52529872-Φιλοσοφικό-Κοινωνιολογικό-Λεξικό-Α’-–-http-www-projethomere-com

320  Download (0)

Full text

(1)
(2)
(3)

ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΟ

ΚΟΙΝΩΝΙΟΛΟΓΙΚΟ

ΛΕΞΙΚΟ

(4)

COPYRIGHT: ΑΦΟΙ ΚΑΠΟΠΟΥΛΟΙ & ΣΙΑ Ε.Ε.

ΖΩΟΔΟΧΟΥ ΠΗΓΗΣ 24 10681 ΑΘΗΝΑ ΤΗΛ. 3636482 - 3605451

(5)

ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΟ

ΚΟΙΝΩΝΙΟΛΟΓΙΚΟ

ΛΕΞΙΚΟ

ΤΟΜΟΣ Α'

αβατάρα - Γρηγόριος ο Σιναίτης ΕΚΔΟΣΕΙΣ: IC ΚΑΠΟΠΟΥΛΟΣ ΑΘΗΝΑ 1994

(6)

ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΤΗΣ ΕΚΔΟΣΗΣ

ΠΡΟΛΟΓΙΖΕΙ

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΔΕΣΠΟΤΟΠΟΥΛΟΣ

Ακαδημαϊκός ΑΡΧΙΣΥΝΤΑΚΤΕΣ Χιωτάκης Τάκης

Διδάκτωρ Φιλοσοφίας

Χωραφάς Ευστράτιος

Φιλόλογος, πρώην

εκπαιδευτικός σύμβουλος

ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

• Αναπολιτάνος Διονύσιος Καθηγητής του Τμήματος Μεθοδολογίας, Ιστορίας και Θεωρίας της Επιστήμης του Πανεπιστημίου Αθηνών • Αλατζόγλου - Θέμελη Γραμματική Δρ. Φιλοσοφίας, πρώην Ερευνήτρια Κέντρου Φιλοσοφίας της Ακαδημίας Αθηνών • Ανδριανοπούλου Αθανασία Κοινωνιολόγος • Αργυροπούλου Ρωξάνη Δρ. Φιλοσοφίας, Ερευνήτρια Κέντρου Νεοελληνικών Ερευνών Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών • Βελισσαρόπουλος Δημήτριος Πρέσβυς ε.τ. • Βιτσαξής Βασίλειος Πρέσβυς ε.τ. • Βώρος Φανούριος Δρ. Φιλοσοφίας, Σύμβουλος Παιδαγωγικού Ινστιτούτου • ΓιωργοβασΙλης Δημοσθένης Διδάκτωρ Φιλοσοφίας • Δελλής I. Γ. Αναπληρωτής Καθηγητής Φιλοσοφίας Πανεπιστημίου Πατρών • Ζιάκας Γρηγόριος Καθηγητής Ιστορίας Θρησκειών Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης • Θεοτοκάς Νίκος Κοινωνιολόγος • Ιελό Μαριάντζελα Φιλόλογος (Πανεπιστημίου Αθηνών) • Καράς Γιάννης Δρ. Φιλοσοφίας, Ερευνητής του Κέντρου Νεοελληνικών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών • Κασσωτάκη - Μαριδάκη Αθανασία Δρ. Ψυχολογίας, ειδική συνεργάτις στο Τμήμα Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών • ΚεσσΙδης θεοχάρης Καθηγητής Φιλοσοφίας, αντεπ. μέλος της Ακαδημίας Αθηνών • Κοκαλάς Θεόδωρος Φιλόλογος • Κοκολόγος Αθανάσιος Φιλόλογος, Ερευνητής • Κρητικός Γιάννης

(7)

• Κύρκος Βασίλης Καθηγητής Φιλοσοφίας Πανεπιστημίου Ιωαννίνων • Κωσταράς Γρηγόριος Καθηγητής Φιλοσοφίας Πανεπιστημίου Αθηνών • ΛεοντσΙνη - Γλυκοφρύδη Αθανασία Επίκουρος Καθηγήτρια Φιλοσοφίας Πανεπιστημίου Αθηνών • Λιακόπουλος Ευστάθιος Δικηγόρος - Συγγραφέας • Μαμούρης Ζήσης Βιολόγος, Δρ. Γενετικής, Λέκτωρ του Γενικού Τμήματος Πανεπιστημίου Θεσσαλίας • Μανουράς Ευάγγελος Ψυχολόγος • Μ ό π η - Στεφανίδη Ευφροσύνη Επίκουρος Καθηγήτρια Ψυχολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών • Μπαλιάς Ευστάθιος Διδάκτωρ Πολιτικής €πιστήμης • Μπαρτζελιώτης Λεωνίδας Αναπληρωτής Καθηγητής Φιλοσοφίας Πανεπιστημίου Αθηνών • Μπέγζος Μάριος Επίκουρος Καθηγητής Φιλοσοφίας της Θρησκείας Πανεπιστημίου Αθηνών • Μπιτσάκης Ευτυχής Καθηγητής Φιλοσοφίας Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, Υφηγητής Θεωρίας της Φυσικής Πανεπιστημίου Αθηνών • Νάτσης Αθανάσιος Φιλόλογος (Πανεπιστημίου Αθηνών) • Νόβα · Καλτσούνη Χριστίνα Διδάκτωρ Κοινωνιολογίας • Νούτσος Παναγιώτης Καθηγητής Φιλοσοφίας Πανεπιστημίου Ιωαννίνων • Οικονόμου Αντώνιος Οικονομολόγος - Μηχανικός • Παπαγούνος Γεώργιος Ιστορικός Φιλοσοφίας και Επιστήμης • Πατέλης Δημήτριος Διδάκτωρ Φιλοσοφίας • Πολίτης Νικόλαος Αναπληρωτής Καθηγητής Βυζαντινής Φιλοσοφίας Πανεπιστημίου Αθηνών • Ρούσσος Ευάγγελος Διδάκτωρ Φιλοσοφίας • Σαρρής Νεοκλής Καθηγητής Παντείου Πανεπιστημίου, Τμήμα Κοινωνιολογίας • ΣτεργΙου Νίκος Κοινωνιολόγος • Τερέζης Χρήστος Επίκουρος Καθηγητής Φιλοσοφίας Πανεπιστημίου Πατρών • Τζαφερόπουλος Απόστολος Φιλόλογος, πρώην Σύμβουλος Εκπαίδευσης EE • Τσατσούλης Δημήτριος Δρ. Σημειολογίας - Κοινωνιολογίας • Τσινόραμα Σταυρούλα Επίκουρος Καθηγήτρια Φιλοσοφίας Πανεπιστημίου Ιωαννίνων • Φαραντάκης Πέτρος Διδάκτωρ Φιλοσοφίας • Ψημμένος Νίκος

(8)

ΠΡΟΛΟΓΟΣ Κάθε Λεξικό, μη απλώς μεταφραστικό λέξεων από μια σε άλλη γλώσσα, πρέπει, για την εκπλήρωση της αποστολής του, να είναι όχι απλώς αποθήκη γνώσεων, αλλά εύστοχα διαρθρωμένη σύντομη έκθεση καίριων νοημάτων, εκφρασμένων με ακρίβεια και σαφήνεια, ώστε ο αναγνώστης να βρίσκει εύ-κολα στην οικεία σελίδα και να κατανοεί δίχως άλλο βοήθημα ό,τι σε κάθε στιγμή επιθυμεί να μάθει. Το Λεξικό Φιλοσοφίας ειδικότερα πρέπει να είναι πρόσφορη για την α-ποστολή του έκθεση φιλοσοφικών εννοιών, προβλημάτων, θεωρημάτων, είτε σε μικροσυστηματική μορφή, είτε με αναφορά στον βίο και στο έργο των φιλοσόφων, ενώ η έκθεση αυτή έχει πάντοτε ως αφετηρία και βάση α-ντίστοιχες λέξεις, διαταγμένες κατ' αλφαβητική σειρά. Η φιλοσοφία είναι πνευματική πρόσβαση αυτοδύναμη και αυτούπόλογη προς και από «κάτι» ακέραιο και απόλυτο: καθώς ενέχει αδήριτη αυτοσυ-νειδησία του ανθρώπου και αυτοβεβαίωση για την ύπαρξή του, μάλιστα μέσα και αντίκρυ στον κόσμο, ή και με υπέρβαση κάπως του κόσμου, αλλά και συνδρομή, αδήριτη επίσης, βεβαίωση της αυθυπαρξίας του κόσμου, και ακόμη εδραία ηθική αυτοθεσία του ανθρώπου και συμπαράσταση παραμυ-θητική του σε ώρες υπαρξιακά οριακές. Εξ άλλου, ως συλλογικό έργο, έργο ανθρώπινο, η φιλοσοφία έχει και ι-στορία, μάλιστα και ιστορικότητα. Και αποτελεί φαντασμαγορία, καθώς πα-ρελαύνουν στον ιστορικό χρόνο τα έξοχα έργα των φιλοσόφων. Η επιδιωγμένη αυτοτέλεια του έργου κάθε γνήσιου φιλοσόφου προέρ-χεται προπάντων από την ίδια την πνευματική λειτουργία του. Από αυτήν είναι υποχρεωμένος ο φιλόσοφος «λόγον διδόναι» για κάθε γνώμη του, και άρα να μη αναδέχεται παθητικά τις επιτεύξεις των προγενεστέρων του, αλλά να προβαίνει σε αναμόχλευση της φιλοσοφίας έως και τα θεμέλιά της· ώστε παρά την γαλούχησή του από την Ιστορία της ή και παρά τους όποιους επηρεασμούς του από την εποχή και περιοχή της ζωής του, να κατορθώνει το έργο του ως αυτο-ανάπτυκτο και αυθυπόστατο και αυτο-έγκυρο. Η ριζική όμως πνευματική αναζήτηση και η απότοκή της ιδιοσυστασία TCU έργου κάθε γνήσιου φιλοσόφου, παρά την επακόλουθή τους εντύπωση αστάθειας ή και ασυνέπειας της φιλοσοφίας στη διαδρομή της Ιστορίας της, δεν συνεπάγονται και αντίστοιχη καταδίκη της φιλοσοφίας: ως από τη φύση της πνευματικής ματαιοπραξίας. Η κορυφαία και υπερβατική αυτή δράση του ανθρώπινου πνεύματος δεν είναι πηνελόπειο έργο ούτε σισύφειο έργο. Τα μεγάλα φιλοσοφικά προβλήματα δεν έχουν επί αιώνες παραμερισθεί και παραμένουν ως οδηγητικά του φιλοσοφικού στοχασμού, ενώ και πολλές από τις δοσμένες λύσεις τους και από τις θεσπισμένες έννοιες και από τις

(9)

επιχειρημένες συστηματοποιήσεις παραμένουν επίσης, ολικά ή μερικά, έ-γκυρες ή τουλάχιστον υποκινούν ή και στηρίζουν μεταγενέστερες προσβά-σεις της φιλοσοφίας. Η εκθαμβωτική αυτή μεγαλουργία του ανθρώπινου πνεύματος, και υπερ-πολύτιμη εξ άλλου στην υπηρεσία του ανθρώπου και της κοινωνίας, είναι το ευρύτατο αντικείμενο του Λεξικού Φιλοσοφίας. Και άρα εύλογα προβάλλει το ερώτημα: Ποιοι έχουν τη δυνατότητα να μελετήσουν γόνιμα τις σελίδες του; Μήπως μόνο οι καταρτισμένοι κάπως με προηγούμενες σπουδές φιλο-σοφίας ή επίσης και οι μη καταρτισμένοι, έστω με προσπάθεια μεγαλύτερη; Η ακραία γνώμη του Πλάτωνος, εκφρασμένη στο έργο Φα ίδρος (276α-278b), περιορίζει τη δυνατότητα διδασκαλίας της φιλοσοφίας στον προφο-ρικό πάντοτε διάλογο, και μόλις αναγνωρίζει τη βοηθητική αξία των συγ-γραμμάτων ως μνημονίων, ενέχει άρα δυσπιστία και προς όποιο Λεξικό Φιλοσοφίας. Η γνώμη αυτή όμως δεν εμπόδισε τον ύπατο φιλόσοφο να κληροδοτήσει ο ίδιος στο ανθρώπινο γένος αριστουργήματα γραπτού λόγου φιλοσοφικού, έστω με λογοτεχνική μορφή διαλόγου. Εμείς, άρα, έχομε το δικαίωμα να εμπιστευθούμε τα συγγράμματα φιλο-σοφίας, μάλιστα και τα με ορθό τρόπο συνταγμένα Λεξικά, ως μέσα πρό-σφορα για τη γνωριμία και του ακατάρτιστου αναγνώστη με τη φιλοσοφία, χωρίς όμως και να λησμονούμε τις επιφυλάξεις του Πλάτωνος. Μας ενθαρ-ρύνει άλλωστε και η γνώμη του Αριστοτέλους, η εκφρασμένη στο έργο του Περί ποιητικής (1448b13-14) "μανθάνειν ου μόνον φιλοσόφοις ήδιστον, αλλά και τοις άλλοις ομοίως". # * • Δεν είχα την τιμή να μετάσχω ενεργά στον σχεδιασμό του προκείμενου Λεξικού. Δικαιούμαι όμως να βεβαιώσω ότι συνεργάσθηκαν στη σύνταξή του, και με άκρα επιμέλεια, πολλοί από τους γνωστούς εκπροσώπους της φιλοσοφίας στη σημερινή Ελλάδα, ή τουλάχι. τον προσκλήθηκαν να συνερ-γασθούν, και ότι άρα το Λεξικό αυτό αποτελεί έργο πολλών επιλέκτων συ-νεργατών, και προπάντων εκπροσωπεί κάπως τις επιδόσεις της σύγχρονης ελληνικής φιλοσοφίας, ή μάλλον των σύγχρονων διακόνων της φιλοσοφίας στην Ελλάδα, με άνοιγμα εξ άλλου προς το σύνολο της ευρωπαϊκής, αλλά και της μη ευρωπαϊκής φιλοσοφίας. Εύχομαι, το πολυφρόντιστο αυτό Λεξικό να λειτουργήσει ευεργετικά ως όργανο παιδείας στη χώρα, τη γενέ-τειρα της φιλοσοφίας, της ήδη επιβεβλημένης οικουμενικά. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ I. ΔΕΣΠΟΤΟΠΟΥΛΟΣ Ακαδημαϊκός

(10)

Οι κυριότερες συντομογραφίες

αγγλ. - αγγλικά ΟΕΔΒ - Οργανισμός Εκδόσεως ανατ. - ανατύπωση Διδακτικών Βιβλίων Ακαδ. Επ. - Ακαδημία Επιστημών ό.π. - όπου παραπάνω αποσπ. - απόσπασμα παράγρ. - παράγραφος βιβ. - βιβλίο π.χ. - παραδείγματος χάρη βιβλιογ. - βιβλιογραφία πρβλ. -παράβολε βλ. - βλέπε Σ.Ε. - Σύγχρονη Εποχή βουλγ. - βουλγαρικά σανσκ. - σανσκριτικά γεν. - γέννηση στερ. - στερητικό εκδ. - έκδοση σ.σ. - σελίδες ΕΚΚΕ - Εθνικό Κέντρο στο ίδιο - στο προαναφερόμενο Κοινωνικών Ερευνών έργο εξ- - και εξής τ. - τόμος επαν. - επανέκδοση του ίδιου - του ίδιου συγγραφέα επιμ. - επιμέλεια Χ·Χ· - χωρίς χρονολογία ετυμ. - ετυμολογία έκδοσης θιβ. - θιβετιανά κ.ά. - και άλλα Bd - τόμος κεφ. - κεφάλαιο Hrsg - εκδότης κ.ο.κ. - και ούτω καθεξής PG - Patrologia Graeka

λ. - λήμμα PUF - Presse Universitaire

λ.χ. - λόγου χάρη de France μαρτ. - μαρτυρία μερ. - μέρος Αθ. - Αθήνα ΜΙΕΤ - Μορφωτικό Ιδρυμα LPZ. - Λιψία Εθνικής Τραπέζης Ν.Υ. - Νέα Υόρκη μτφ. - μετάφραση Φρανκ. - Φρανγκφούρτη Σημείωση: • Οι χρονολογίες που αναγράφονται μετά το όνομα του προσώπου στο οποίο αναφέρεται το λήμμα, σημαίνουν τον χρόνο γέννησης και θανάτου του [π.χ. Αβελάρδος (Νάντη, 1079 - Cluny, 1142)]. • Ο αστερίσκος που συνοδεύει μια λέξη (π.χ. Αριστοτέλης*, υλισμός* κ.ά.) δείχνει ότι για τη συγκεκριμένη λέξη υπάρχει στο Λεξικό ειδικό λήμμα. • Ο μικρός αριθμός που βρίσκεται στο τέλος μιας χρονολογίας δείχνει τη σειρά έκδοσης (π.χ. το "19662" υποδηλώνει ότι πρόκειται για τη 2η έκδοση του έργου στο οποίο αναφέρεται το κείμενο). • Οι τίτλοι των βιβλίων και γενικά των έργων, γράφονται στο κείμενο με πλάγια στοιχεία (π.χ. Πολιτεία του Πλάτωνα, Τα Μετά τα φυσικά του

(11)

A

σβατόρα (σανσκρ., από το "avatar"= κάθοδος, μεταφ. ενσάρκωση). Η λέξη με τη σημασία "α-πεσταλμένος" χρησιμοποιείται, κυρίως, για να δηλώσει τις ενσαρκώσεις φωτισμένων όντων. Στην ευρύτερη έννοιά της αναφέρεται σε κάθε θεϊκό απεσταλμένο, π.χ. στους ιδρυτές των θρησκειών.

Βιβλιογρ.: R. Gu6non, Aperfus sur I' initiation, Editions Traditionnelles. Paris, 1986 (βλ. το κεφ. XLVIII, La naissance de I' AvatAra, σσ 299-301). - Βασ. Βιτσαξής. Ο στοχασμός και η πίστη (Αρχαιύτητα-Χριστιανισμός), 2 τόμ., Εστία, Αθήνα, 1991.- Δημ. Βελισσαρόπουλος. Ιστορία της ινδικής φιλοσοφίας, Δωδώνη, Αθήνα-Γιύννινα, 1992*. Ε.Χ. Αβελάρδος Πέτρος (Le Pallet, Νάντη, 1079 -Cluny, 1142). Γεννήθηκε από οικογένεια ευγε-νών. Σπούδασε στην Tours και στη Loches και μετά στο Παρίσι, όπου ήλθε σε αντίθεση με τον Γουλιέλμο του Champeaux*. Ιδρυσε σχολή πρώτα στην Corbeille και μετά στο Melun, ενώ αργότερα στον λόφο της Αγίας Γενοβέφας στο Παρίσι, όπου και δίδαξε Λογική και θεο-λογία. Ερωτεύτηκε την Ελοΐζα, μια νεαρή μα-θήτριά του, την οποία και παντρεύτηκε κρυφά. Αυτό τον γάμο δεν ενέκρινε ο θείος της Ελοϊ-ζας, κληρικός Fulbert- ήταν τέτοια μάλιστα η οργή του που έφθασε να ευνουχίσει τον Αβε-λάρδο. Έκτοτε το αντρόγυνο, αφού χώρισε, α-κολούθησε τον μοναστικό βίο, διατηρώντας όμως πάντα επαφή με επιστολές. Αυτές οι επι-στολές αποτέλεσαν το έργο του Αβελάρδου Διήγηση των συμφορών μου, ένα από τα πιο σπάνια αυτοβιογραφικά έργα του Μεσαίωνα. Πέθανε στη Μονή του Cluny το 1142. Τα έργα του Αβελάρδου είναι: De logica Ingre-dientibus, De Trinitate, Dialectica, Sic et non, Introductio ad theologiam, Scito te ipsum, Dialo-gus inter Philosophum Judaeum et Christia-num. 0 Αβελάρδος αντιλαμβάνεται τη λογική ως την επιστήμη που καθορίζει την αλήθεια ή μη μιας πρότασης, και γι' αυτό της αποδίδει αυτόνομη θέση ανάμεσα στη ρητορική και τη γραμματι-κή. Με βάση αυτά τα στοιχεία επανέρχεται στο θέμα των «universalia» με ένα νέο, επαναστα-τικό τρόπο, απομακρυνόμενος από τον καθαρό νομιναλισμό του δασκάλου του Rosselino, ο ο-ποίος θεωρούσε τις έννοιες ως απλές αρθρω-μένες ηχητικές αποχρώσεις (flatus voci), καθώς και από τον έσχατο πραγματισμό του Γουλιέλμου του Champeaux, ο οποίος απέδιδε στα "universalia" μια πραγματικότητα που βρί-σκεται έξω από τον νου. Για τον Αβελάρδο στην πραγματικότητα δεν υπάρχει τίποτε κα-θολικό: η καθολικότητα είναι καρπός μιας νοη-τικής λειτουργίας, με την οποία λαμβάνονται υπόψη οι μορφές ή status, στις οποίες τα επι-μέρους πράγματα συγκλίνουν κατ' αναλογία. Το καθολικό είναι επομένως "σημαίνουσα φωνή" (vox significative) ή "λόγος" (sermo), μία νοητική παράσταση πλήρης σημασίας για την εξωτερική πραγματικότητα. Στο θεολογικό πεδίο η εφαρμογή που ο Αβε-λάρδος κάνει στη λογική ανάλυση σε επίπεδο διαλογισμού περί του αποκεκαλυμμένου θέτει τις βάσεις της συστηματικής θεολογίας. Με το Sic et non ο φιλόσοφος εξετάζει διάφορες πε-ριπτώσεις, στις οποίες οι πατερικές και συνο-δικές αυθεντίες έρχονται σε αντίθεση μεταξύ τους, και ως λύση προτείνει την ενεργοποίηση μιας προσωπικής έρευνας, της μόνης ικανής να αποκαλύψει την αλήθεια. Μια τέτοια εφαρ-μογή της σωκρατικής μεθόδου στη θεολογία βρίσκεται στις αρχές της σχολαστικής θεώρη-σης, έτσι όπως αυτή υπερίσχυσε κατά τους 13ο-15ο αιώνες, και κατά την οποία η επίλυση της "quaestio" επιτυγχάνεται μέσω της μελέ-της των θετικών (videtur quod sic) και αντιθέ-των (sed contra) απόψεων προς τη διατυπωθεί-σα θέση. Ο Αβελάρδος δεν επιχειρεί με αυτό να υποβαθμίσει την αυθεντία ή να υποτάξει την Πίστη στον Λόγο. Ο φιλόσοφος υπερασπί-ζεται την υπεροχή του αποκεκαλυμμένου, ενώ

(12)

Αβεμπάτσε επικαλείται τη διαλεκτική για να προσδιορίσει τα ασαφώς τιθέμενα από τις Ιερές Γραφές ζη-τήματα. Σημαντική από ιστορική άποψη είναι η θέση του Αβελάρδου στο πεδίο της ηθικής: ο φιλό-σοφος υποστηρίζει ότι το κριτήριο της ηθικό-τητας των πράξεων δεν προσδιορίζεται μόνο από έξωθεν κανόνες, αλλά και από αυτή τη σνείδηση, από την πρόθεση με την οποία το υ-ποκείμενο πράττει: αγαθή είναι μόνο η πράξη που σαφώς νοούμε και επιθυμούμε ως τέτοια.

Βιβλιογρ.: Chenu M.D., La th6o!ogie au Xlle sidcle. Paris. 1957, 1966'.- Vasoli C.. La filosolia medievale, Milano, 1961, 1967', σσ. 238-48. Αθαν. Νάτσης Αβεμπάτσε, βλ. Ιμπν Μοσάντζα. Αβενάριους Ριχάρδος (Avenarius Richard, Παρίσι, 1843 - Ζυρίχη, 1896). Γερμανός φιλό-σοφος, ιδρυτής του ακαδημαίκο-φιλοσοφικού κύκλου της Λιψίας, δημιουργός και θεμελιω-τής του Εμπειριοκριτικισμού* (Empiriokriti-kismus), ενός φιλοσοφικού συστήματος ιδεα-λιστικού και εμπειρικού περιεχομένου, συγγε-νούς προς του Χιουμ* (Hume) και του Μπέρκλεϋ* (Berkley). Κατά τον Αβενάριους οι αισθηματικές συγκινή-σεις και οι συναισθηματικές εκδηλώσυγκινή-σεις δεν είναι δυνατόν να έχουν επίδραση στην ανθρώ-πινη σκέψη. Αντίθετα, επιβάλλεται η απομά-κρυνση από τη συνείδησή μας κάθε στοιχείου μεταφυσικού ή υπερφυσικού χαρακτήρα, προ-κειμένου να μείνει ελεύθερος ο δρόμος προς τον σχηματισμό και τη χρησιμοποίηση της κα-θαρής εμπειρίας. Καμία διαφορά μεταξύ φυσι-κού και ψυχιφυσι-κού στοιχείου δεν υπάρχει. Ατομο και περιβάλλων κόσμος δεν διαφέρουν κατά τρόπο που να επιβάλλει τον διαχωρισμό τους αλλά ανήκουν στην ίδια εμπειρία* η διάκριση σε υποκείμενο και αντικείμενο, σε ψυχικό και υλικό αποτελεί διάσπαση του εμπειρικού κό-σμου και γι' αυτό πρέπει να απορρίπτεται ως άχρηστη, διότι "χωρίς υποκείμενο δεν υπάρχει αντικείμενο και χωρίς αντικείμενο δεν υπάρχει υποκείμενο" ("αρχική συναρμογή"). Επομένως, πραγματικότητα έξω και ανεξάρτητα από τη συνείδηση δεν υπάρχει- η διαρκής σύνδεση α-νάμεσα στη συνείδηση και στο ον, αα-νάμεσα στο υποκείμενο και το αντικείμενο είναι αναγ-καία- δεν υπάρχει ον χωρίς συνείδηση, δεν υ-πάρχει συνείδηση δίχως το ον. Τα έργα του Αβενάριους, που θεωρούνται ως τα αντιπροσωπευτικότερα των φιλοσοφικών

του αντιλήψεων, είναι δύο: Kritik dor reinen Erlahtung, 1888-1890 (Κριτική της καθαρής

πείρας) και Der menschliche Weltbegriff, 1891

(Η ανθρώπινη αντίληψη περί του κόσμου). Μεταξύ των οπαδών του συγκαταλέγονται οι I. Πέτσολντ, Φ. Καρστάνγιεν, Ρ. Βίλλι, Φ. Αντ-λερ κ.ά. Η διδασκαλία του Αβενάριους είχε ε-πίδραση και επί πολλών σημαντικών οπαδών του ρωσικού μαρξισμού, όπως οι Λουνατσάρ-σκι, Μπαζάροφ, Μπογκντάνοφ κ.ά. Παράλληλα όμως προκάλεσε και την αντίδραση των ιστο-ρικο-υλιστών και ιδίως του Λένιν*, ο οποίος με το έργο του Υλισμός και εμπειριοκριτισμός ασκεί αυστηρή κριτική στη φιλοσοφία του Αβενάριους, χαρακτηρίζοντάς την ως παραλ-λαγή του υποκειμενικού ιδεαλισμού του Μπέρκλεϋ και του αγνωστικισμού του Χιουμ. Απ. Τζαφερόπουλος Αβερρόης (Κόρντοβα, 1126-Μαρρακές, 1198). Με αυτό το όνομα είναι γνωστός στη Λατινική Δύση ο αραβοϊσπανικής καταγωγής φιλόσο-φος και επιστήμονας Muhammad ibn Ahmad Muhammad ibn Rushd. Γόνος αριστοκρατικής οικογένειας, σπούδασε δίκαιο και ιατρική, ελ-ληνική φιλοσοφία και αστρονομία και, χάρη στην υποστήριξη του Ibn Tufail*, έγινε δεκτός στην αυλή του Μαρρακές, όπου και κατέλαβε διάφορα ανώτερα αξιώματα. Γύρω στα 1195 ε-ξορίσθηκε, οι θεωρίες του καταδικάστηκαν και απαγορεύθηκε η μελέτη της φιλοσοφίας του. Λίγο πριν από τον θάνατό του, ωστόσο, απο-καταστάθηκε και πάλι. Ο Αβερρόης είναι γνω-στός για τα σχόλιά του στα αριστοτελικά κεί-μενα, γεγονός που του χάρισε στη Δύση την ε-πωνυμία του «Σχολιαστή». Μας παραδίδονται τρία είδη σχολίων του: το Σχόλιον Μείζον (μετά το 1180), στο οποίο ερμηνεύει διεξοδικά το αριστοτελικό κείμενο- το Μέσον (Σχόλιο), στο οποίο περιορίζεται στη διασαφήνιση του κειμένου εν γένει, και το Σχόλιον Έλασσον ή Παράφρσσις (1169-78), στο οποίο συνοψίζει το παραλειπόμενο αριστοτελικό κείμενο. Σχολίασε ακόμη μεταξύ άλλων την Πολιτεία' του Πλάτωνα*. Ανάμεσα στα πρωτότυπα κεί-μενά του αξίζει ν' αναφέρουμε: την Έσχατη Καταστροφή, έργο στο οποίο υπερασπίζεται τη φιλοσοφία απέναντι στις κατηγορίες του al GhazSli' τις θεολογικές πραγματείες Έκθεσις των μεθόδων αποδείξεως των σχετικών προς τα δόγματα της θρησκείας και το Δοκίμιον κα-θοριστικόν και Έκθεσις της μεταξύ θρησκευτι-κού νόμου και Φιλοσοφίας υφιστάμενης

(13)

σύ-Αβικέννας γκλισης, έργα που αγνοήθηκαν από τους Λατίνους- διάφορα πονημάτια σχετικά με τη νόηση και την ουσία του κόσμου- τέλος, ένα ε-κτεταμένο έργο ιατρικής φύσεως, γνωστό στην Ευρώπη ως Colligeto, όρος που παραπέ-μπει στον Αραβα al KuliyySt (Βίβλος γενικών αρχών). Για πολύ καιρό ο Αβερρόης θεωρήθηκε ως ο δημιουργός της θεωρίας της "διπλής αλήθει-ας". Στην πραγματικότητα όμως, η έννοια αυτή δεν υφίσταται στα έργα του. Ο φιλόσοφος, δη-λαδή, υποστηρίζει ότι υπάρχει μία μόνη αλή-θεια, εκείνη στην οποία κατέληξαν οι φιλόσο-φοι, που απαιτούν πάντοτε ακριβείς αποδεί-ξεις θεμελιωμένες στην αιτιώδη σχέση, και ως εκ τούτου απολύτως απαραίτητες. Οι θεολόγοι ερίζουν επί ζητημάτων πιθανών, διαλεκτικού τύπου, ενώ η πλειονότητα των ανθρώπων αρ-κείται σε προτρεπτικούς, ρητορικούς λόγους, όπως εκείνοι που παρουσιάζονται στο Κορά-νιο. Ο Αβερρόης απορρίπτει την αβικεννική θε-ωρία της προέλευσης του κόσμου από τον Θεό κατ' εκπόρευση: ο κόσμος είναι αιώνιος, όπως αιώνια είναι η ύλη, νοούμενη ως καθαρή α-προσδιοριστία που περιέχει «εν σπέρματι» όλες τις μορφές. Περαιτέρω, ο φιλόσοφος α-νασκευάζει την Ψυχολογία του Αβικέννα* θε-ωρώντας αυτήν ως μη σύμφωνη προς τη διδα-σκαλία του Αριστοτέλη*, καθώς και ανεπαρκή να ερμηνεύσει την καθολικότητα της επιστή-μης. Ο Αβερρόης υποστηρίζει, πράγματι, ότι τόσο το "ενεργεία" όσο και το "δυνάμει" ον είναι μοναδικά, διακρίνονται από τα σώματα και συμπίπτουν προς την κινούσα διάνοια· μόνον αυτή η τελευταία είναι άυλη και γι' αυτό αθάνατη, ενώ οι μεμονωμένοι άνθρωποι είναι θνητοί. Η ατομική γνώση είναι δυνατή στο μέτρο που οι προσλαμβανόμενες μέσω των αι-σθήσεων παραστάσεις καθίστανται νοητές από την ενέργεια του μερικού όντος. Η επι-στήμη, όχι ο μυστικιστικός ασκητισμός, συνι-στά την επανασύνδεση με το θείο. (Σχετικό με την εμφανή επίδραση του Αβερρόη στον πολι-τισμό της Λατινικής Δύσης βλέπε το επόμενο λήμμα).

Βιβλιογρ.: Renan Ε.. Averrois el I' averroisme, Paris.

1861. Μαριάντζελα Ιέλο αβερροϊσμός. Όρος που αποδίδει τον φιλο-σοφικό και επιστημονικό στοχασμό του Αβερ-ρόη και της σχολής του. Οι πλέον χαρακτηρι-στικές θέσεις του αβερροισμού είναι: α) η υπα-γωγή της πίστης στις αλήθειες της λογικής, η οποία αποτελεί και το μόνο κατάλληλο όργανο για την κατάκτηση των επιστημονικών γνώσε-ων, β) η αιωνιότητα της ύλης και του κόσμου, γ) η μοναδικότητα του "δυνάμει όντος" για όλους τους ανθρώπους, θέση γνωστή επίσης με τον όρο «μονοψυχισμός». Στον αραβικό κόσμο ο αβερροϊσμός γνώρισε περιορισμένη διάδοση, ενώ βρήκε πολλούς ο-παδούς μεταξύ των Εβραίων και των Λατίνων. Πράγματι, περί το 1270 δημιουργήθηκε μια φι-λοσοφική κατεύθυνση γνωστή ως «λατινικός αβερροϊσμός». Οι εισηγητές αυτής της κίνη-σης, αποκαλούμενοι averroistae από τους συγ-χρόνους τους, είναι οι Siger de Brabante, Βοήθιος εκ Δακίας, Bernier de Nivelles και Gosvin de la Chapelle. Οι οπαδοί αυτής της κί-νησης συμφωνούν με την αβερροική ερμηνεία του Αριστοτέλη* σχετικά με τον μονοψυχισμό και το αίδιον του κόσμου, αλλά απομακρύνο-νται από τον Αραβα σχολιαστή όσον αφορά στις σχέσεις μεταξύ "πίστης" και "λόγου"' με-ταξύ των δύο εννοιών δεν υπάρχει αντίθεση, αλλά διαχωρισμός, υπό την έννοια ότι οι λογι-κές αλήθειες μπορούν να αντιτίθενται προς τις αποκεκαλυμμένες, χωρίς αυτό να επιφέρει την ακύρωσή τους. Στη θέση αυτή εναντιώθηκε η πλειονότητα των διανοητών της εποχής, κυ-ρίως οι Bonaventura* και Θωμάς ο Ακινάτης*, οι οποίοι αναγνώριζαν σ' αυτήν τον κίνδυνο να περιπέσουν σ" ένα είδος διπλής αλήθειας. Αναβίωση του λατινικού αβερροισμού έλαβε χώρα στην Ιταλία, ιδιαίτερα στη Bologna, κατά τον 14ο αιώνα, μέσα από το έργο μιας πολυά-ριθμης ομάδας δασκάλων της Σχολής των Τεχνών, μεταξύ των οποίων γνωστοί είναι οι Taddeo da Parma, Angelo d' Arezzo, Anselmo da Como, Matteo da Gubbio και Giacomo da Piacenza. Κατά τη διάρκεια της Αναγέννησης, προς τον υλιστικό αριστοτελισμό του Pietro Pomponazzi, που αξιοποιεί την ερμηνεία του Αριστοτέλη όπως αυτή δόθηκε από τον Αλέ-ξανδρο Αφροδισιέα*, αντιτίθεται μία ομάδα ο-παδών του αβερροισμού, υποστηρικτών της α-ριστοτελικής ερμηνείας από τον Αραβα σχο-λιαστή· γνωστότεροι από αυτούς υπήρξαν οι Achillinus και Nifus. Μαριάντζελα Ιέλο Αθικέβρων, βλ. Ιμπν Τζεμιρόλ. Αβικέννας, βλ. Ιμπν Σίνα.

(14)

ΑΘΙντια αβίντια (σανσκρ. avidya, πάλι avijja, θιβ. Ma rigpa: μη γνώση, άγνοια). Βασικός ινδουΐσπ-κάς και βουδιστικός όρος. Αναφέρεται στην "ά-γνοια", όχι με την έννοια ότι δεν γνωρίζει κα-νείς κάτι το συγκεκριμένο, κάτι από τον χώρο του επιστητού, αλλά με την αντίληψη ότι δεν έχει καθαρή αίσθηση της πραγματικότητας ως συνόλου, ότι ζει μέσα σε μια πνευματική συ-σκότιση. Είναι το αντίθετο της Γνώσης, της Σοφίας. Στον Ινδουισμό*, εκφράζει ένα καθολι-κό χαρακτηριστικαθολι-κό του γήινου επιπέδου πάνω στο οποίο στηρίζεται η αυταπάτη των φαινομέ-νων και των εμπειριών, η υποκειμενική θέαση του κόσμου, η μάγια*. Κυρίως δημιουργεί την ψευδή αντίληψη της ύπαρξης ενός "εγώ", που είναι η πρωταρχική αιτία του πόνου και της δυ-στυχίας και της σώρευσης του κάρμα*. Στην πραγματικότητα η μάγια δεν είναι παρά το σύ-νολο της επί μέρους άγνοιας, σε αντίθεση με το Brahman* που εκφράζει την ανεκδήλωτη υ-περβατική πραγματικότητα και, κατά συνεκδο-χή, τη Σοφία. Στον Βουδισμό της Χιναγιάνα* πάνω από όλα είναι άγνοια της πραγματικής φύσης του "εγώ", η οποία δεν επιτρέπει να συ-νειδητοποιήσουμε τις "τέσσερις επιφανείς α-λήθειες" που θα μας οδηγήσουν να απαλλα-γούμε από τον πόνο και τη δυστυχία. Στον Βουδισμό της Μαχαγιάνα* γεννά την αλυσίδα των 12 Nidanas, των "δεσμών" ή των "αλληλο-εξαρτώμενων αιτίων και καταγωγών", που όσο υπάρχουν "επί τω αυτώ" συντηρούν και περιστρέφουν συνεχώς τον τροχό της ζωής στον ατέλειωτο κύκλο των γεννήσεων και των θανάτων, στα βασίλεια της Σαμσάρα*, που είναι: 1) Η άγνοια, 2) η παρόρμηση-σύλληψη, 3) η συνείδηση, 4) το σώμα και ο νους, 5) τα έξι όργανα των αισθήσεων, 6) η επαφή, 7) η αι-σθαντικότητα (ή εντύπωση), 8) η επιθυμία, 9) η προσκόλληση, 10) η ύπαρξη (το γίγνεσθαι), 11) η γέννηση και 12) (τα γηρατειά, η ασθέ-νεια, ο πονος και τελικά) ο θάνατος. Και μετά ξεκινάει πάλι από την αρχή, με την άγνοια. Στο σύστημα της Madhyamika, η άγνοια εκφράζε-ται με την ανάπτυξη των αντιλήψεων και των εννοιών που επικαλύπτουν την πραγματικότη-τα. Αντίθετα, η Γνώση εδώ, που είναι μη δύίκή, μας οδηγεί στην αλήθεια, γιατί η Γνώση και η Πραγματικότητα ταυτίζονται. Στη Γιόγκα*, η ά-γνοια γεννά τον εγωισμό, την προσκόλληση, την αποστροφή και τον φόβο και είναι η αιτία της έλλειψης ικανότητας συγκέντρωσης στον διαλογισμό. Βιβλιογρ.: Βαα Βιτσαξής, Ο στοχασμός και η πίστη (Αρχαιότητα - Χριστιανισμός), 2 τόμ., Εστία, Αθήνα, 1991.- Δημ. Βελισσαρόπουλος, Ιστορία της Ινδικής φιλο-σοφίας, Δωδώνη, Αθήνα - Γιάννινα, 1992V Nirad Chaudhuri. Hinduism, σελ. 311.- Hiriyanna. Essentials ot Indian Philosophy, σελ. 163.- Herbert Guenter, Buddhist Philosophy, 85, 197.- T.RV. Murti, The Central Philo-sophy ot Buddhism, σελ. 212, 214.- Bhagwan Shri Pa· tanjali, Aphorisms of Yoga (Faber) II3,4.

Ε. Λιακόπουλος Αβουκάρας Θεόδωρος (πέθ. 770;). Το επώνυ-μό του προέρχεται από την αραβική ή συριακή προσφώνησή του ως Abu Cara, ως πατέρα ή ε-πίσκοπου της πόλης των Καρών είναι πάντως αμφίβολο αν πρόκειται για την πόλη που βρι-σκόταν στην Παλαιστίνη ή για τη Χαράν της Μεσοποταμίας. Ευρισκόμενος στο πεδίο της διαμάχης μεταξύ των υπερασπιστών των εικόνων και των αντι-θέτων, ο Θεόδωρος υποστηρίζει την άποψη ότι είναι επιτρεπτή η ύπαρξη των εικόνων, αφού η τιμή αποδίδεται με αυτές στο εικονιζόμενο πρόσωπο. Παρουσιάζει τις θέσεις του σε ένα έργο, το ΕγχειρΙδιον κατά αιρετικών, Ιουδαίων και Σαρακηνών, με το οποίο ελέγχει κυρίως τους Μωαμεθανούς και τους Ιουδαίους, πλην όμως στρέφεται εναντίον και άλλων αιρετι-κών, όπως των οπαδών του Σεβήρου, των ωρι-γενιστών κ.ά. Στο έργο του δεν περιορίζεται μόνο στην αναίρεση των δοξασιών των αιρετι-κών, αλλά συνεξετάζει διάφορα φιλοσοφικά ζητήματα. Ετσι, γράφει για τη σχέση πραγμά-των και ονομάπραγμά-των (PG 1461-1492)· υποστηρί-ζει δια μακρών την ύπαρξη του θεού (1492-1504)· αναφέρεται στην πάλη του Χριστού με τον διάβολο (1524 - 1528)· ασχολείται επίσης μεταξύ άλλων και με το πρόβλημα του χρόνου (1585). Βιβλιογρ.: PG 97. 1461-1602. Νικ. Γ. Πολίτης αβουλία (στερητ. α + βουλή, βούληση). Ελλειψη βούλησης, αδυναμία της θέλησης, α-ναποφασιστικότητα. Εμφανίζεται σε περιπτώ-σεις μελαγχολίας, υποχονδρίας και νευρασθέ-νειας και μπορεί επίσης να προκληθεί από τη διάσταση παραστάσεων και αισθημάτων ή, σε προφανείς περιπτώσεις αδιεξόδου, από τη βε-βαιότητα ότι κάθε πράξη είναι ανώφελη. Ε. Ν. Ρούσσος αγαθό, το: (του επιθ. αγαθός, ετυμολ. ίσως από το άγαν: πάρα πολύ). Το επίθετο σημαίνει αρχικά τον αξιοθαύμαστο και κατ' επέκταση αυτόν που έχει δύναμη και τόλμη, τον γενναίο.

(15)

αγάπη Ηδη στην αρχαία ελληνική φιλοσοφία η χρήση του ουδετέρου, το αγαθό (ν), προσέλαβε αξιο-λογική και οντοαξιο-λογική σημασία και αποτελεί μία από τις θεμελιώδεις έννοιες της ελληνικής ηθικής φιλοσοφίας. Η πρώτη έννοια και χρήση του όρου το αγαθό (ν) στην αρχαία ελληνική φιλοσοφική σκέψη συναρτάται προς την έννοια της καταλληλότη-τας προς τι, για κάτι, άρα προς συγκεκριμένο "έργον", π.χ. στον Πλάτωνα, πριν συνδεθεί με την οντολογική και αξιολογική σημασία. Συνα-φείς χρήσεις του όρου αναφέρονται συχνά: το αγαθό ως "χρήσιμον" ή ως "οικείον" προς το πράγμα που δέχεται τη χρησιμότητά του- και, τέλος, η έννοια του αγαθού οδηγεί προς την ο-λοκλήρωση τα όντα ή τον άνθρωπο και τότε προσλαμβάνει το ον ή ο άνθρωπος τον χαρα-κτηρισμό του "τελείου". Πολλές χρήσεις του όρου αυτού άλλωστε συνάπτονται προς τις έν-νοιες του συμφέροντος και του λυσιτελούς, πράγμα εύλογο βέβαια, αφού το αγαθό (ν) έχει άμεση σχέση σε πρώτη χρήση, ως προς τη λει-τουργία του, με τη χρησιμότητα που απορρέει από την εφαρμογή του. Αυτή η σημασία του έχει φιλοσοφική χροιά, αλλά δεν αναφέρεται άμεσα στην αυστηρά φιλοσοφική, δηλ. την ο-ντολογική και ηθική ή αξιολογική χρήση του όρου. Ο Πλάτων* πρώτος έδωσε στην έννοια του α-γαθού εύρος φιλοσοφικό και την ανύψωσε στη σφαίρα της οντολογικής κατηγορίας. Στην Πολιτεία του (505 α κ. έ.) συλλαμβάνει την ιδέα του αγαθού ως την ύψιστη κατάκτηση της ψυχής και ως κριτήριο της χρησιμότητας όλων των αρετών, δηλ. οι αρετές καταξιώνονται μόνο και όσο συνάπτονται προς το αγαθό ("η του αγαθού ιδέα μέγιστον μάθημα" κ.λπ.). Το αγαθόν, ακριβέστερα η ιδέα του αγαθού, κατέ-χει την ακρότατη θέση στην κλίμακα του νοη-τού και μετά δυσκολίας γίνεται προσιτή στην ψυχή (Πολιτεία, 517b: "εν τω γνωστώ τελευ-ταία η του αγαθού ιδέα και μόγις οράσθαι"). Το αγαθό εν τέλει στον Πλάτωνα επενεργεί ως ζωογόνος δύναμη των όντων. Ο φιλόσοφος παρομοιάζει το αγαθό και την πολυδύναμη φύση του με την αντίστοιχη του ήλιου. Ορίζει, λοιπόν, το αγαθό ως την ύψιστη ιδέα και το τοποθετεί "επέκεινα της ουσίας" (Πολιτεία 509b). Και στον Αριστοτέλη* το "αγαθό (ν)" Ί -σαχώς λέγεται τω όντι". Στο 1ο βιβλίο των Ηθικών Νικομαχείων (και στα άλλα ηθικά έργα του βέβαια) συναρτά το αγαθό προς την ευδαι-μονία και την αρετή. Ωστόσο από την άποψη της οντολογικής κατηγορίας συνδέει τη χρήση του όρου με την αναγωγή του σε γενική κατη-γορική αρχή (Ηθ. Νικ., 1096° 23-27). Το αγαθό στην ηθική φιλοσοφία του Σταγιρίτη φιλοσό-φου κατέχει το σημείο αναφοράς όλων των η-θικών ενεργημάτων του ανθρώπου (των "πρά-ξεων"): "ου πάντ' εφίεται". Εν τούτοις προσι-διάζει στον χαρακτήρα και τη φύση του κάθε ανθρώπου: "εκάστω τη φύσει οικείον". Στην κλίμακα ή την ιεραρχία των επιδιωκόμενων αξιών από τον άνθρωπο το αγαθό κατέχει την ύψιστη θέση και χαρακτηρίζεται ως ύψιστη επι-δίωξη ταυτιζόμενο με την ευδαιμονία. Με τους Λατίνους και τον Αυγουστίνο*, η έν-νοια του αγαθού (ως "bonum") θα επανασυνδε-θεί με την αριστοτελική παράδοση, κυρίως με τον Θωμά Ακινάτη*. Από τον λατινικό Μεσαί-ωνα πέρασε στη φιλοσοφία της νεότερης Ευρώπης και προσέλαβε διάφορες αποχρώ-σεις: από τον ωφελιμισμό των Αγγλων (Τζ. Στιούαρτ Μιλλ*) ως την καντιανή και την χε-γκελιανή αντίληψη του αγαθού ως ταυτότητα της υποκειμενικής βούλησης με το αγαθό. Η α-ντίληψη αυτή, όπως είναι φυσικό, συνδέεται με τη φιλοσοφική παράδοση της Δυτ. Ευρώ-πης- οι μακρινές καταβολές ωστόσο της έννοι-ας του αγαθού παραμένουν αμετακίνητες στην αρχαία ελληνική φιλοσοφική σκέψη. Βασ. Κύρκος αγάπη, 1. (λατ. amor). Ο όρος "αγάπη" στη φι-λοσοφία αλλά και στη γλώσσα της καθημερι-νής ζωής είναι πολυσήμαντος. Από ψυχολογι-κή άποψη, η αγάπη είναι ένα εσωτερικό αίσθη-μα έλξης ενός προσώπου προς ένα άλλο πρό-σωπο, προς μια κοινότητα ανθρώπων, προς μιαν ιδέα. Ωστόσο, από την ελληνική αρχαιό-τητα ήδη έχουμε μια διαφοροποίηση των μορ-φών της αγάπης με την αντίστοιχη ορολογία: "έρως", "φιλία", "στοργή", "αγάπη", "φιλότης". Με την τελευταία αυτή σημασία της, η αγάπη εξομοιωνόταν με μιαν ενεργό κοσμική δύναμη (στον Εμπεδοκλή* αντιτίθεται στο «νείκος»*, στο μίσος). Την ιδέα αυτή μιας συμπαντικής α-γάπης ασπάζεται και ο Αριστοτέλης' και, αρ-γότερα, ο Ποσειδώνιος*, του οποίου η θεωρία περί παγκόσμιας "συμπαθείας" είχε πέραση μέχρι την Αναγέννηση και τους Νέους Χρόνους (τη συναντούμε και στον Γκαίτε*). Σε ό,τι αφορά στη θεμελιώδη σημασία της έν-νοιας της αγάπης (του έρωτα) για τη φιλοσο-φία, για πρώτη φορά αυτή επισημαίνεται από τον Πλάτωνα*. Στους διαλόγους του

(16)

Συμπό-αγάπη σιον' και Φαιδρός', ο Πλάτων εκθέτει τη θεω-ρία του για την αγάπη (τον έρωτα): η αγάπη, γράφει, είναι η έλξη που ασκεί το ωραίον. Οι τύποι της αγάπης είναι τόσοι, όσοι και οι τύποι του ωραίου. Η αγάπη γεννιέται στην επαφή με την αισθητή ομορφιά, αλλά ανελίσσεται απ' αυτήν στην ψυχική ομορφιά και, σκαλί σκαλί, ανεβαίνει ως τη διανοητική ομορφιά, που είναι η αληθινή ομορφιά. Οι αισθητές ομορφιές του υλικού κόσμου δεν είναι παρά χονδροειδή σχεδιάσματα ή ωχρές ανταύγειες. Η αγάπη είναι, επομένως, η λαχτάρα του ανθρώπου να ξεπεράσει την αισθητή πραγματικότητα, για να καταλήξει στη θέαση του κόσμου των ιδεών. Έτσι, η αγάπη είναι επιθυμία εκείνου που δεν έχουμε, είναι έλλειψη και ανεπάρκεια, και ταυ-τόχρονα ατέλειωτη ανησυχία, αγωνία και λα-χτάρα. Τη θεωρία αυτή της αγάπης τη συνεχίζει ο Πλωτίνος*, ο οποίος και επιτείνει τον μυστικι-στικό της χαρακτήρα: οποιαδήποτε αγάπη α-νάγεται στην αγάπη του Θεού, εφόσον αντι-κείμενό της, σύμφωνα με την πλατωνική διδα-σκαλία, είναι το καλό ("αγαθόν"). Και επειδή ο Θεός είναι το απόλυτο καλό, έπεται ότι είναι και το αληθινό τέρμα και το ιδανικό αντικείμε-νο της κάθε αγάπης. Ο Αυγουστίαντικείμε-νος*, αργότε-ρα, θα προσαρμόσει την άποψη αυτή στο χρι-στιανικό δόγμα και η νεοπλατωνική και αυ-γουστίνεια θεωρία της αγάπης θα συνεχίσει να επικρατεί σε όλο τον Μεσαίωνα. Αυτήν θα επι-καλούνται και οι στοχαστές του Ουμανισμού* και της Αναγέννησης (Λέων Εβραίος, Μαρσίλιο Φιτσίνο* κ.ά.). Γενικά για τον χρι-στιανισμό, η αγάπη αποτελεί την ουσία του Θεού και τη βασική εντολή του προς τον άν-θρωπο: είναι η ανιδιοτελής αγάπη προς τον πλησίον, ακόμα κι αν αυτός είναι εχθρός. Ωστόσο, στην περίοδο της Αναγέννησης εμ-φανίζεται και μια νατουραλιστική αντίληψη της αγάπης ως ζωτικής ορμής, ως μιας κοσμικής δύναμης που διαπερνά και κινεί όλα τα όντα. Στους Νέους Χρόνους η ψυχολογική έρευνα του αισθήματος της αγάπης υπερισχύει των θεωριών θεολογικού χαρακτήρα. Για τον Καρτέσιο* και τον Σπινόζα* η αγάπη είναι ένα πάθος που ο άνθρωπος, για να το δαμάσει, πρέπει να κάνει χρήση του λογικού, το οποίο θα μετατρέψει το πάθος σε αίσθημα νηφάλιο και γαλήνιο. Για τον Λάιμπνιτς*, "αγαπώ ση-μαίνει χαίρομαι την ευτυχία του άλλου, δηλα-δή κάνω δική μου την ευτυχία ενός άλλου". Για τον Ρομαντισμό* (Σλέγκελ*, Σίλλερ", νε-αρό Χέγκελ*), η αγάπη είναι η πηγή όλων των συναισθημάτων, είναι, κατά τον Χέγκελ, ένα α-πέραντο αίσθημα "δια του οποίου δύο όντα υ-πάρχουν μόνο ως μία τέλεια ενότητα και ενα-ποθέτουν α' αυτήν όλη την ψυχή τους και τον κόσμο ολάκερο". Για τον πεσσιμιστή όμως Σοπενάουερ* η αγάπη είναι μια παγίδα που στήνει στον άνθρωπο "το δαιμόνιο του είδους" για να διαιωνίσει τη ζωή. Για τον Μαρξ* και τον Ένγκελς* η αγάπη, ο έ-ρωτας, είναι μια ιστορική κατάκτηση του αν-θρώπου. Η συναισθηματική ζωή του ανθρώπου αλλάζει σε συνάρτηση με τις αλλαγές στο κοι-νωνικό γίγνεσθαι. "Η σύγχρονη γενετήσια αγάπη διαφέρει ουσιαστικά από την απλή σαρ-κική έλξη, από τον έρωτα των αρχαίων" (Ένγκελς), γιατί προϋποθέτει την αμοιβαία αγάπη, "ενώ στον αρχαίο έρωτα δεν ήταν πάντα απαραίτητη η συγκατάθεση της γυναί-κας". Εδώ ο συνειδητός χαρακτήρας του έρωτα συνδυάζεται με τα ασύνειδα, ενορμητι-κά στοιχεία που εκδηλώνονται και κατά την ίδια τη γέννηση αυτού του συναισθήματος και κατά την εκλογή του αντικείμενου της αγάπης, καθώς και στις μορφές εκδήλωσής της (Α. Σπίρκιν*). Για τον Φρόυντ* και την ψυχανάλυ-ση, η αγάπη, ακόμα και στις υψηλότερες εκ-φάνσεις της, δεν είναι τίποτε άλλο παρά η εξι-δανίκευση μιας πρωτογενούς ενστιγματικής ε-νόρμησης, της "λίμπιντο". Ωστόσο, η θεωρία αυτή δεν εξηγεί την "εκλογή", που είναι πα-νταχού παρούσα α' όλες τις μορφές της αγά-πης. Μιαν απάντηση σε τούτο το πρόβλημα δίνει ο Μαξ Σέλλερ*: η εκλογή, τονίζει, καθορί-ζεται από την αναγνώριση μιας κάποιας «αξίας» (βιοτικής, διανοητικής, ηθικής) στο α-γαπώμενο πρόσωπο. Για άλλους, αντίθετα, τους υπαρξιστές, η εκλογή δεν συνδέεται με καμιά αξιολογική άποψη, έστω και αποκλειστι-κά προσωπική, αλλά έχει έναν ολότελα ατομι-κό, υπαρξικό χαρακτήρα: αγαπώ ένα πρόσωπο γιατί είναι αυτό και κανένα άλλο. Γιόν. Κρητικός αγάπη, 2. Έννοια της αρχαίας ελληνικής φιλο-σοφίας, συγγενική με τον Ερωτα και τη Φιλία. Αντίθετα από τον έρωτα και την τάση του για ολοκλήρωση, η αγάπη χαρακτηρίζεται σαν απλή αυτοπροσφορά του ατόμου, με ελεύθερη απόφασή του και για το ελάχιστο.

Βιβλιογρ.: J. Β. Lolz, Die drei Stolen der Liebe. Eros.

Philia. Agape. Frankfurt. 1971. E.N. Ρούσσος

(17)

αγνωσία "Αγία Οικογένεια". Από τα πρώτα έργα των θεμελιωτών του μαρξισμού. Το έγραψαν από κοινού ο Μαρξ* και ο Ενγκελς" για να ασκή-σουν κριτική κατά του ιδεαλισμού του Χέγκελ* και των οπαδών του. Το βιβλίο γράφτηκε το 1844, την περίοδο που οι συγγραφείς του συ-νελάμβαναν και διαμόρφωναν την υλιστική α-ντίληψη της ιστορίας. Στο έργο τους αυτό εξε-τάζουν τις γνωσιολογικές ρίζες του ιδεαλι-σμού, σκιαγραφούν την πάλη του υλισμού με τον ιδεαλισμό από τον 17ο αιώνα ως τις αρχές του 19ου, τονίζουν τη σύνδεση του υλισμού με τις σοσιαλιστικές ιδέες και επεξεργάζονται σειρά προβλημάτων της υλιστικής διαλεκτικής. Αναπτύσσουν επίσης ορισμένες κεντρικές ιδέες, όπως ο καθοριστικός ρόλος της υλικής παραγωγής στην ανάπτυξη της κοινωνίας, το πρόβλημα της αλλοτρίωσης, ο ρόλος των μα-ζών και της προσωπικότητας στην ιστο'ρία, και προβάλλουν τον ρόλο του προλεταριάτου στην πάλη για τον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας. Ο πλήρης τίτλος του βιβλίου είναι: Η Αγία Οικογένεια. Κριτική της κριτικής. Κατά του Μπρούνο Μπάουερ και της παρέας του. Βιβλιογρ.: Κ. Μαρξ και Φ. Ενγκελς. «Απαντα», τ. 2. Μόσχα, 1981'.- Η Μαρξιστική φιλοσοφία τον 19ο αιώνα. Μόσχα. 1979. Ν. Στ. Αγίου ΒΙκτωρα σχολή. Θεολογική σχολή αυ-γουστινιανών μοναχών, κέντρο της ορθόδοξης καθολικής θεολογίας κατά τον 12ο αιώνα -πήρε το όνομά της από το ομώνυμο αβαείο στο Παρίσι, όπου και η έδρα της. Τη σχολή ίδρυσε ο Γκυγιώμ του Σαμπώ* (περ. 1068-1121) και σημαντικότεροι εκπρόσωποι της είναι ο άγιος Βερνάρδος* (1091-1153), αβάς του Κλαιρβώ, ο Ούγος του Σαιν-Βικτώρ (1096-1141) και ο Ριχάρδος του Σαιν-Βικτώρ (;-1173). Η διδασκα-λία των Βικτωρίνων, στηριζόμενη στον ιερό Αυγουστίνο* και, έμμεσα, στον ψευδΔιονύσιο τον Αρεοπαγίτη*, αποβλέπει στην ο-λοκληρωμένη, καθολική μόρφωση των μονα-χών (θεολογία, ελευθέριες τέχνες). Ο μυστικι-σμός εδώ δεν είναι θεωρητικός, αλλά καλλιερ-γεί τη θρησκευτικότητα και το συναίσθημα, με σκοπό την επίτευξη του μοναχικού ιδεώδους, που είναι βίωμα. Για τον σκοπό αυτό ακριβώς επιβάλλονται πνευματικές ασκήσεις: προηγεί-ται άνοδος από τρεις βαθμίδες και ακολουθούν πέντε άλλοι ανοδικοί τρόποι, με τους οποίους προσεγγίζεται η θεότητα- τότε ο μοναχός γνωρίζει και "θεάταΓ τον Θεό. Ε. Χωραφάς Αγκνι (σανσκρ. Agni, λατιν. ignis). Προσωπο-ποίηση και θεοΠροσωπο-ποίηση του στοιχείου του πυρός. Ο θεός Αγκνι κατέχει ιδιαίτερη θέση στην αρχαία ινδουισπκή παράδοση, γιατί κυ-ρίως συνδέεται με το τέλεσμα της θυσίας. Σύμφωνα με αυτήν, η φωτιά για τον άνθρωπο έχει τρεις ιδιότητες: την καταστροφική, την ω-φέλιμη και αυτήν της θαλπωρής. Λέγεται ότι, όταν οι άλλοι θεοί αποφάσισαν να αναχωρή-σουν για τους ουρανούς, ζήτησαν από τον Αγκνι να παραμείνει στη γη ως αντιπρόσωπός τους. Τότε αυτός διερωτήθηκε πώς είναι δυ-νατόν να το κάνει, μια και οι καταστρεπτικές του ιδιότητες ήταν γνωστές και γι' αυτό τον λόγο δεν τον τιμούσαν ιδιαίτερα οι άνθρωποι. Οι θεοί βρήκαν την παρατήρηση σωστή, διεχώ-ρισαν και υπέταξαν τις καταστρεπτικές του εκ-δηλώσεις και ενίσχυσαν τις θετικές και χρήσι-μες, κάτι που θυμίζει σε άλλη έκδοση την Προμηθείκή μας επανάσταση. Βιβλιογρ.: Βασ. Βιτοαξής. Ο στοχασμός και η πίστη (Αρχαιότητα-Χριστιανισμός), 2 τόμ.. Εστία. Αθήνα. 1991.-Δημ. Βελισσαρόπουλος. Ιστορία της ινδικής φιλο-σοφίας. Δωδώνη, Αθήνα-Γιάννινα, 1992*. Ε. Λιακόπουλος αγνωσία . Κατάσταση πραγματικής άγνοιας ή παραδοχής αδυναμίας για γνώση. Διάφορες παραλλαγές αγνωστικισμού ή σχετικισμού, που προβάλλουν ως επιχείρημά τους την αδυ-ναμία προσέγγισης στην απόλυτη γνώση-αλή-θεια, αποδέχονται κάποια μορφή αγνωσίας. Οι αρχαίοι Σκεπτικοί* ειδικά μιλούσαν για ισοδύ-ναμα επιχειρήματα που επιτρέπουν ίση βεβαιό-τητα και αμφιβολία- και τότε αυτή η ισοσθένεια λόγων οδηγεί σε αγνωσία. Υποκριτική έκφρα-ση γνωσιολογικής σεμνότητας μπορεί να θεω-ρηθεί η ομολογημένη αγνωσία του Σωκράτη: "εν οίδα ότι ουδέν οίδα". Είναι μια παραδοχή που γίνεται δημιουργική αφετηρία για έρευνα, αναζήτηση της αλήθειας, όπως πολλούς αιώ-νες αργότερα αποδείχτηκε επίσης δημιουργι-κή η διατύπωση της καρτεσιανής αμφιβολίας. (Βλ. λ. αγνωστικισμός, γνώση, γνωσιολογία, σκεπτικισμός, σχετικισμός). Φ. κ. Βώρος αγνωσία (θρησκειοφιλοσοφική). Πρόκειται για φιλοσοφική θεώρηση του θείου με κύριο γνώ-ρισμα την αδυνατότητα της ανθρώπινης διά-νοιας να εγγυηθεί τη γνώση του Θεού. Το υ-περβατικό δεν ανακηρύσσεται ανύπαρκτο (α-θεϊσμός*), αλλά άγνωστο (αγνωστικισμός*). Αφετηρία του αγνωστικισμού είναι η

Figure

Updating...

References

Related subjects :