογώ». Ο άτιμος είχε βάλει σκοπό να την πεθάνει. «Δεν καταλαβαίνω. Γιατί εγώ;» * * * Ο Γουέμπ κοίταξε εξεταστικά τη γυναίκα που καθόταν απέναντι του πίνοντας το αφέψημά της με τη στολή αγγαρείας. Είχε σουλουπω­ θεί λίγο, κάτι που του έλεγε ότι μέσα της υπήρχε ένα ίχνος γυναι­ κείας ματαιοδοξίας κάτω απ’ την εμφάνιση της κομάντο. Αυτό -κα­ θώς και το λακκάκι στο αριστερό της μάγουλο, που πρόσεχε για πρώτη φορά- ήταν κάτι που το κράτησε στα υπ’ όψιν για αργότερα. «Γιατί εσένα; Επειδή είσαι καλή στη δουλειά σου. Και χρειάζομαι

(28)

κάποιον καλό. Είναι τόσο απλό. Η συμφωνία είναι εκπληκτική, Τό- νια», της είπε. 'Οταν την είδε να συνοφρυώνεται ακόμα περισσότερο, ο Γουέμπ σκέφτηκε προσεκτικά τι έπρεπε να κάνει στη συνέχεια. Πόσα έπρε­ πε να της πει ώστε να μη χάσει την πλεονεκτική θέση του; Αν είχε ψυχολογήσει σωστά την Τόνια Γκρίφιν, εκτός απ’ τη φαινομενική αντικοινωνικότητα, ήταν ειλικρινής και ευθύς άνθρωπος. Προφα­ νώς ήταν πρωτάρα στο παιχνίδι των διαπραγματεύσεων. Αυτό δε σήμαινε ότι δε θα τον στρίμωχνε αν διαισθανόταν κάποια παγίδα απ’ την πλευρά του. Ακολουθώντας το ένστικτό του, ο Γουέμπ απο­ φάσισε να της πει όσα θεωρούσε ότι ήταν απαραίτητα. «Θα υπογράψεις αποκλειστικό συμβόλαιο για το καινούριο πε­ ριοδικό της Τάιλερ-Λανίερ, την Απέραντη Φύση, που θα κυκλοφο­ ρήσει σ’ έξι μήνες. Θα δημοσιεύουμε αποκλεισπκά δικές σου φω­ τογραφίες». Το πρόσωπό της συννέφιασε για κάποιο λόγο και ο Γουέμπ μα­ λάκωσε κάπως, βλέποντάς τη να προσπαθεί τόσο πολύ να κρατή­ σει την ψυχραιμία της. Δεν έκανε καλό στα γαλανά μάτια της, στις δαντελένιες βλεφαρίδες και στο ελαφρώς μαυρισμένο δέρμα της, που έδειχνε απαλό σαν ροδοπέταλο χωρίς τη λάσπη στο ξαναμμέ­ νο μάγουλό της. «Πάλι δεν καταλαβαίνω». Τα κομψά τοξωτά φρύδια της έσμιξαν. «Μπορώ να σκεφτώ πέντε έξι φωτογράφους -πιο πεπειραμένους και πιο καλούς από εμένα- οι οποίοι θα προσέδιδαν μεγαλύτερο κύρος στο περιοδικό». Η μετριοφροσύνη της τον μαλάκωσε ακόμα περισσότερο και προσπάθησε να επιστρατεύσει όλη τη γοητεία του. «Δε θέλω άλ­ λον φωτογράφο. Εσένα θέλω. Δε χρειάζομαι το κύρος σου, Τόνια. Το κύρος δε λείπει απ’ τον εκδοτικό όμιλο Τάιλερ-Λανίερ. Αυτό που χρειάζομαι είναι η δική σου οπτική. Μου αρέσει ο τρόπος με τον

Figure

Updating...

References

Related subjects :