η Μαρία των Μογγόλων

111  Download (0)

Full text

(1)
(2)

Μ Α Ρ Ι Α Ν Ν Α   Κ Ο Ρ Ο Μ Η Λ Α  

Η Μαρία των Μογγόλων

 

ΕΒΔΟΜΗ ΕΚΔΟΣΗ 

(3)

Εκδόσεις Πατάκη — Σύγχρονη Ελληνική Λογοτεχνία  Σειρά: Η κουζίνα του ιστορικού — 7  Μαριάννα Κορομηλά, Η Μαρία των Μογγόλων  Διεύθυνση σειράς: Μισέλ Φάις  Υπεύθυνη εκδοτικού τμήματος: Βασιλική Γιαννέλη  Επιμέλεια, διορθώσεις: Νάντια Κουτσουρούμπα  Copyright Σ. Πατάκης Α.Ε.Ε.Δ.Ε. (Εκδόσεις Πατάκη)  και Μαριάννα Κορομηλά, Αθήνα, 2006  Πρώτη έκδοση από τις Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα, Φεβρουάριος 2008  Ακολούθησαν οι ανατυπώσεις Μαρτίου 2008, Απριλίου 2008 (δύο), Μαΐου 2008, Ιουνίου 2008  Η παρούσα είναι η έβδομη εκτύπωση, Ιούνιος 2008     

(4)

Εξοικειώθηκα  με  το  ιστορικό  γίγνεσθαι,  καλλιέργησα  τους  τρόπους  για  να  το  διηγούμαι,  έγινα  παραμυθάς, αλλά δεν ξέρω να κατασκευάζω παραμύθια. Τα λέω όπως τα έζησα, επειδή έμαθα να  ακούω τους άλλους. Κι έμαθα να σέβομαι τις πολλαπλές ερμηνείες, τις διαφορετικές προσεγγίσεις,  τις αντιφατικές εξιστορήσεις· να εξετάζω όλες τις όψεις, καθώς αποκαλύπτονται ακολουθώντας  δικούς  τους  ρυθμούς  —  με  πλήρη  συνείδηση  ότι  οι  βεβαιότητες  είναι  ανατρέψιμες  ανά  πάσα  στιγμή κι ότι τα ενδεχόμενα καιροφυλακτούν στη στροφή του δρόμου. Συνήθισα να πετιέμαι από  τον  ένα  χώρο  στον  άλλο,  να  κάνω  συνδυασμούς  και  συσχετισμούς,  να  παρασύρομαι  από  συνειρμούς,  να  κινούμαι  από  τον  παρελθόντα  χρόνο  στον  παρόντα.  Συντροφιά  πάντα  με  τους  απόντες,  τα  τάγματα  των  αγγέλων  και  των  δαιμόνων,  που  φτερουγίζουν  γύρω  μου  και  μου  δείχνουν τα ίχνη που άφησαν. Αυτοί είναι οι δικοί μου άνθρωποι. Όλοι τους υπέροχοι. Δεν μπορώ  να δημιουργήσω νέα πρόσωπα.    Η Μαρία Κομνηνή Παλαιολογίνα, κόρη του αυτοκράτορα Μιχαήλ Η' Παλαιολόγου, η οποία στα  μέσα  του  13ου  αιώνα  θυσιάστηκε  στον  βωμό  της  εξωτερικής  πολιτικής  του  φθίνοντος  Βυζαντίου  —χωρίς  τελικά  να  χάσει  το  πρόσωπό  της  —,  γίνεται  η  αφορμή  για  να  σταθεί  η  ιστορικός Μαριάννα Κορομηλά στην κόψη της εξομολογημένης ζωής της και του πειθαρχημένου  πάθους  του  ιστορείν.  Η  Μαριάννα  των  Αθηνών  λοιπόν,  πλημμυρισμένη  από  τη  Μαρία  των  Μογγόλων,  με  ερτζιανή  φωνή  και  παραμυθητικό  αίσθημα  μας  μυεί  στον  ρευστό  κόσμο  της  ιστορικής  έρευνας  και  στην  παλαιότατη  τέχνη  της  περιπλάνησης,  χαρίζοντάς  μας  εντέλει  τη  συγκινητική εμπειρία της ιστορίας που γίνεται η αφήγησή της.  ΜΙΣΕΛ ΦΑΪΣ     

(5)

  Η Μαριάννα Κορομηλά (Αθήνα 1949) άρχισε την επαγγελματική της σταδιοδρομία το 1966.  Από το 1970 εργάζεται ως ξεναγός και από το 1975 ως παραγωγός εκπομπών στην Ε.Ρ.Α. (απ'  όπου εκδιώχθηκε στις 27/6/2006). Το 1977 ολοκλήρωσε τις σπουδές της στο Παρίσι (Ιστορία  και  Φιλοσοφία)  κι  αργότερα  διετέλεσε  αντιπρόεδρος  του  Σωματείου  Ξεναγών  και  μέλος  της  Ελληνικής Επιτροπής της UNESCO. Το 1981 επιμελήθηκε το δίτομο ιστορικό έργο των Γεωργίου  και  Λάμπρου  Κορομηλά,  Αθηναϊκή  Περιπέτεια.  Συνεργάζεται  με  ελληνικά  και  ξένα  έντυπα,  τηλεοπτικούς σταθμούς και με το ραδιόφωνο του ΣΚΑΪ από το 1991. Είναι ιδρυτικό μέλος του  Ινστιτούτου Εναλίων Αρχαιολογικών Ερευνών και της Πολιτιστικής Εταιρείας Πανόραμα, όπου  από το 1985 διοχέτευσε το μεγαλύτερο μέρος της δραστηριότητάς της. Όταν δεν ταξιδεύει, ζει  μεταξύ Αθηνών, Πηλίου, Θεσσαλονίκης και Κωνσταντινούπολης.  Από  το  εκδοτικό  τμήμα  του  Πανοράματος  κυκλοφόρησαν  τα  βιβλία  της:  Ευτυχισμένος  που  έκανε το ταξίδι του Οδυσσέα (1988), αγγλικός τίτλος In the Trail of Odysseus (εκδ. Michel Russell,  Λονδίνο  1993),  ανανεωμένη  ελληνική  έκδοση  (Άγρα  2005)·  Τέσσερεις Ιστορίες για μία χαμένη  πανσέληνο (1989)·  Οι  Έλληνες στη Μαύρη Θάλασσα από την εποχή του Χαλκού ως τις αρχές του  20ού αιώνα (αγγλική  και  ελληνική  έκδοση  1991,  ανανεωμένη  ελληνική  έκδοση  2001,  αγγλική  2002)·  Η  ύστατη  αγωνία  της  βυζαντινής  πρωτεύουσας  (1992)·  Θρακική  Τοπογραφία  (1994)·  Ερυθραία,  ένας  ευλογημένος  μικρόκοσμος  στην  καρδιά  της  Ιωνίας  (συλλογικός  τόμος,  1997).  Άλλα  βιβλία:  Πόντος  ‐  Ανατολία  (έρευνα  και  κείμενα  για  το  φωτογραφικό  λεύκωμα,  εκδ.  Μπρατζιώτη 1989)· Εν τω σταδίω (εκδ. Άγρα 2004).     

(6)

«Ποια πόλη, ποια χώρα,  ποια θάλασσα σε ταξιδεύει τώρα»          Ισαάκ Σούσης 

(7)

          ΣΑΝ ΤΟΝ ΛΑΘΡΟΜΕΤΑΝΑΣΤΗ τρύπωσε κάποτε στ' αμπάρι και λούφαξε εκεί για κάμποσο διάστημα.  Όταν την πήρα μεσοπέλαγα χαμπάρι, η οπτική επαφή μαζί της με καθήλωσε.  Η ύπαρξή της δεν μου ήταν άγνωστη. Χρόνια συναντούσα το όνομά της στα βιβλία κι είχα συνδεθεί  μαζί της. Αλλά ο έντυπος κόσμος έχει τη δική του μαγεία, τις δικές του νομοτέλειες, οι οποίες, αν μη  τι άλλο, σου εξασφαλίζουν την εξ αποστάσεως μέθεξη. Αν διαρραγεί ο προστατευτικός υμένας, τότε  βρίσκεσαι  από  τις  κερκίδες  στο  κέντρο  της  αρένας.  Εκεί  μπορεί  να  συμβούν  τα  πάντα.  Είσαι  στο  έλεος της πραγματικότητας.  Όταν την είδα, έμεινα άφωνη. Την κοίταζα με τις ώρες. Ήταν γονατισμένη στα πόδια του Χριστού.  Ικέτης. Πλάσμα ιερό, σαν όλους τους κατατρεγμένους.  Από τότε, δεν ξέρω αν εγώ την αναζητώ ή αν εκείνη έρχεται απρόσκλητη, αν εγώ τη σκέφτομαι ή αν  εκείνη χώνεται στη σκέψη μου και θρονιάζεται σε ένα κομμάτι του μυαλού μου, αλλά είναι γεγονός  ότι  η  παρουσία  της  κατέχει  ένα  τόσο  σημαντικό  μέρος  της  ζωής  μου,  ώστε  μετά  λόγου  γνώσεως  μπορώ να δηλώσω ότι εδώ και τρεις δεκαετίες διάγουμε κοινό βίο.  Το έναυσμα της ιδιόμορφης αυτής συμβίωσης δύο γυναικών που δεν τις χωρίζει μόνον η συμβατική  μέτρηση  του  χρόνου,  δηλαδή  μία  απόσταση  επτά  αιώνων,  αλλά  και  χίλιες  δυο  άλλες  συνθήκες  (συμβατικές  ή ουσιαστικές)  έχει  χάσει  πλέον τις αρχικές του ιδιότητες. Διαδοχικά  έλαβε  διάφορες  διαστάσεις,  οι  οποίες  με  τον  καιρό  μεγαλοποιήθηκαν,  αμβλύνθηκαν,  υποχώρησαν,  δραματοποιήθηκαν, συνδέθηκαν με άλλες εσωτερικές διεργασίες και μεταλλάχθηκαν. Στη διάρκεια  τριάντα  χρόνων,  η  πρώτη  μαγιά  ζυμώθηκε  μαζί  με  αμέτρητη  ποικιλία  υλικών  και  ξαναζυμώθηκε  αμέτρητες φορές, ώσπου να αποκτήσει εντέλει τη μορφή κράματος, όπου ενσωματώθηκαν έμψυχα  και  νοητικά  συστατικά,  μνήμες  αγαπημένων  απόντων,  εντάσεις  και  ανατάσεις,  απογοητεύσεις  και  καταβαραθρώσεις, έρωτες, ουτοπίες, εμμονές και αδυναμίες. Δεν είναι όλα προς βρώσιν και πόσιν.  Υποθέτω πάντως ότι, όπως συμβαίνει συνήθως με τις διαδικασίες που ωριμάζουν στον ανεξιχνίαστο  κόσμο  της  ενδοχώρας,  έτσι  και  οι  προϋποθέσεις  για  μία  τέτοια  συσσωμάτωση  διαμορφώθηκαν  σταδιακά, με πολλές διακυμάνσεις και πολύ διαφορετικούς ρυθμούς, σε συνάρτηση —αλλά και σε  αντιπαράθεση—  με  εξωτερικούς  παράγοντες,  τυχαία  περιστατικά,  κοινωνικές  αναταράξεις,  συλλογικές περιπέτειες, σεισμούς, λιμούς, λοιμούς και καταποντισμούς. 

(8)

Οι δύο γυναίκες 

ΕΓΩ,  ΕΙΜΑΙ  η  Μαριάννα  Κορομηλά,  δευτερότοκο  παιδί  του  Αθηναίου  δημοσιογράφου  Λάμπρου  Κορομηλά  (από  γκάγκαρη  αθηναϊκή  οικογένεια  και  παλαιά  αρβανίτικη  φάρα)  και  της  Σοφίας  (το  γένος  Βράιλα,  εξ  Αιγύπτου,  με  ρίζες  στην  Κάρυστο,  στην  Ήπειρο  και  στο  Καστελλόριζο),  σύζυγος  Στέλιου  Νέστορος  (γέννημα  θρέμμα  της  Θεσσαλονίκης).  Γεννήθηκα  το  1949,  στον  αστερισμό  της  αυγουστιάτικης  Παρθένου,  πέντε  ημέρες  πριν  από  την  επίσημη  λήξη  του  Εμφυλίου  πόλεμου,  κι  έπαψα να μπουσουλάω όταν οι μεγάλοι τραγουδούσαν «σάμπα χορεύει όλη η Αθήνα, ο Νικολάκης  με  την  Πιπίνα»  —  ενώ  όσοι  δεν  λικνίζονταν  στον  ρυθμό  της  σάμπας  τραγουδούσαν  χαμηλόφωνα  «νύχτωσε  χωρίς  φεγγάρι»,  καθώς  απέπλεαν  οι  τελευταίες  καραβιές  των  ηττημένων  για  τη  Μακρόνησο, τον Αϊ‐Στράτη, την Ικαριά, το Τρίκερι, κι άδειαζε η ύπαιθρος, παστώνονταν οι χωρικοί  στα  αστικά  κέντρα  και  γέμιζαν  οι  Παιδουπόλεις  της  λαοφιλούς  βασιλίσσης  ημών  Φρειδερίκης.  Η  οικογένειά μου, πλησίστια, ήταν από την πλευρά των νικητών.  Μεγάλωσα  τον  καιρό  της  πρώτης  περιόδου  του  Ψυχρού  πολέμου,  της  Αντιπαροχής  και  της  κυριακάτικης  ραδιοφωνικής  εκπομπής  «Νέα  ταλέντα»  του  Γιώργου  Οικονομίδη,  που  βοήθησε  την  Ελλάδα να περάσει από το δημοτικό τραγούδι στο λατινοαμερικάνικο τουρλού κι από εκεί, με πολύ  μπρίο και έμπνευση, σε κάθε είδους μεταγλωττισμένη σάχλα, με εγχώριες χαβάγιες, γλυκανάλατες  κιθαρίτσες  και  σπαραξικάρδιους  λαρυγγισμούς.  Εμείς  στο  σπίτι  ακούγαμε  καρυοθραύστες  και  ποιμενικές, νοκτούρνα, πολωνέζες, αΐντες και γαλλικά παιδικά τραγούδια με τη Lucienne Vernay και  τον Henri Salvador — αλλά με το πρωτότοκο καμάρι, τον αδελφό μου Δημήτρη, βάζαμε στο πικάπ τα  σαρανταπεντάρια του Έλβις, για να εξασκηθούμε στις φιγούρες του «προκλητικότατου» ροκ, όταν  έλειπαν  οι  γεννήτορες  εννοείται.  (Τους  θυμάμαι  έκπληκτους  να  επιστρέφουν  από  το  Φεστιβάλ  Ελληνικού  Τραγουδιού,  όπου  μία  «παντελώς  άγνωστη,  στρουμπουλή  και  κακοβαλμένη»  νεαρή  γοήτευσε την αθηναϊκή αφρόκρεμα με το «Κάπου υπάρχει η αγάπη μου» του Χατζιδάκι — η πρώτη  τους θετική εντύπωση από την ελληνική παραγωγή «ελαφρού» τραγουδιού. Μα αφού αρέσει στον  Καραμανλή, επιτρέπεται να αρέσει και σε εμάς.)  Έτσι,  με  τούτα  και  με  εκείνα,  διανθισμένα  με  πολλά  παρατράγουδα  του  δημόσιου  και  ιδιωτικού  βίου  —και  καθώς  οι  Beatles  και  η  Joan  Baez  είχαν  εισβάλει  στα  εφηβικά  μυαλά  μας,  ενώ  το  μίνι  ανέβαινε ανά εξάμηνο τουλάχιστον πέντε δάχτυλα—, έφτασε ο εθνοσωτήριος Απρίλιος του 1967. Η  Δικτατορία των Συνταγματαρχών με βρήκε στα δεκαεπτά μου εκτός οικογενειακής εστίας και εκτός  σχολείου, διότι είχα κάνει το παράτολμο άλμα προς την έξοδο και βρισκόμουν ήδη στην άλλη άκρη  του  σκάμματος.  Ακολούθησαν  πολλά  και  μεγάλα  άλματα  (εις  μήκος,  εις  ύψος  και  επί  κοντώ  —  καμιά φορά και χωρίς κοντάρι, αλλά το διαπιστώνεις στον αέρα και η κερκίδα, ως γνωστόν, ψοφάει  για  εντυπωσιακές  πτώσεις),  αγώνες  δρόμου  μετ'  εμποδίων  και  αγώνες  αντοχής,  αγώνες  βάδην  με  αξιόλογες  επιδόσεις,  αρκετοί  μαραθώνιοι  και  κάμποσες  συμμετοχές  σε  πένταθλα  και  δέκαθλα  (δίχως  έπαθλο,  αλλά  ντεφ  ολσούν,  γιατί,  καθώς  λένε  οι  σοφές  κεφαλές,  «το  ευ  αγωνίζεσθαι  είναι  που  μετράει,  προπαντός  αυτό»  —  κάτι  θα  ξέρουνε  περισσότερο  από  εμάς  τους  δύσμοιρους  που  ελπίζαμε στο ευ ζην).  Τώρα, διανύω με πολύν κόπο την τρίτη ηλικία, έχοντας συμπληρώσει το πεντηκοστό όγδοο έτος της  ζωής  μου  και  σαράντα  δύο  χρόνια  επαγγελματικής  σταδιοδρομίας,  η  οποία  άρχισε  ηρωικά  τον  Φεβρουάριο  του 1966  και δεν ξεπέρασε  ποτέ το  στάδιο της αγωνιώδους βιοπάλης. Είμαι κάτοχος  ανεκτίμητου  πλούτου,  ο  οποίος  απαρτίζεται  από  χιλιάδες  εικόνες,  άπειρες  γεύσεις  απολαύσεων,  αμέτρητα πρόσωπα που με συντροφεύουν. Μέσα σε όλα φτερουγίζει εκείνη.    Εκείνη,  είναι  η  Μαρία  Κομνηνή  Παλαιολογίνα  Διπλοβατάτζινα,  κόρη  του  στρατηγού  και  μετέπειτα  αυτοκράτορα  Μιχαήλ  Η'  Παλαιολόγου  (για  τη  μάνα  της  θα  μιλήσουμε  αργότερα).  Γεννήθηκε  στη 

(9)

Νίκαια  της  Μικράς  Ασίας  το  1252  ή  '53,  όταν  η  Νίκαια  ήταν  ακόμα  πρωτεύουσα  της  εξόριστης  Αυτοκρατορίας  των  Λασκαριδών  και  των  Βατάτζηδων,  και  ο  ρους  του  Σαγγάριου  οριοθετούσε  το  σύνορο ανάμεσα στα βυζαντινά εδάφη και το Σουλτανάτο των Σελτζούκων του Ρουμ. Οκτώ χρονών  αντίκρισε  τη  Βασιλεύουσα,  σαν  ιερό  κουφάρι  βεβηλωμένο,  κουρσεμένο  και  ξεπατωμένο,  ύστερα  από μισόν αιώνα και κάτι στα χέρια των Φράγκων και των Βενετών. Δεκαπενταύγουστο του 1261, ο  αυτοκράτορας πατέρας της εισήλθε θριαμβευτής στο Κάστρο από την Πύλη τη Χρυσή, όπως του το  έλεγε η μεγάλη του αδελφή σαν τον κανάκευε, μωρό, στα γόνατά της.  Από  τη  Νίκαια  στην  Πόλη,  λοιπόν,  η  μικρή  Μαρία  ζούσε  το  όνειρο  της  ανάκτησης.  Δίχως  να  της  περνάει  από  το  μυαλό  για  πού  την  προόριζε  ο  άκαρδος  πατέρας.  Ίσως  να  μην  είχε  ακούσει  ποτέ  τους  Μουγούλιους,  όταν  της  ανακοινώθηκε  ότι  στη  χώρα  τους  επρόκειτο  να  πάει  για  να  γίνει  σύζυγος (μία από τις συζύγους) του ένδοξου ηγεμόνα Χουλαγκού. Μα κι αν τόλμησε να ρωτήσει τον  παιδαγωγό της, τι θα μπορούσε να της απαντήσει ο άμοιρος, που έτρεμε τις μυστικές υπηρεσίες του  Παλαιολόγου;  —Βασίλισσα θα γίνεις, κυρά μου, κυρά των Μουγουλίων, στα μέρη που κατέλαβε ο Μεγαλέξανδρος  κι  ακόμα  πιο  πέρα,  πιο  πέρα  κι  από  τη  γη  των  Μακάρων.  Σε  μακαρίζω  για  την  τύχη  σου.  Ο  αρχάγγελος και ταξιάρχης Μιχαήλ, προστάτης του δεσπότη μας πατέρα σου, να σε φιλάει μαζί με  όλα τα τάγματα των Ασωμάτων. Άλλο τίποτα δεν έχω να σου πω.  Εξυπακούεται  ότι  οι  «Μουγούλιοι»  (και  «Μαγούλιοι»)  των  Βυζαντινών  είναι  οι  Μογγόλοι  της  ανατολικής  ασιατικής  στέπας  —  κυρίαρχοι  για  μικρό  διάστημα  της  μισής  Οικουμένης,  φόβος  και  τρόμος της άλλης μισής. Ως προς το ζύγι δεν κυριολεκτώ. Γιατί αν μπορούσες να βάλεις στο ένα τάσι  τα ασιατικά, ευρασιατικά και ευρωπαϊκά εδάφη που είχαν διατρέξει τα μογγολικά άλογα, μέσα σε  ποτάμια αίματος και αποκαΐδια περίφημων πόλεων από την Κορέα και την Κίνα έως την Ουγγαρία  και την Πολωνία, το άλλο τάσι θα κρεμόταν μετέωρο στον αέρα. Αυτή είναι ουσιαστικά η αναλογία  της  μογγολικής  επέλασης,  που  σάρωσε  την  ιστορία  αιώνων,  ποδοπάτησε  αρχαίους  και  μεσαιωνικούς πολιτισμούς, μετέβαλε τους γεωπολιτικούς χάρτες κι άλλαξε την ανθρωπογεωγραφία  του μεγαλύτερου μέρους των δύο από τις τρεις ηπείρους του παλαιού κόσμου.  Ο  υποψήφιος  γαμπρός  ήταν  ο  Τσεγκισχανίδης  ηγεμόνας  Χουλαγκού∙  οι  βυζαντινές  πηγές  τον  ονομάζουν «Χουλαού». Εγγονός του γενάρχη Τσέγκις Χαν και νεότερος αδελφός του Μεγάλου Χαν  Κουμπλάι.  Κύριος  ενός  από  τα  τέσσερα  ομόσπονδα  κράτη  της  Μογγολικής  Αυτοκρατορίας,  μέγας  πολέμαρχος, μέγας σφαγέας και μέγιστος ηγέτης, κατακτητής της Βαγδάτης και πορθητής δεκάδων  άλλων  μεγαλουπόλεων.  (Τα  φονικότερα  όπλα  που  είδα  στη  ζωή  μου  είναι  εκτεθειμένα  στο  Πολεμικό Μουσείο της Δαμασκού. Μάχαιρες με κόψη πριονιού και φοβεροί μπαλτάδες, μεταλλικοί  κεφαλοθραύστες και σιδερένιες γροθιές με μυτερές απολήξεις,  ενθύμια του  1259 από τον στρατό  του χαν Χουλαγκού, που έφτασε μέχρι τα παράλια της Μεσογείου, τη Βηρυτό, τη Σιδώνα, τη Λωρίδα  της Γάζας, σκορπίζοντας τη φρίκη.)  Η  τύχη  όμως  τα  'φερε  να  κλείσει  τα  μάτια  του  ο  Χουλαγκού  πριν  προλάβει  να  υποδεχθεί  τη  δωδεκάχρονη  παιδούλα,  που  ήταν  καθ'  οδόν.  Ποιος  ξέρει  τι  μπορεί  να  συμβεί  στη  διάρκεια  ενός  τόσο  δύσκολου  ταξιδιού.  Αν  είχε  ξεκινήσει  από  την  Πόλη  το  καλοκαίρι  του  1264  και  πλάκωσε  απότομα ο δριμύτατος χειμώνας, «το σσειμωνκόν με τα σιόναα και τα παγωσίας», που λέγανε και οι  γέροντες Πόντιοι (στους μείον 40 βαθμούς κατρακυλάει το θερμόμετρο σε εκείνα τα μέρη), τότε οι  νυφικές  άμαξες  θα  καθηλώθηκαν  σε  κάποιον  από  τους  σταθμούς  του  δρόμου  των  καραβανιών,  ανάμεσα σε σβησμένα ηφαίστεια, παλαιά αρμένικα κάστρα κι απέραντα βοσκοτόπια. Πάντως, όπου  και να στάθηκαν μετά την Τραπεζούντα, τα εδάφη ανήκαν στους Μογγόλους.   

(10)

Προς  το  παρόν,  αφήνω  καταμεσής  του  ασιατικού  χειμώνα  τη  νυφούλα,  να  την  παρηγορούν  οι  ντάντες  και  οι  βάγιες  της,  ώσπου  να  δώσει  ο  Θεός  να  ανοίξει  ο  καιρός  για  να  συνεχίσει  το  χρυσοστόλιστο  καραβάνι  την  πορεία  του,  γιατί  θέλω  να  διηγηθώ  τα  καθέκαστα  με  μέτρο  και  ρέγουλα. Σπεύδω όμως να ειδοποιήσω τον ανυπόμονο αναγνώστη, που ίσως σκεφτεί να αναζητήσει  τη Μαρία σε κάποιο από τα βασικά βυζαντινολογικά βοηθήματα, ότι, αν ανοίξει το εγκυρότατο The  Oxford Dictionary of Byzantium και ψάξει στο λήμμα «Mongols, (Μουγούλιοι)», θα διαβάσει ότι «ο  Μιχαήλ Η' έστειλε την κόρη του στο Καρακορούμ, για να παντρευτεί τον Μεγάλο Χαν Χουλαγκού».  Προσοχή,  λοιπόν.  Σε  μία  φράση  υπάρχουν  δύο  τερατώδη  λάθη  —  «ανακρίβειες»,  όπως  θα  έλεγε  κάποιος  που  θέλει  να  ανασκευάσει  με  κοσμιότητα  και  συναδελφική  αβρότητα  τα  σφάλματα  του  λήμματος.  Όμως  εγώ,  δυστυχώς,  παρά  την  ηλικία  μου,  δεν  κατάφερα  να  συνταχθώ  με  τους  νηφάλιους  και  δεν  συμπαθώ  τη  συγκεκαλυμμένη  συγκατάβαση.  Εξακολουθώ  να  χρησιμοποιώ  την  άκομψη φρασεολογία της νεανικής φούριας, υπερασπιζόμενη όχι την αλαζονεία των νεοσσών ή το  θράσος των άσχετων και ασεβών, αλλά την ανάγκη να εμπιστεύεσαι τα κοινώς αποδεκτά, τα μεγάλα  και  σοβαρά,  επιστημονικά  έργα.  Αλίμονο  αν  είσαι  υποχρεωμένος  να  διασταυρώνεις  κάθε  όνομα,  τοπωνύμιο και χρονολογία που συναντάς. Ωστόσο εδώ, μιλούμε για δύο ανεπίτρεπτα λάθη∙ κι εγώ  εξανίσταμαι, όχι μόνο γιατί οι παραπλανητικές πληροφορίες ανατρέπουν αδιαμφισβήτητα στοιχεία  της μογγολικής ιστορίας, αλλά γιατί ανατρέπουν τη ζωή της Μαρίας.  Αφενός,  ο  Χουλαγκού  δεν  ζούσε  πια  στο  Καρακορούμ  —  ακόμα  στη  νυφιάτικη  άμαξα  θα  ήταν  η  Μαρία,  αν  επρόκειτο  να  πάει  στην  παλαιά  αυτοκρατορική  έδρα,  που  απέχει  περίπου  6.000  χιλιόμετρα από τις εκβολές του Βόλγα στην Κασπία. Αφετέρου, δεν έφερε τον τίτλο «Μέγας Χαν»,  όπως  διατείνεται  το  Oxford.  Ο  τίτλος  του  ήταν  «Ιλ‐χαν»,  που  σημαίνει  «νεότερος  χαν,  νεότερος  αδελφός»  του  Μεγάλου  Χαν.  Στον  Μεγάλο  Χαν,  τον  αρχηγέτη  του  τετραμερούς  κράτους  των  απογόνων του Χαν των Χαν Τσέγκις, υπάγονταν και το Χανάτο της Λευκής Ορδής και το Χανάτο της  Χρυσής  Ορδής  και  το  Ιλ‐χανάτο,  που  είχε  ιδρύσει  ο  υποψήφιος  σύζυγος  της  άγουρης  Παλαιολογίνας. Από το 1260, Μέγας Χαν ήταν ο ξακουστός Κουμπλάι. Κατά έναν χρόνο γηραιότερος  του Χουλαγκού.  Κανείς δεν θέλει, βέβαια, να μπλέκει με συγγενολόγια και γενεαλογικά δέντρα, πόσο μάλλον όταν  πρόκειται  για  τους  Τσεγκισχανίδες  ηγεμόνες  και  τους  δεσμούς  αίματος,  που  υπαγόρευαν  την  οικογενειακή και πολιτική ιεραρχία στην απέραντη Αυτοκρατορία των αγριανθρώπων της ασιατικής  στέπας.  Όταν  όμως  ο  ιδρυτής  της  δυναστείας  των  Παλαιολόγων  διαπραγματεύεται  την  κόρη  του,  φιλοδοξώντας  να  συγγενέψει  με  τους  τρομερούς  Μουγούλιους,  το  θέμα  αρχίζει  να  έχει  κάποιο  ενδιαφέρον. Να μάθουμε τουλάχιστον ποιος ήταν ο γαμπρός. Όχι για να εξασφαλίσουμε το κορίτσι  — αυτό δεν αφορούσε τον αυτοκράτορα πατέρα. Τα σύνορα έπρεπε να διασφαλίσει, τα σύνορα και  τη  βυζαντινομογγολική  ειρήνη.  Αλλά  αν  ο  ταλαίπωρος  ιστορικός  ανήκει  στη  βυζαντινή  πλευρά,  δηλαδή αν έμαθε να διαβάζει τον κόσμο από τη μία του όψη, τότε το ερώτημα είναι πώς θα μάθει  τα  απαραίτητα  για  τον  έτερο  συμβαλλόμενο.  Κι  αν  τα  έγκυρα  βοηθήματα  στέλνουν,  με  ελαφριά  καρδιά, τη Μαρία να παντρευτεί τον υποτιθέμενο Μεγάλο Χαν στο κέντρο περίπου της σύγχρονης  Μογγολίας,  γιατί  εκεί  βρίσκεται  το  Καρακορούμ,  τότε  νομίζω  ότι  μπήκαμε  για  τα  καλά  στην  περιπέτεια της αναζήτησης. Μπορεί να μου πήρε χρόνια για να ξεφύγω από τα γνωστά άλλοθι των  παραπομπών —κι όσο πιο έγκριτα είναι τα επιστημονικά ονόματα στα οποία παραπέμπεις, τόσο πιο  ακλόνητα  μοιάζουν  τα  λεγόμενά  σου—,  αλλά  κάποτε  αποφάσισα  να  εγκαταλείψω  τις  συνήθεις  ευκολίες. Έπρεπε να κατοπτεύσω μόνη μου τον χώρο, να διερευνήσω την άλλη όψη του κόσμου, να  διασχίσω με τη Μαρία τις εκτάσεις που σάρωσε «η μάστιγα του Θεού», κι ούτε που μου περνούσε  τότε  από  το  μυαλό  ότι  η  ενασχόληση  με  τους  Μογγόλους  θα  με  έφερνε  πιο  κοντά  στη  βυζαντινή  πραγματικότητα  των  δύο  τελευταίων  αιώνων.  Αρχίζοντας  την  έρευνα,  πίστευα  πως  ό,τι  έκανα,  το  έκανα μόνο και μόνο για να γνωρίσω καλύτερα αυτή τη γυναικεία ύπαρξη. Πάντως, μαζί της πέρασα  όλα τα σύνορα. 

(11)

Περνώντας  τα  κρατικά  σύνορα,  διαπίστωσα  ότι,  όταν  εκείνη  άφηνε  πίσω  της  το  ανάκτορο  των  Βλαχερνών, το μακρινό Καρακορούμ είχε ήδη χάσει την πολιτική του σημασία και είχε παραδοθεί  στον  αδυσώπητο  άνεμο  της  άγριας  μογγολικής  στέπας.  Υπήρξε,  πράγματι,  η  πρώτη  έδρα  των  Μεγάλων  Χαν,  μετά  τον  θάνατο  του  Τσέγκις,  το  1227.  Μα  δεν  ήταν  παρά  ένας  χειμερινός  καταυλισμός  —ένας  συμβολικός,  σχεδόν  ιερός,  τόπος—  στην  καρδιά  της  κοιτίδας  όλων  των  νομάδων  της  Ασίας.  Εκεί  συγκεντρώνονταν  οι  Τσεγκισχανίδες,  για  να  οργανώσουν  το  νεοσύστατο  και  αχανές  κράτος  τους,  αλλά,  τότε,  τους  συνέδεε  ακόμα  η  αδελφική  ομοψυχία  και  τους  συγκρατούσε  το  φάντασμα  του  γενάρχη.  Ο  ίδιος  ο  Χουλαγκού  είχε  φύγει  από  το  Καρακορούμ  το  1253, όταν η οικογενειακή ομήγυρις του ανέθεσε την κατάκτηση της Δυτικής Ασίας. Η εντυπωσιακή  από κάθε άποψη έφιππη εκστρατεία κατέληξε, τον Φεβρουάριο του 1258, στην άλωση της θρυλικής  Βαγδάτης  και  στην  κατάλυση  του  ισλαμικού  Χαλιφάτου.  Ο  τροπαιούχος  στρατηγός  ίδρυσε  το  Ιλχανάτο και δεν επέστρεψε ξανά στην παλαιά μογγολική έδρα ούτε για να παραστεί στη νεκρώσιμη  τελετή του πρωτότοκου αδελφού του, ο οποίος ήταν ο τελευταίος Μεγάλος Χαν που διοικούσε την  κληρονομιά  του  Τσέγκις  από  τα  βάθη  της  Μογγολίας.  Η  δυναμική  των  γεγονότων  ήταν  πολύ  πιο  ισχυρή από τα σύμβολα.  Ο  Κουμπλάι  γνώριζε  ότι  η  τετραμερής  Αυτοκρατορία  ήταν  αδύνατον  να  διοικηθεί  από  το  Καρακορούμ. Η δική του πρωτεύουσα ήταν η εκθαμβωτική Σανγκτού, η πόλη με τους εκατόν οκτώ  ναούς,  στην  κινεζομογγολική  μεθόριο  μεταξύ  στέπας  και  καλλιεργήσιμης  γης.  Αψηφώντας  τις  αντιρρήσεις  των  γραφειοκρατών  του  Καρακορούμ,  ο  νέος  Μεγάλος  Χαν  κράτησε  το  κινεζικό  του  προπύργιο κι άφησε το Καρακορούμ να στοιχειώσει. Μαζί με την προγονική έδρα στοίχειωσαν και  οι «εφηβικές» μνήμες ενός νομαδικού λαού που είχε κυριεύσει τον εγκαταστημένο κόσμο, είχε γίνει  παγκόσμια δύναμη κι είχε προσαρμοστεί με εκπληκτική ταχύτητα και μοναδική πολιτική ικανότητα  στα νέα δεδομένα. Μετά το 1260, η μογγολική κοιτίδα κι ολόκληρη η άδενδρη στέπα πέρα από τη  Βόρειο Κίνα έγινε μία από τις λιγότερο σημαντικές επαρχίες της Αυτοκρατορίας του Κουμπλάι.  Το  1264,  λοιπόν,  ή  ίσως  στις  αρχές  της  άνοιξης  του  1265  (όπως  υποστηρίζουν  μερικοί),  ο  Μιχαήλ  Παλαιολόγος  δεν  είχε  κανέναν  λόγο  να  στείλει  την  κόρη  του  στην  ανατολική  απόληξη  της  ευρασιατικής στέπας, γιατί κανένας από τους τέσσερις Τσεγκισχανίδες ηγεμόνες δεν διέμενε πλέον  στη βραχύβια πρωτεύουσα.  Αλλά  αν  δεν  κατευθυνόταν  προς  το  Καρακορούμ  η  μικρή  Μαρία,  τότε  πού  πήγε  όταν  έλιωσαν  οι  πάγοι εκείνη την άνοιξη του 1265;    Για  την  ώρα,  δεν  θα  ακολουθήσω  τη  δική  της  διαδρομή.  Εξάλλου,  οι  γνώσεις  μας  γύρω  από  τις  περιπέτειες του βίου της είναι έμμεσες, απειροελάχιστες κι αρκετά συγκεχυμένες, όπως συμβαίνει  με  τις  περισσότερες  μοσχαναθρεμμένες  αρχοντοπούλες  που  δόθηκαν  πεσκέσι  σε  διάφορους  βαρβάρους, στα πέρατα της γης κι ακόμα πιο πέρα, είτε για να επιβεβαιώσουν συνθήκες ειρήνης,  είτε για να ενισχύσουν ελιγμούς της βυζαντινής διπλωματίας και να επιβραβεύσουν δείγματα καλής  θέλησης,  είτε  —να  συνυπολογιστεί  εξάπαντος  και  τούτο—  για  να  δημιουργήσουν  ευνοϊκό  κλίμα  υπέρ του οικουμενισμού της κωνσταντινουπολίτικης Ορθοδοξίας, ώστε να αποδώσουν καρπούς οι  ιεραποστολικές  προσπάθειες  του  Πατριαρχείου.  Η  «Βυζαντινή  Κοινοπολιτεία»,  το  μέγιστο  πνευματικό  (και  πολιτικό)  επίτευγμα  της  Αυτοκρατορίας,  οφείλει  πάρα  πολλά  στις  μικρές  Μαρίες.  Δεκάδες εφηβικές ή παιδικές ψυχές καταδικασμένες ερήμην να ζήσουν στα τάρταρα της χώρας των  ανθρωποφάγων  Ταύρων.  Η  θυσία  της  κόρης  του  Αγαμέμνονα,  για  να  φυσήξει  ούριος  άνεμος  στο  Αιγαίο, δεν ήταν παρά η αρχή. Μόνο που για τα ροδομάγουλα Βυζαντινά κοράσια, τα γαλαζοαίματα  ή και πορφυρογέννητα, δεν βρέθηκε ούτε μάνα για να τα υπερασπιστεί, ούτε θεά για να τα λυπηθεί,  ούτε αδελφός για να τα σώσει, ούτε ποιητής για να τα καταστήσει αθάνατα. Εκατόμβες υπέρ βωμών  και  εστιών,  ανθρώπινες  εκατόμβες,  που  αποσιωπήθηκαν  από  τους  καταγραφείς  της  ιστορίας, 

(12)

άφησαν αδιάφορους τους ποιητές και ασυγκίνητους τους μελετητές.  Δεν προτίθεμαι να παραστήσω τον Όμηρο των μεσαιωνικών χρόνων, ούτε —σε καμία περίπτωση—  τους τραγικούς μας (μολονότι και η Μαρία επέστρεψε κάποτε στην πατρίδα της κι αποτραβήχτηκε  σε ένα μοναστηράκι αφιερωμένο στην Παναγία, όπως η κόρη του Αγαμέμνονα στο αττικό Ιερό της  Βραυρώνας,  το  αφιερωμένο  στην  Ταυροπόλο  Αρτέμιδα,  την  ιερή  Παρθένο).  Οι  συσχετίσεις  είναι  προκλητικά  ελκυστικές  αλλά  πρώιμες  και  κυρίως  επικίνδυνες.  Δεν  θέλω  να  επιδοθώ  σε  τέτοιου  είδους  γυμνάσματα.  Η  φεγγοβόλος  μορφή  της  Παλαιολογίνας  υπαγορεύει  εγκράτεια.  Αποφάσισα  όμως, αναμοχλεύοντας τα μύχια, τα άρρητα και τα ρητά της δικής μου πορείας, να εξιχνιάσω τους  λόγους που με έκαναν να συνδεθώ τόσο στενά μαζί της. Νιώθω ότι της το οφείλω, γιατί ο τρόπος με  τον οποίο έμαθα να βλέπω και να κατανοώ την ύλη της ιστορίας  (όταν άρχισα να αφουγκράζομαι  τους  ανθρώπους  κάτω  από  τα  βομβαρδισμένα  κτίρια  και  τα  κάθε  λογής  χαλάσματα)  θα  ήτανε  λειψός χωρίς αυτήν.  Χαμηλές  πτήσεις,  λοιπόν,  πάνω  από  τους  δρόμους  των  καραβανιών,  όπου,  από  τον  καιρό  των  Σουμερίων, εκατό ή διακόσιες ή και πεντακόσιες βακτριανές καμήλες κουβαλούν ετησίως lapis lazuli  κι  άλλα  πανάκριβα  αγαθά  του  Ινδικού  Καυκάσου  στους  ισχυρούς  της  Οικουμένης,  κι  άλλες  τόσες  αραβικές δρομάδες μεταφέρουν σπάνια μυρωδικά, λιβάνι και αιθιοπική κανέλα στις πολιτείες και  στα  λιμάνια  της  Ανατολικής  Μεσογείου,  από  τον  καιρό  της  βασίλισσας  της  Σαβά  και  του  προφητάνακτα Σολομώντα.  Δύσκολες  ώρες  ατέλειωτης  αναμονής  στα  ασσυριακά  τελωνεία,  στα  βυζαντινά  κομμέρκια  και  στα  συνοριακά  φυλάκια  των  Μαμελούκων,  που  φρουρούνε  τα  περάσματα  και  εισπράττουν  τους  δασμούς από το διαμετακομιστικό εμπόριο.  Σύντομες γνωριμίες σε απομακρυσμένους σταθμούς και παλαιές ποταμόσκαλες του Βασιλείου των  Σελευκιδών.  Εξαίσιες  συναντήσεις  (σαν  αυτές  που  ονειρεύτηκε  ο  Καβάφης)  σε  σκοτεινά  πανδοχεία  και  πολύβουα  καραβάν  σεράγια,  δημόσια  λουτρά  και  κουρεία,  ύποπτα  καπηλειά  και  βρομερά  χάνια,  σκεπαστές  αγορές  και  μικρά  εργαστήρια,  όπου  αγωγιάτες,  καραβοκύρηδες  και  ξενοφερμένοι  εμπόροι  συναλλάσσονται  με  ντόπιους  τεχνίτες,  παραγωγούς  και  μεσάζοντες,  σαράφηδες,  χαμάληδες κι επιχειρηματίες.  Προσχεδιασμένες  επισκέψεις  σε  ιερούς  χώρους  και  απρόβλεπτες  προσκλήσεις  στα  άδυτα  των  αδύτων.  Ολονυκτίες  σε  πρωτοχριστιανικές  βασιλικές  και  παρακλήσεις  σε  βασιλικά  καστρομονάστηρα∙ γονυκλισίες σε καθαγιασμένα σπήλαια∙ κλεφτές ματιές σε χρυσοποίκιλτα τζαμιά  και  περίκλειστους  μεντρεσέδες.  Θρηνωδίες  για  τον  αδικοσκοτωμένο  Αλί  και  τους  σφαγμένους  συγγενείς  του  Προφήτη.  Εσπερινοί  σε  ερειπωμένα  «μαρτύρια»  τροπαιοφόρων  αγίων,  που  αψήφησαν τις διαταγές του χριστιανοκτόνου Διοκλητιανού και του συναυτόκρατορα Λικίνιου.  Φαγοπότια  στη  σκιά  σασανιδικών  ανακτόρων  και  ρωμαϊκών  υδραγωγείων.  Αναβάσεις  σε  πανάρχαια ιερά κορυφής και πεζοπορίες σε τόπους θρυλικών μαχών.  Αναζητήσεις χαμένων προσώπων, που ίσως να άφησαν το αποτύπωμά τους για να το ανακαλύψει,  κάποτε,  κάποιος  εκπαιδευμένος  ιχνηλάτης  ή  ένας  ταξιδιώτης  που  επιστρέφει  με  τη  λαχτάρα  του  προσκυνητή των Αγίων Τόπων.  Ανασκαφές  στα  ενδότερα  της  ύπαρξης  των  Προσφύγων.  (Ο  φίλος  μου  ο  Χατζημιχάλης  με  παρακίνησε  να  τους  γράφω  με  κεφαλαίο  Π,  πείθοντάς  με  ότι  σωστά  είχα  ψυχανεμιστεί  πως  οι  ξεριζωμένοι συγκροτούν μίαν εντελώς ιδιαίτερη ομάδα. Προσφυγοπαίδι κι αυτός, το Αϊβαλί δεν τον 

(13)

εγκατέλειψε ποτέ.) 

Κάπως έτσι μπορώ να σκιαγραφήσω την πορεία της σχέσης μου με τη Μαρία. Μία πορεία γεμάτη  εκπλήξεις,  αποκαλύψεις  και  θαύματα,  ηθελημένες  και  αθέλητες  διακοπές,  αναπότρεπτες  παρασπονδίες  και  μακρές  απουσίες,  πολλές  υπεκφυγές,  πάμπολλα  σφάλματα,  ακούσια  και  εκούσια. Για όλα εξακολουθώ να πληρώνω, αλλά για τίποτα δεν μετανιώνω. 

(14)

Από τη θεσσαλική Μαγνησία στην προποντιακή Βιθυνία 

ΚΑΠΟΤΕ  ΒΙΑΖΟΜΟΥΝ,  με  έτρωγε  η  ανυπομονησία,  διεκδικούσα  τις  μεγάλες  αποδόσεις  και  τις  άμεσες ανταποδόσεις. Πίστευα ότι η ζωή τελειώνει στα τριάντα.  Καβατζάροντας  τα  τριάντα,  έμαθα  με  την  πάροδο  του  χρόνου  να  απολαμβάνω  τα  όσα  μου  προσέφερε  η  κυρά  των  Μογγόλων  κι  εξακολουθεί  να  μου  προσφέρει,  καθώς  με  συντροφεύει  όλο  και  συχνότερα.  Ακόμα  κι  όταν  κάνω  τον  περίπατό  μου  στα  πηλιορείτικα  μονοπάτια,  μετρώ  τα  βήματά μου για να τη συναντήσω στο χιλιοστό διακοσιοστό πεντηκοστό τρίτο βήμα και κάπου εκεί  να κάνω την πρώτη στάση. Καθισμένη στην ξερολιθιά δίπλα στο αυλάκι, μεταθέτω το ήρεμο τοπίο  με  τα  πλατάνια  στις  εξοχές  της  Νίκαιας  και  τη  βλέπω  παιδούλα  να  κρατάει  από  το  χέρι  τον  παιδαγωγό,  επαναλαμβάνοντας  μαζί  του  «Άνδρα  μοι  έννεπε,  Μούσα,  πολύτροπον,  ...»,  δίχως  να  φαντάζεται η καψερή ούτε σε ποιον άνδρα θα την ξαπόστελνε ο μπαμπάκας της ούτε ότι η δική της  ταξιδιωτική περιπέτεια θα ήταν μεγαλύτερη και από εκείνη του Οδυσσέα.  Για  τη  μετάβαση  στη  γενέτειρα  της  Μαρίας,  όλα  είναι  προετοιμασμένα  (είμαι  ειδήμων  στο  είδος)  από  τη  στιγμή  που  βγαίνω  από  το  σπίτι.  Το  σημείο  εκκίνησης  είναι  οι  καρυδιές  στη  γωνία  του  κήπου. Μόλις τις περάσω, αφοσιώνομαι στο μέτρημα, αρχίζοντας από το συμβατικό έτος γέννησης  του  Χριστού,  τον  καιρό  της  παντοδυναμίας  του  Οκταβιανού  Αυγούστου.  [Χρόνια  μου  πήρε  για  να  καταλάβω και να αποδεχθώ ότι, αν θέλω να εισχωρήσω στο βυζαντινό μεδούλι, πρέπει εξάπαντος  να  ανατρέχω  στην  Αυτοκρατορική  περίοδο  της  ρωμαϊκής  ιστορίας,  γιατί  εκεί  έχει  τις  ρίζες  της  η  βυζαντινή προϊστορία, αλλιώς τα πάντα μένουν μετέωρα, έρμαια στις ορέξεις του πρώτου τυχόντα.]  Ανακαλώντας,  λοιπόν,  τους  εστεμμένους  ανά  εκατονταετία  (στα  εκατό  βρίσκεται  ο  στρατηλάτης  Τραϊανός,  στα  διακόσια  ο  Αφρικανός  λεγεωνάριος  Σεπτίμιος  Σεβήρος,  η  φίλαρχη  κυρία  του  και  οι  τρομεροί  γιοι  τους,  στα  τριακόσια  ο  μεταρρυθμιστής  Διοκλητιανός  και  οι  άλλοι  τρεις  Ιλλυριοί  και  Πάννονες της Τετραρχίας, στα τετρακόσια ο Αρκάδιος, στα πεντακόσια ο αγαπητός μου Αναστάσιος  και  πάει  λέγοντας),  καταλήγω  στην  εκπατρισμένη  δυναστεία  της  Νίκαιας.  Αν  περπάτησα  δίχως  διακοπή,  φτάνω  στην  ξερολιθιά  τον  καιρό  της  βασιλείας  του  Θεόδωρου  Α'  Λάσκαρι,  ιδρυτή  της  δυναστείας,  ή  του  γαμπρού  του,  του  Ιωάννη  Γ'  Βατάτζη.  Αν  αναγκάστηκα  να  ανακόψω  κάπου  τον  ρυθμό του βηματισμού μου, στα σκιερά πλατάνια συναντώ το εκθρονισμένο εκείνο μειράκιον, τον  οκταετή Ιωάννη Δ' Λάσκαρι, που του έφαγε ο Μιχαήλ Κομνηνός ο Παλαιολόγος το στέμμα. Η κόρη  του  Μιχαήλ,  η  Μαρία,  είναι  μόλις  πέντε  χρονών  και  η  Βαγδάτη  θρηνεί  τα  αμέτρητα  θύματα  της  μογγολικής  θηριωδίας.  Αραβικές  και  περσικές  πηγές  μιλούν  για  800.000  σφαγμένους  και  ξεκοιλιασμένους  Μουσουλμάνους, Σουνίτες  και Σιίτες. Ο πορθητής Χουλαγκού κομπάζει  για πάνω  από 200.000 νεκρούς. Σοκ και δέος.    Το  παιχνίδι  με  τους  αυτοκράτορες,  στον  καθιερωμένο  πρωινό  περίπατο,  με  βοηθάει  για  να  προσηλώνομαι  και  να  μην  μπερδεύω  τις  εκατοσταριές  του  μετρήματος.  Εξάλλου,  η  εναλλαγή  των  εικόνων  γύρω  μου  αντιστοιχεί  κάπως  και  στην  εναλλαγή  των  ιστορικών  εποχών  —  ή  τουλάχιστον  έτσι τα όρισα, περπατώντας καθημερινά μέχρι το δάσος.  Στο ύψος της Εικονομαχίας, κάνω μία  μικρή παράκαμψη, για να αποφύγω το συναπάντημα με τα  ντόμπερμαν που φρουρούν τα δίδυμα «παραδοσιακά» σπίτια του τηλεστάρ γείτονα. Τα σκυλιά και  την  ανταύγεια  της  πελώριας  πισίνας  προσπαθώ  να  αποφύγω,  αλλά  κι  εκείνες  τις  ρουστίκ  πόρτες  στην  είσοδο  του  κήπου,  που  ανοίγουν  με  τηλεκοντρόλ,  κι  ώσπου  να  ξανακλείσουν,  τα  σκυλιά  ορμούν στον χωματόδρομο κι από εκεί παραφυλάνε το μονοπάτι σαν τον Προκρούστη στην Κακιά  Σκάλα.  Με  χίλιες  προφυλάξεις  περνώ  σε  απόσταση  ασφαλείας  από  τα  επικίνδυνα  λημέρια,  Σαρακηνοί  με  ζώνουν  από  παντού,  Βούλγαροι  καιροφυλακτούν  πίσω  από  την  περίφραξη  με  τις 

(15)

κατσίκες  της  Γεωργίας,  ενώ  η  Αθηναία  αυγούστα  σέρνει  από  το  χέρι  τον  νεαρό  Κωνσταντίνο  στις  πεδιάδες  της  Θράκης  —  χρόνια  είχανε  να  δούνε  παράτες  αυλικές  οι  αποκλεισμένοι  Φιλιππουπολίτες, πώς έγινε και τους θυμήθηκε τώρα η «αυτοκράτωρ» Ειρήνη;  Καλπάζουνε  τα  βασιλικά  άλογα  στην  κοιλάδα  της  Νίκαιας∙  βιάζονται  οι  απεσταλμένοι  της  Ειρήνης  να  ειδοποιήσουν  τους  αξιωματούχους  ότι  στην  πόλη  τους  θα  γίνει  η  νέα  Οικουμενική  Σύνοδος,  όπως  τότε,  όταν  κάλεσε  ο  Μέγας  Κωνσταντίνος  τους  ιεράρχες  από  τα  πέρατα  της  ρωμαϊκής  Οικουμένης.  Τώρα  προέχει  η  αναστήλωση  των  ιερών  εικόνων,  αρκετό  αίμα  χύθηκε,  ας  ετοιμαστούνε  τα  ανάκτορα  και  η  Αγία  Σοφία  για  την  υποδοχή  της  ματαιόδοξης  κυράς  κι  ας  επιδιορθωθούνε  τα  τείχη.  Η  Νίκαια  θα  ξαναζήσει  λαμπρές  ημέρες  και  θα  απομείνει  με  τη  σκονισμένη  δόξα  της,  ώσπου  να  τη  μετατρέψει  ο  Σελτζούκος  σαχ  Σουλεϊμάν  σε  πρωτεύουσα  του  περιφερειακού του κράτους. Αλλά ο Αλέξιος Κομνηνός, αφού έστειλε τη σιδερόφραχτη στρατιά των  Σταυροφόρων  να  αποκλείσει  τις  επικοινωνίες  και  να  πολιορκήσει  την  πόλη,  έβαλε  ναύτες  να  σύρουνε κάμποσα πλοιάρια από την Προποντίδα μέχρι τη λίμνη της Νίκαιας — ποιος υπολόγιζε ότι  οι  φρουρές  του  Σουλεϊμάν  θα  ξημερώνονταν  με  μία  θάλασσα  αντί  για  λίμνη  πίσω  από  τα  βόρεια  τείχη; Έτσι, ο Αλέξιος καταφέρνει να ανακτήσει την πόλη. Με τη βοήθεια των Σταυροφόρων, αυτό  να λέγεται. Γιατί αν δεν ήταν εκείνα τα ξανθά ξερακιανά καλόπαιδα, που ήξεραν να τιμούν τον όρκο  τους  και  να  σέβονται  τη  βασιλική  σπάθα,  με  την  οποία  τους  είχε  ορκίσει  ο  Αλέξιος,  ούτε  το  πρωτότυπο εγχείρημα της μεταφοράς του ελαφρού στόλου θα είχε αποτέλεσμα. Οι Σελτζούκοι θα  είχαν  εγκατασταθεί  για  τα  καλά  στη  Νίκαια,  διακόσια  πενήντα  χρόνια  πριν  από  την  εγκατάσταση  των Οθωμανών του Ορχάν γκαζί — ενώ, τώρα, περιορίστηκαν τουλάχιστον στα μικρασιατικά εδάφη  πέρα  από  τον  Σαγγάριο  και,  βεβαίως,  στα  μεσοποταμιακά  πέρα  από  τον  Άνω  Ευφράτη.  Εκεί  τους  τσάκισαν οι Μογγόλοι το 1243.  Κοντοστέκομαι  στο  ξέφωτο∙  λαμπυρίζει  ο  Παγασητικός.  Βρίσκομαι  πάντα  στο  Πήλιο,  αλλά  με  το  μέτρημα ταξιδεύω. Χαιρετώ τον υδρονόμο — Δευτέρα σήμερα, κι όπως κάθε Δευτέρα ήρθε για να  στρέψει τη ροή των νερών στα δικά μας αυλάκια.  Συνεχίζω  το  μέτρημα  από  το  1100.  Οι  Σελτζούκοι  Τούρκοι  έκαναν  εντέλει  το  Ικόνιο  πρωτεύουσά  τους.  Οι  Σταυροφόροι  κατέλαβαν  την  Ιερουσαλήμ  κι  έσφαξαν  αβέρτα  χιλιάδες  Άραβες,  Μουσουλμάνους και Χριστιανούς Ορθοδόξους αδιακρίτως (πώς να διακρίνουν τέτοιες λεπτομέρειες  οι ξενοφερμένοι σιδερόφρακτοι, που είχαν περπατήσει χιλιάδες χιλιόμετρα για να απελευθερώσουν  τους Αγίους Τόπους από τους «Αντίχριστους Τούρκους»;).  Επιταχύνω το βήμα μου  καθώς πλησιάζω τον τρισάθλιο Ισαάκιο Άγγελο και τον πανάθλιο αδελφό  του. Θα 'θελα να ξέρω ποια κακεντρεχής μοίρα όρισε πως οι Άγγελοι θα είναι αυτοί οι ακόλαστοι  που θα διοικήσουν με τέτοιο τρόπο την Αυτοκρατορία, ώστε να την πετάξουν βορά στους Λατίνους,  δεκαεννιά  χρόνια  μετά  την  ανάρρηση  του  πρώτου  (σατανά)  της  δυναστείας  των  Αγγέλων  στον  θρόνο.  Καλά  τους  τα  'ψελνε  ο  σεβάσμιος  Μιχαήλ  Ακομινάτος,  αλλά  η  σήψη  είχε  φτάσει  στο  μη  περαιτέρω.  Η  Δ'  Σταυροφορία  έχει  ξεκινήσει.  Άνοιξη  του  1203.  Οι  βενετικές  γαλέρες  περνούν  τα  Δαρδανέλλια  και  οι  Σταυροφόροι  αντικρίζουν  τη  βασιλίδα  Πόλη.  «...Μάθετε  ότι  δεν  υπήρξε  άνθρωπος που να μη μείνει ασυγκίνητος, άνθρωπος που να μην ανατριχιάσει...» γράφει στο χρονικό  Η Κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης ο μαρεσάλης Γοδεφρείδος Βιλλεαρδουίνος, περιγράφοντας τα  αισθήματα  θαυμασμού  και  δέους  της  δυτικής  ιπποσύνης,  όταν  αναδύθηκε  από  τα  νερά  της  Προποντίδας  το  θρυλικό  Κάστρο,  η  μεγαλύτερη  πολιτεία  του  χριστιανικού  κόσμου.  «...Κανείς  δεν  μπορούσε να φανταστεί ότι υπάρχει μία τόσο πλούσια πόλη..., κανείς δεν θα το πίστευε αν δεν το  έβλεπε με τα ίδια του τα μάτια...». Άνοιξη του 1204, λίγο μετά το Πάσχα. Οι Φράγκοι μεθοκοπάνε  μέσα στην Αγία του Θεού Σοφία∙ οι Βενετοί λεηλατούνε το Ιερόν Παλάτιον, ξηλώνουνε πολύχρωμα  μάρμαρα, αρπάζουν αρχαία αγάλματα και ιερά σκεύη, απογυμνώνουνε τον Ιππόδρομο, σκαλίζουν  τους  κίονες  του  Αγίου  Πολύευκτου,  για  να  βγάλουνε  τους  αμέθυστους  που  διανθίζουν  τις  λευκές  επιφάνειες. Η ξεπατωμένη Βασιλεύουσα ερημώνει. Στέλνω στη Νίκαια το εκπατρισμένο αρχοντολόι, 

(16)

το παρακολουθώ να ανασυντάσσεται υπό το σκήπτρο του Θεόδωρου Α' Λάσκαρι και του Ιωάννη Γ'  Βατάτζη.    Μετρώντας  και  μονολογώντας,  φτάνω  στα  ακατοίκητα  μέρη  του  χωριού  μας,  το  οποίο  κτίζεται  ανηλεώς τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια.  Η  πρώτη  στάση,  το  χιλιοστό  διακοσιοστό  πεντηκοστό  τρίτο  βήμα,  είναι  το  έτος  γέννησης  της  αθέατης  αλλά  πανταχού  παρούσας  συντρόφισσας  του  βίου  μου.  Μόνον  κελαηδισμοί  ακούγονται  εδώ∙  καμιά  φορά  και  το  γρήγορο  σούρσιμο  κάποιας  αιφνιδιασμένης  σαύρας  (ή  μήπως  οχιάς;).  Πλατάνια, θυμαρίσιος αέρας, αγριαπιδιές, πικροδάφνες δίπλα στο ρυάκι. Οι παρυφές του δάσους.  Ο φίλος μου ο δρυοκολάπτης παίζει με τις σκιές.  Οι  εγκαταλελειμμένες  καστανιές  και  καρυδιές,  οι  εγκαταλελειμμένες  μηλιές,  τα  εγκαταλελειμμένα  πλούτη  του  Πηλίου  θυμίζουν  τα  αλλοτινά  μπερεκέτια  της  εγκαταλελειμμένης  πρωτεύουσας  της  Αυτοκρατορίας της Νικαίας.  Αν δεν υπήρχε αυτή η τόσο εύφορη κοιλάδα, που γυροφέρνει τη λίμνη της Νίκαιας και περιβάλλεται  από τα πανύψηλα όρη της Βιθυνίας, δεν ξέρω πώς  θα  επιβίωναν τα μεγάλα  γένη στην εξορία.  Τα  βοσκοτόπια, τα ποτιστικά χωράφια, τα εκτεταμένα περιβόλια, τα λιμναία και τα θαλάσσια διβάρια  τούς έτρεφαν. Πολλαπλασίασαν τα ιπποφορβεία και τους αμπελώνες, καλλιέργησαν μορεόδενδρα  στις  υπώρειες  του  Ολύμπου,  για  να  αυξήσουν  την  παραγωγή  των  μεταξωτών  —  το  μαλλί  αφθονούσε  στη  βιθυνιακή  περιφέρεια,  όπως  και  το  μπαμπάκι,  τα  καλά  δέρματα  κι  όλα  τα  κτηνοτροφικά  προϊόντα.  Η  δασική  ξυλεία  περίσσευε,  και  από  τις  αναρίθμητες  πηγές  της  περιοχής  ανάβλυζε  ιαματικό  νερό.  Ένας  ειδυλλιακός  τόπος,  ιδανικός  για  τη  φιλοξενία  της  εκπατρισμένης  βασιλικής και πατριαρχικής αυλής.  Οι πάντες ήταν σε εγρήγορση, οι συνθήκες εκτάκτου ανάγκης τούς το επέβαλλαν, αλλά επικρατούσε  κι ένας πρωτοφανέρωτος πατριωτισμός που μόνο σε καλό τους βγήκε. Το μήνυμα ήταν να φτάσουν  σε επίπεδο πλήρους οικονομικής αυτάρκειας, ώστε να συντηρούν και τα πολυέξοδα στρατεύματα,  ώσπου με τη βοήθεια της Οδηγήτριας να επιστρέψουν στην πόλη Της.  Οι εισαγωγές ξένων αγαθών είχαν απαγορευτεί. Ούτε το σιτάρι από τις μαυροθαλασσίτικες αποικίες  της  Βενετιάς  χρειάζονταν  ούτε,  πολύ  περισσότερο,  τις  πανάκριβες  χάντρες  και  τις  χρυσοποίκιλτες  κούπες από τα βενετσιάνικα υαλουργεία. Εξάλλου, τα κεραμοποιεία της Νίκαιας είχαν κάνει μεγάλη  πρόοδο στους τομείς της εφυάλωσης και της διακόσμησης. Έπρεπε να περιοριστούνε σε αυτά, για  να  αντεπεξέλθει  το  κράτος  στις  αυξημένες  ανάγκες  του.  Ακόμα  και  η  περιώνυμη  βυζαντινή  γραφειοκρατία είχε περιοριστεί  και οι  χρονοβόρες  διαδικασίες  είχαν απλοποιηθεί,  ενώ κορυφαίοι  δάσκαλοι πηγαινοέρχονταν μεταξύ Εφέσου και Νικαίας, όπου σπούδαζε το αρχοντολόι.  Σαν  Το  παραμύθι  χωρίς  όνομα  ακούγονται  όλα  αυτά,  όπου  το  βασιλόπουλο  ξαναζωντανεύει  το  ταπεινωμένο  κι  αποκοιμισμένο  κράτος  —  μα  είναι  αλήθεια  ότι  στη  Νίκαια  έγιναν  πολλά  και  αξιοζήλευτα  πράγματα.  Δυστυχώς  ανεπανάληπτα.  Δεν  άντεχε  φαίνεται  η  κούτρα  της  ρωμαίικης  αριστοκρατίας για μεγαλύτερο διάστημα. Μόνον η προσφυγιά τους συνένωσε. Τους υποχρέωσε να  ανασκουμπωθούνε,  να  αναγνωρίσουν  την  αξία  της  βιοτεχνικής  παραγωγής,  να  κάνουν  αποδοτικότερο  τον  αγροτικό  τομέα.  Πρώτος  και  καλύτερος  ο  ίδιος  ο  αυτοκράτορας.  Ο  πανάξιος  Ιωάννης  Γ'  Βατάτζης,  ο  οποίος,  ανάμεσα  στις  εκστρατείες  και  τα  τόσα  άλλα  κρατικά  καθήκοντα,  διέθετε  χρόνο  για  να  ασχοληθεί  αυτοπροσώπως  με  τα  αυτοκρατορικά  κτήματα.  Με  τα  αυγά  από  τους ορνιθώνες του, μάλιστα, αγόρασε διάδημα με κάμποσα πετράδια για τη σύνευνή του και της  το  προσέφερε  σε  δημόσια  τελετή,  εκθειάζοντας  τα  οφέλη  που  παρέχει  η  καλά  οργανωμένη 

Figure

Updating...

References

Related subjects :