Stephen King - Εφιάλτες και ονειρότοποι.pdf

1063 

Loading.... (view fulltext now)

Loading....

Loading....

Loading....

Loading....

Full text

(1)
(2)

STEPHEN KING

-Nightmares & Dreamscapes –

Ϊνα δϊχτυλο ξεπροβϊλλει μϋςο απ’ το ςιφϐνι του νιπτόρα. Μια μηχανικό μαςϋλα εκδηλϔνει φονικϋσ διαθϋςεισ. ΢τη Νϋα Τϐρκη μϑγεσ μαζεϑονται και πεθαύνουν ς’ ϋνα ζευγϊρι παλιϊ αθλητικϊ παποϑτςια Η ϋρημοσ τησ Νεβϊδασ καταπύνει μια Κϊντιλακ. Κι ακϐμη ο θρϑλοσ του Καςτλ Ροκ αναβιϔνει και αιχμαλωτύζει βλϋμματα και ςυνειδόςεισ Ο Stephen King επιςτρϋφει με μια ςυλλογό διηγημϊτων. Μια ςειρϊ ιςτορύεσ που κινοϑνται απϐ την κλαςικό ατμϐςφαιρα του μακϊβριου και του τερατϔδουσ μϋχρι την ανεπανϊληπτη μύμηςη του ςτυλ του Σςαντλερ και του Κϐναν Ντϐιλ ςυνθϋτοντασ με την πολυμορφύα τουσ μια ςπόλια του Αλαντύν, ϐπωσ λϋει ο ύδιοσ, ϐπου το θαυμαςμϐ διαδϋχεται ο φϐβοσ, η απειλό παραμονεϑει ςε κϊθε γωνύα και η περιόγηςη εύναι πϊντα μια εμπειρύα τρομακτικό. Εύκοςι ϋξοχεσ ιςτορύεσ γραμμϋνεσ μ’ ϋνα ςκοπϐ: να μεταφϋρουν τουσ αναγνϔςτεσ εκεύ που δεν πόγαν ποτϋ ωσ τϔρα. ΢τον κϐςμο οποϑ εκτυλύςςονται τα ϐνειρα. ΢τον κϐςμο ϐπου οι εφιϊλτεσ δεν τελειϔνουν μ ϋνα τρομαγμϋνο ξϑπνημα. Ο King μασ ανούγει την πϐρτα. Δε μϋνει παρϊ να πιςτϋψουμε και να τον ακολουθόςουμε. ΔΤΟ ΣΟΜΟΙ ΕΚΔΟ΢ΕΙ΢ BELL

(3)

2 Ϊργα του ςυγγραφϋα που εκδϐθηκαν ςτη ςειρϊ BELL Best Seller: Ω΢ ΢ΣΙΒΕΝ ΚΙΝΓΚ: Κριςτύν Οι Νυχτερύτεσ Σο Πρϐςωπο του Υϐβου Φρόςιμα Αντικεύμενα Μύζερι Αϒπνύα Ρϐουζ Μϊντερ Εφιϊλτεσ και Ονειρϐτοποι Ντεςπερϋιςον Σο Πρϊςινο Μύλι ΢ϊκοσ με Κϐκαλα Ω΢ ΡΙΣ΢ΑΡΝΣ ΜΠΑΚΜΑΝ: Οι Ρυθμιςτϋσ

(4)

3

Για τον ςυγγραφέα

Ο ΢τύβεν Κινγκ γεννόθηκε το 1947 ςτο Πϐρτλαντ τησ Πολιτεύασ του Μϋιν. ΢ποϑδαςε με υποτροφύα ςτο Πανεπιςτόμιο του Μϋιν ςτο Ορϐνο, ϐπου και γνϔριςε τη ςϑζυγο του, τη ςυγγραφϋα Σϊμπιθα Κινγκ. Ωρχιςε να γρϊφει απ' ϐταν όταν εννϋα μϐλισ χρϐνων -τον ενθϊρρυνε μια θεύα του, που του ϋδινε εύκοςι πϋντε ςεντσ κϊθε φορϊ που τϋλειωνε μια ιςτορύα. Δύδαςκε αγγλικϊ ςτο λϑκειο, ϐταν ϋγινε δεκτϐ προσ ϋκδοςη το πρϔτο μυθιςτϐρημα του, Κϊρι. Απϐ τϐτε ϋχει γρϊψει περιςςϐτερα απϐ τριϊντα ϋργα, που ϋγιναν ϐλα μπεςτ ςϋλερ διεθνϔσ -ανϊμεςα τουσ τα ΢ϊλεμ'σ Λοτ, Η Λϊμψη, Οι Νυχτερύτεσ, Σο Αυτϐ, Κριςτύν, Αϒπνύα, Σο Πρϐςωπο του Υϐβου, Μύζερι, Φρόςιμα Αντικεύμενα, Ρϐουζ Μϊντερ, Ντεςπερϋιςον, Σο Πρϊςινο Μύλι και ΢ϊκοσ με Κϐκαλα. Πολλϊ απϐ τα μυθιςτορόματα του ϋχουν γύνει ταινύεσ για τον κινηματογρϊφο, τϋςςερισ απϐ τισ οπούεσ -Ϊκρηξη Οργόσ (Κϊρι), ΢τϊςου Πλϊι Μου, Σελευταύα Ϊξοδοσ: Ρύτα Φϋιγουορθ και Σο Πρϊςινο Μύλι- όταν υποψόφιεσ για ήςκαρ καλϑτερησ ταινύασ. ΢όμερα ο ΢τύβεν Κινγκ θεωρεύται ωσ ο κορυφαύοσ ςυγγραφϋασ ιςτοριϔν τρϐμου παγκοςμύωσ. Ϊχει τιμηθεύ με πολλϋσ διακρύςεισ για το ϋργο του, ανϊμεςα ςτισ οπούεσ το Πρϔτο Βραβεύο Ο. Φϋνρι, το 1996, για το διόγημα του «Ο Ωντρασ με το Μαϑρο Κοςτοϑμι», και το Βραβεύο Ποιητϔν και ΢υγγραφϋων, το 1997, για την υποςτόριξη του ςτουσ ςυγγραφεύσ, το γρϊψιμο και το διϊβαςμα. Απϐ το 1991 παύζει κιθϊρα και κϊνει φωνητικϊ ςτο «λογοτεχνικϐ» ςυγκρϐτημα Ροκ Μπϐτομ Ριμϋιντερσ, ϐπου ςυμμετϋχουν και οι ςυγγραφεύσ Ρύντλεώ Πύρςον, Ρϐμπερτ Υϊλγκαμ, Ντϋιβιντ Μπϊρι κ.ϊ., και ποϑ και ποϑ κϊνουν περιοδεύεσ ςτη χϔρα προωθϔντασ την ανϊγνωςη και την πνευματικό καλλιϋργεια. Ο ΢τύβεν Κινγκ ζει ςτο Μπϊνγκορ του Μϋιν με τη ςϑζυγο του και τα τρύα παιδιϊ τουσ.

(5)

4

STEPHEN KING

ΕΦΙΑΛΣΕ΢ ΚΑΙ ΟΝΕΙΡΟΣΟΠΟΙ

Μετϊφραςη: Γωγϔ Αρβανύτη Β' ΕΚΔΟ΢Η ΣΟΜΟ΢ Α' ΕΚΔΟ΢ΕΙ΢ BELL ΙΠΠΟΚΡΑΣΟΤ΢ 57, ΑΘΗΝΑ ΣΗΛ.: 360.Μ38 - 362.9723 ISBN 960-450-536-x

(6)

5 ΢τη μνόμη του ΣΟΜΑ΢ ΓΟΤΙΛΙΑΜ΢, 1926-1991: ποιητό, μυθιςτοριογρϊφου και μεγϊλου Αμερικανοϑ παραμυθϊ.

(7)

6

Περιεχόμενα Α΄ Σόμου

ΕΙ΢ΑΓΨΓΗ ςελ. 8 Η ΚΑΝΣΙΛΑΚ ΣΟΤ ΝΣΟΛΑΝ ςελ. 20 ΣΟ ΣΕΛΟ΢ ΚΑΘΕ ΔΤ΢ΣΤΦΙΑ΢ ςελ. 95 ΑΥΕΣΕ ΣΑ ΠΑΙΔΙΑ ςελ. 132 Ο ΝΤΦΣΕΡΙΝΟ΢ ΣΑΞΙΔΙΨΣΗ΢ ςελ. 151 Ο ΠΑΠΙ ςελ. 201 ΢ΟΤ ΓΙΝΕΣΑΙ ΜΑΝΙΑ ςελ. 220 Η ΜΗΦΑΝΙΚΗ ΜΑ΢ΕΛΑ ςελ. 244 Η ΑΥΙΕΡΨ΢Η ςελ. 291 ΣΟ ΚΙΝΟΤΜΕΝΟ ΔΑΦΣΤΛΟ ςελ. 349 ΣΑ ΑΘΛΗΣΙΚΑ ΠΑΠΟΤΣ΢ΙΑ ςελ. 401 ΣΕΛΙΚΑ, ΕΦΟΤΝ ΕΝΑ ΣΡΟΜΕΡΟ ΢ΤΓΚΡΟΣΗΜΑ ςελ. 439

Περιεχόμενα Β' Σόμου

ΠΑΡΑΔΟ΢Η ΚΑΣ ΟΙΚΟΝ ςελ. 500 Η ΕΠΟΦΗ ΣΨΝ ΒΡΟΦΨΝ ςελ. 541 ΣΟ ΟΜΟΡΥΟ ΑΛΟΓΑΚΙ ΜΟΤ ςελ. 572 ΢ΤΓΝΨΜΗ, ΢Ψ΢ΣΟ ΝΟΤΜΕΡΟ ςελ. 609 ΟΙ ΑΝΘΡΨΠΟΙ ΣΨΝ ΔΕΚΑ ςελ. 652 ΚΡΑΟΤΣ΢ ΕΝΣ ςελ. 727 ΣΟ ΢ΠΙΣΙ ΣΗ΢ ΜΕέΠΛ ΢ΣΡΗΣ ςελ. 769 ΣΟ ΠΕΜΠΣΟ ΣΕΣΑΡΣΟ ςελ. 818 Η ΤΠΟΘΕ΢Η ΣΟΤ ΓΙΑΣΡΟΤ ςελ. 840 Η ΣΕΛΕΤΣΑΙΑ ΤΠΟΘΕ΢Η ΣΟΤ ΓΙΟΤΜΝΙ ςελ. 889 ΚΑΣΨ ΣΟ ΚΕΥΑΛΙ ςελ. 957 ΑΤΓΟΤ΢ΣΟ΢ ΢ΣΟ ΜΠΡΟΤΚΛΙΝ ςελ. 1036 ΢ΗΜΕΙΨ΢ΕΙ΢ ςελ. 1038 Ο ΖΗΣΙΑΝΟ΢ ΚΑΙ ΣΟ ΔΙΑΜΑΝΣΙ ςελ. 1059

(8)

7

Ειςαγωγό

ΜΤΘΟ΢, ΠΕΠΟΙΘΗ΢Η, ΠΙ΢ΣΗ ΚΑΙ ΣΑ ΑΠΙ΢ΣΕΤΣΑ ΣΟΤΡΙΠΛΙ! ήταν όμουν παιδύ πύςτευα ϐ,τι μου ϋλεγαν, ϐ,τι διϊβαζα κι ϐςα ανακοινωθϋντα εξϋδιδε η δικό μου καλπϊζουςα φανταςύα. Αυτϐ εύχε μεν ωσ ςυνϋπεια μπϐλικεσ ϊγρυπνεσ νϑχτεσ, αλλϊ, απϐ την ϊλλη πλευρϊ, γϋμιζε τον κϐςμο ςτον οπούο ζοϑςα με χρϔματα και ςτοιχεύα που δε θ' αντϊλλαςςα οϑτε με μια ζωό γαλόνιων ϑπνων. Βλϋπετε, όξερα απϐ τϐτε ϐτι υπϊρχουν ϊνθρωποι ςτον κϐςμο μασ -πϊρα πολλού, εδϔ που τα λϋμε— που οι αιςθόςεισ τησ φανταςύασ τουσ εύναι εύτε μουδιαςμϋνεσ εύτε εντελϔσ νεκρωμϋνεσ, με αποτϋλεςμα να ζουν ςε μια πνευματικό κατϊςταςη αντύςτοιχη τησ αχρωματοψύασ. Πϊντα τουσ λυπϐμουν, χωρύσ ποτϋ να υποψιϊζομαι (τϐτε, τουλϊχιςτον) πωσ αρκετού απ' αυτοϑσ τουσ τϑπουσ με την ϋλλειψη φανταςύασ εύτε λυποϑνταν εύτε περιφρονοϑςαν εμϋνα, ϐχι μϐνο επειδό δεινοπαθοϑςα απϐ πολλοϑσ και διϊφορουσ παρϊλογουσ φϐβουσ, αλλϊ κυρύωσ επειδό όμουν βαθιϊ κι ανεπιφϑλακτα εϑπιςτοσ ςχεδϐν ςε οτιδόποτε. «Να ϋνα παιδύ», πρϋπει να ςκϋφτονταν μερικού (η μητϋρα μου, πϊντωσ, ςύγουρα το ςκεφτϐταν), «που θ' αγορϊςει τη γϋφυρα του Μπροϑκλιν ϐχι μύα, αλλϊ πολλϋσ φορϋσ, ςε ϐλη του τη ζωό». Αυτϐ εύχε μια δϐςη αλόθειασ τϐτε και, για να εύμαι ειλικρινόσ, υποθϋτω ϐτι εν μϋρει ϋχει ακϐμη. Η γυναύκα μου δε χϊνει ευκαιρύα να λϋει ςτον κϐςμο ϐτι ο ςϑζυγοσ τησ ϐταν πρωτοψόφιςε ςε προεδρικϋσ εκλογϋσ, ςτην τρυφερό ηλικύα των εύκοςι ενϐσ χρϐνων, προτύμηςε τον Ρύτςαρντ Νύξον. «Ο Νύξον ιςχυρύςτηκε ϐτι εύχε ϋνα ςχϋδιο που θα μασ ϋβγαζε απϐ το

(9)

8 Βιετνϊμ», λϋει με μϊτια που λϊμπουν απϐ χαιρεκακύα, «και ο ΢τιβ τον πύςτεψε». Ακριβϔσ· ο ΢τιβ τον πύςτεψε. Και δεν εύναι το μϐνο που ϋχει πιςτϋψει ο ΢τιβ ςτη ςυχνϊ εκκεντρικό πορεύα τησ ςαρανταπεντϊχρονησ ζωόσ του. Για παρϊδειγμα, όμουν το τελευταύο παιδύ ςτη γειτονιϊ που ςυμπϋρανε ϐτι ϐλοι αυτού οι ντυμϋνοι Αώ-Βαςύληδεσ ςτουσ δρϐμουσ ςόμαιναν πωσ δεν υπϊρχει πραγματικϐσ Αώ-Βαςύλησ (εξακολουθϔ να μη βρύςκω λογικϐ το ςυμπϋραςμα· εύναι ςαν να λϋμε πωσ ϋνα εκατομμϑριο οπαδού εύναι η απϐδειξη ϐτι δεν υπϊρχει ηγϋτησ). Επύςησ, δεν αμφιςβότηςα ποτϋ τον ιςχυριςμϐ του θεύου μου ήρεν ϐτι μπορεύσ ν' αποκϐψεισ τη ςκιϊ ενϐσ ανθρϔπου μ' ϋνα παςςαλϊκι αντύςκηνου (αν τη χτυπόςεισ ακριβϔσ ςτισ δϔδεκα το μεςημϋρι, εννοεύται), οϑτε τον ιςχυριςμϐ τησ γυναύκασ του ϐτι, κϊθε φορϊ που ςου 'ρχεται ανατριχύλα, μια χόνα περπατϊει πϊνω ςτο μϋροσ που κϊποτε θα γύνει ο τϊφοσ ςου. Με δεδομϋνη την πορεύα τησ δικόσ μου ζωόσ, αυτϐ πρϋπει να ςημαύνει πωσ εύναι γραφτϐ μου να καταλόξω να με θϊψουν πύςω απϐ τον αχυρϔνα τησ θεύασ Ρϐντι, ςτη Γοϑρνα τησ Φόνασ, ςτο Γουαώϐμινγκ. Πύςτευα επύςησ οτιδόποτε ϊκουγα ςτην αυλό του ςχολεύου. Κατϊπινα με την ύδια ευκολύα απϐ γαϑρουσ μϋχρι φϊλαινεσ. Ϊνα παιδύ μου εύχε δηλϔςει με απϐλυτη βεβαιϐτητα ϐτι, αν αφόςεισ μια δεκϊρα πϊνω ςε ςιδηροδρομικό ρϊγα, το πρϔτο τρϋνο που θα περϊςει θα εκτροχιαςτεύ. Κϊποιο ϊλλο παιδύ μου εύχε πει ϐτι μια δεκϊρα αφημϋνη πϊνω ςε ςιδηροτροχιϊ θα γινϐταν τελεύωσ λιϔμα (ϋτςι ακριβϔσ το εύχε πει —τελεύωσ λιϔμα) απϐ το πρϔτο τρϋνο που θα περνοϑςε απϐ πϊνω τησ και ϐτι αυτϐ που θα μϊζευεσ απϐ τη ρϊγα μετϊ θα όταν ϋνα εϑκαμπτο και ςχεδϐν διϊφανο νϐμιςμα ςε μϋγεθοσ αςημϋνιου δολαρύου. Η προςωπικό μου ϊποψη όταν ϐτι ύςχυαν και τα δυο: νομύςματα αφημϋνα ςε ςιδηροτροχιϋσ γύνονται

(10)

9 τελεύωσ λιϔμα, πριν εκτροχιϊςουν τα τρϋνα που τα λιϔνουν περνϔντασ απϐ πϊνω τουσ. Ωλλεσ θαυμαςτϋσ πληροφορύεσ που ϋχω ςυλλϋξει κατϊ τη διϊρκεια των μαθητικϔν μου χρϐνων, πρϔτα ςτο ΢ϋντερ ΢κουλ του ΢τρϊτφορντ ςτο Κονϋκτικατ κι ϋπειτα ςτο δημοτικϐ ςχολεύο του Ντοϑραμ ςτο Μϋιν, καλϑπτουν μια μεγϊλη ποικιλύα θεμϊτων, ϐπωσ μπαλϊκια του γκολφ (δηλητηριϔδη και διαβρωτικϊ ςαν οξϋα ςτο εςωτερικϐ τουσ), αποβολϋσ (βρϋφη που ςυχνϊ γεννιοϑνται ζωντανϊ, αλλϊ εύναι τϐςο δϑςμορφα και τερατϔδη που θανατϔνονται επιτϐπου απϐ κϊποιουσ υπεϑθυνουσ τησ δημϐςιασ υγεύασ, οι οπούοι αναφϋρονται με τον τρομακτικϐ χαρακτηριςμϐ «ειδικού νοςοκϐμοι»), μαϑρεσ γϊτεσ (αν διαςταυρωθεύσ με μια τϋτοια πρϋπει να κϊνεισ αμϋςωσ εναντύον τησ την κύνηςη με τα δυο δϊχτυλα που ξορκύζει το κακϐ μϊτι, αλλιϔσ ϋχεισ μεγϊλεσ πιθανϐτητεσ να πεθϊνεισ την ύδια μϋρα) και ρωγμϋσ ςε πεζοδρϐμια. Γι' αυτϋσ τισ τελευταύεσ, θεωρϔ περιττϐ να εξηγόςω την πιθανό επικύνδυνη ςχϋςη τουσ με τη ςπονδυλικό ςτόλη εντελϔσ αθϔων μανϊδων1. Βαςικό πηγό θαυμαςτϔν κι εκπληκτικϔν ςτοιχεύων εκεύνα τα χρϐνια όταν για μϋνα τα βιβλιαρϊκια-ςυλλογϋσ των ϐςων παρουςιϊζονταν ςτην εκπομπό Σα Απύςτευτα του Ρύπλι! που εξϋδιδαν τα Πϐκετ Μπουκσ. ΢' αυτϊ ανακϊλυψα ϐτι μπορεύσ να καταςκευϊςεισ ϋνα ιςχυρϐτατο εκρηκτικϐ, αρκεύ να ξϑςεισ τη ζελατύνη απϐ τα τραπουλϐχαρτα και να ςτουπϔςεισ μ' αυτό ϋνα κομμϊτι ςωλόνα- ϐτι μπορεύσ να εξαςφαλύςεισ το νυχτερινϐ ςου φωτϊκι για το διϊβαςμα, αν ανούξεισ μια τρϑπα ςτο ύδιο ςου το κρανύο και την ταπϔςεισ μ' ϋνα κερύ (το γιατύ θα όθελε κανεύσ να κϊνει τϋτοιο πρϊγμα δε με απαςχϐληςε παρϊ χρϐνια αργϐτερα)· ϐτι ςτ' αλόθεια υπϊρχουν γύγαντεσ (ϋνασ εύχε ϑψοσ πϊνω απϐ 1 Σφμφωνα με ζνα παιδικό τραγουδάκι, αν πατιςεισ μια ρωγμι ςτο πεηοδρόμιο, κα ςπάςει θ ραχοκοκαλιά τθσ μθτζρασ ςου (Σ.τ.Μ.)

(11)

10 δϑο και ςαρϊντα), πραγματικϊ μικροςκοπικϊ ξωτικϊ (μια γυναύκα μϐλισ τριϊντα πϐντουσ ψηλό) και αληθινϊ ΣΕΡΑΣΑ ΣΟ΢Ο ΥΟΒΕΡΑ ΠΟΤ ΔΕΝ ΠΕΡΙΓΡΑΥΟΝΣΑΙ... με τη διαφορϊ ϐτι ςτα Απύςτευτα του Ρύπλι! περιγρϊφονταν τα πϊντα με υπϋροχεσ λεπτομϋρειεσ και με ςυνοδεύα φωτογραφύασ ςυνόθωσ (ϐςο ζω δεν πρϐκειται να ξεχϊςω εκεύνη με τον τϑπο που απϐ το κϋντρο του ξυριςμϋνου κρανύου του ξεφϑτρωνε ϋνα κερύ). Εκεύνα τα βιβλιαρϊκια όταν - για μϋνα, τουλϊχιςτον- το εκπληκτικϐτερο θϋαμα του κϐςμου, κϊτι που μποροϑςα να το κουβαλϊω μονύμωσ ςτην τςϋπη μου και να το απολαμβϊνω κουλουριαςμϋνοσ απϐ πϊνω του κϊποια βροχερϊ ΢αββατοκϑριακα που δεν μποροϑςαμε να βγοϑμε να παύξουμε μπϊλα και εύχαμε μπουχτύςει πια το Μονϐπολι. Να όταν τϊχα αληθινϊ τα ανθρϔπινα τϋρατα κι ϐλα τα περιβϐητα παρϊξενα του Ρύπλι; ΢' αυτϐ εδϔ το κεύμενο το ερϔτημα φαύνεται ϊςχετο. Αυτϐ που μετρϊει εύναι ϐτι όταν αληθινϊ για μϋνα. Απϐ τα ϋξι μου ωσ τα ϋντεκα, ςτα κρύςιμα χρϐνια που αναπτϑςςεται κατϊ μεγϊλο μϋροσ η φανταςύα, για μϋνα όταν περϊ για περϊ αληθινϊ. Σα πύςτευα, ϋτςι ϐπωσ πύςτευα ϐτι μπορεύσ να εκτροχιϊςεισ ϋνα τρϋνο με μια δεκϊρα ό ϐτι η παχϑρρευςτη κϐλλα ςτο εςωτερικϐ μιασ μπϊλασ του γκολφ μπορεύ να ςου λιϔςει ολϐκληρο το χϋρι ϋτςι και ςτϊξει ςτην παλϊμη ςου. ΢τα Απύςτευτα του Ρύπλι! πρωτϊρχιςα να διακρύνω πϐςο λεπτό μπορεύ να εύναι καμιϊ φορϊ η διαχωριςτικό γραμμό ανϊμεςα ςτο θαυμαςτϐ και ςτο κοινϐτοπο και να αντιλαμβϊνομαι ϐτι η αντιπαραβολό αυτϔν των δϑο μπορεύ να διαφωτύςει εξύςου τισ ςυνηθιςμϋνεσ ϐψεισ τησ καθημερινϐτητασ, ϐςο και τισ ςποραδικϋσ αλλϐκοτεσ εξϊρςεισ τησ. Ασ μην ξεχνϊμε ϐτι εδϔ μιλϊμε για πύςτη και η πύςτη εύναι το λύκνο του μϑθου. Σι γύνεται με την πραγματικϐτητα; θα μου πεύτε. Λοιπϐν, ϐςον αφορϊ εμϋνα, η πραγματικϐτητα ασ πϊει να πηδηχτεύ. Ποτϋ μου δεν την

(12)

11 υπεραςπύςτηκα, τουλϊχιςτον ςτα γραπτϊ μου. Πολϑ ςυχνϊ εύναι για τη φανταςύα ϐ,τι τα μυτερϊ παλοϑκια για τουσ βρικϐλακεσ. Πιςτεϑω ϐτι ο μϑθοσ και η φανταςύα εύναι ςχεδϐν ςυνϔνυμεσ ϋννοιεσ που μποροϑν να εναλλϊςςονται και ϐτι η πύςτη αποτελεύ την πηγό τροφοδοςύασ και των δϑο. Πύςτη ςε τι; Δε νομύζω ϐτι ϋχει καμιϊ ςημαςύα, για να λϋμε την αλόθεια. ΢ε ϋνα θεϐ ό ςε πολλοϑσ. Ϋ ςτο ϐτι μια δεκϊρα μπορεύ να εκτροχιϊςει τρϋνο. Οι πεποιθόςεισ μου αυτϋσ δεν ϋχουν καμιϊ ςχϋςη με τη θρηςκευτικό πύςτη· ασ το ξεκαθαρύςουμε αυτϐ μια και καλό. Ανατρϊφηκα ωσ μεθοδιςτόσ και μϋνω προςκολλημϋνοσ ςε αρκετϊ απϐ τα θεμελιϔδη δϐγματα τησ παιδικόσ μου ηλικύασ, ϔςτε να θεωρϔ ϐτι ϋνασ τϋτοιοσ ιςχυριςμϐσ θα όταν. ςτην καλϑτερη περύπτωςη, αυθϊδεια και ςτη χειρϐτερη καθαρό βλαςφημύα. Απλϔσ, πύςτευα ϐλα τα παρϊξενα επειδό όμουν πλαςμϋνοσ να πιςτεϑω ςτα παρϊξενα. Ωλλοι ϊνθρωποι τρϋχουν ςε αγϔνεσ, επειδό εύναι πλαςμϋνοι να τρϋχουν γρόγορα, ό παύζουν μπϊςκετ, γιατύ ο θεϐσ τουσ ϋδωςε ϑψοσ πϊνω απϐ δυο μϋτρα, ό λϑνουν μακριϋσ, περύπλοκεσ εξιςϔςεισ ςε μαυροπύνακεσ, επειδό εύναι πλαςμϋνοι να διακρύνουν τα ςημεύα ϐπου ςυνταιριϊζονται τϋλεια ϐλοι αυτού οι αριθμού. Ψςτϐςο, η πύςτη κϊπου υπειςϋρχεται ςτην ϐλη υπϐθεςη και υποψιϊζομαι ϐτι αυτϐ το κϊπου ϋχει να κϊνει με την επιμονό ςου να επιχειρεύσ το ύδιο πρϊγμα ξανϊ και ξανϊ, ενϔ το ξϋρεισ, βαθιϊ και ειλικρινϊ μϋςα ςου, ϐτι ποτϋ δεν πρϐκειται να το κϊνεισ καλϑτερα απ' ϐ,τι το ϋχεισ όδη κϊνει και ϐτι αν ςυνεχύςεισ να το ζορύζεισ η μϐνη πορεύα που ςου απομϋνει εύναι η κατρακϑλα. Δεν ϋχεισ τύποτα να χϊςεισ ϐταν χτυπϊσ για πρϔτη φορϊ την πινιϊτα, αλλϊ να το επαναλϊβεισ και δεϑτερη φορϊ (και τρύτη... και τϋταρτη... και τριακοςτό τϋταρτη) ςημαύνει ϐτι εκτύθεςαι ςτην αποτυχύα, ςτην κατϊθλιψη και, ςτην περύπτωςη ενϐσ ςυγγραφϋα διηγημϊτων που ανόκουν ς' ϋνα αρκετϊ

(13)

12 ςυγκεκριμϋνο εύδοσ, ςτην αυτοπαρωδύα. Κι ϐμωσ ςυνεχύζουμε, οι περιςςϐτεροι απϐ μασ, και τα πρϊγματα γύνονται ϐλο και πιο δϑςκολα. Δε θα το πύςτευα πριν απϐ εύκοςι χρϐνια, ό και δϋκα, αλλϊ ϋτςι εύναι. ήλα δυςκολεϑουν. Εύναι κϊτι μϋρεσ που νομύζω ϐτι ο παλιϐσ υπολογιςτόσ μου ϋχει πϊψει να λειτουργεύ με ηλεκτριςμϐ εδϔ και πϋντε χρϐνια. ήτι απϐ το Πρϐςωπο του Υϐβου και μετϊ τροφοδοτεύται αποκλειςτικϊ με πύςτη. Σι πειρϊζει ϐμωσ; Αρκεύ που βγαύνουν οι λϋξεισ ςτην οθϐνη, ςωςτϊ; Η ιδϋα για καθεμιϊ απϐ τισ ιςτορύεσ αυτοϑ του βιβλύου μου όρθε ςε μια ςτιγμό πύςτησ και γρϊφτηκε ς' ϋνα ξϋςπαςμα πύςτησ, χαρϊσ κι αιςιοδοξύασ. Αυτϊ τα θετικϊ ςυναιςθόματα ϋχουν βϋβαια τα αρνητικϊ τουσ αντύςτοιχα και ο φϐβοσ τησ αποτυχύασ εύναι το ηπιϐτερο ανϊμεςα τουσ. Σο χειρϐτερο -για μϋνα, τουλϊχιςτον- εύναι η βαςανιςτικό υποψύα ϐτι μπορεύ να ϋχω όδη πει ϐλα ϐςα εύχα να πω και τϔρα ακοϑω απλϔσ το μονϐτονο κρϔξιμο τησ ύδιασ μου τησ φωνόσ, γιατύ, ϋτςι και ςταματόςει, η ςιωπό θα εύναι αφϐρητα τρομακτικό. Σο ϊλμα πύςτησ που απαιτεύται για να γεννηθεύ ϋνα διόγημα ϋχει γύνει εξαιρετικϊ δϑςκολο τα τελευταύα χρϐνια" αυτϐ τον καιρϐ φαύνεται πωσ η κϊθε ιδϋα θϋλει να γύνει μυθιςτϐρημα και κϊθε μυθιςτϐρημα θϋλει να ϋχει γϑρω ςτισ τϋςςερισ χιλιϊδεσ ςελύδεσ. Αρκετού κριτικού το ϋχουν όδη αναφϋρει αυτϐ, ςυνόθωσ ϐχι κολακευτικϊ. ΢ε αναλϑςεισ που γρϊφτηκαν για ϐλα τα μεγϊλα μυθιςτορόματα μου, απϐ το The Stand ωσ τα Φρόςιμα Αντικεύμενα, κατηγορόθηκα για πολυγραφύα. ΢ε μερικϋσ περιπτϔςεισ η κριτικό όταν βϊςιμη. ΢ε ϊλλεσ επρϐκειτο απλϔσ για γκρινιϊρικεσ φλυαρύεσ αντρϔν και γυναικϔν που ϋχουν αποδεχτεύ τη λογοτεχνικό ανορεξύα των τελευταύων τριϊντα χρϐνων με αξιοπερύεργη (για μϋνα, τουλϊχιςτον) ϋλλειψη αντιρρόςεων και ανϊλυςησ. Αυτού οι αυτοδιοριςμϋνοι διϊκονοι τησ Εκκληςύασ τησ Αγύασ Αμερικανικόσ Λογοτεχνύασ φαύνονται να αντιμετωπύζουν τη

(14)

13 γενναιοδωρύα με καχυποψύα, την υφό του λϐγου με απϋχθεια και την κϊθε ελεϑθερη λογοτεχνικό πινελιϊ με απερύφραςτο μύςοσ. Σο αποτϋλεςμα εύναι ϋνα παρϊξενο και ςτεύρο λογοτεχνικϐ κλύμα, ςτο οπούο μια ανοϑςια παρωνυχύδα ςαν το Vox του Νύκολςον Μπϋικερ γύνεται αντικεύμενο εκςτατικϔν ςυζητόςεων και ανϊλυςησ κι ϋνα πραγματικϊ φιλϐδοξο αμερικανικϐ μυθιςτϐρημα ϐπωσ το Heart of the Country του Κρεγκ Μϊθιουσ ςχεδϐν αγνοεύται. ΢ε τελικό ανϊλυςη, ϐμωσ, ϐλα αυτϊ δεν εύναι απλϔσ εκτϐσ θϋματοσ, εύναι και γκρύνιεσ -ςτο κϊτω-κϊτω υπόρξε ποτϋ ςυγγραφϋασ, ϊντρασ ό γυναύκα, που να μην ϋνιωςε ϐτι τον αδύκηςαν κϊποτε οι κριτικού; Αυτϐ που ξεκύνηςα να πω, πριν διακϐψω με τϐςη αγϋνεια τον εαυτϐ μου, εύναι ϐτι η πρϊξη πύςτησ που μεταβϊλλει μια πεπούθηςη τησ ςτιγμόσ ς' ϋνα πραγματικϐ αντικεύμενο —εν προκειμϋνω ϋνα διόγημα που οι ϊνθρωποι θα θϋλουν πραγματικϊ να διαβϊςουν— μου προκϑπτει ϐλο και πιο δϑςκολα τα τελευταύα χρϐνια. «Ε, τϐτε, μη γρϊφεισ διηγόματα», θα ϋλεγε κανεύσ (κι αυτϐ μου λϋει ςυνόθωσ μια φωνό που ακοϑω μϋςα ςτο κεφϊλι μου, ςαν κι αυτϋσ που ϊκουγε η Σζϋςι ΜπϋρλινγκεϏμ ςτο Παιχνύδι τον Σζϋραλντ). «΢το κϊτω-κϊτω δεν ϋχεισ πια ανϊγκη τα χρόματα που ςου αποφϋρουν ϐςο τα εύχεσ ϊλλοτε». Εύναι γεγονϐσ. Οι μϋρεσ που η επιταγό απϐ κϊποιο μικρϐ θαϑμα τεςςϊρων περύπου χιλιϊδων λϋξεων θα αγϐραζε την πενικιλύνη για την ωτύτιδα ενϐσ απϐ τα παιδιϊ ό θα τςοντϊριζε για να πληρωθεύ το νούκι ϋχουν παρϋλθει οριςτικϊ. ήμωσ αυτό η λογικό δεν εύναι απλϔσ κύβδηλη, εύναι επικύνδυνη. Βλϋπετε, για την ακρύβεια, δεν ϋχω ανϊγκη οϑτε τα λεφτϊ που θα μου φϋρει ϋνα μυθιςτϐρημα. Αν όταν μϐνο για τα λεφτϊ, θα μποροϑςα να βγω απϐ το παιχνύδι και να πϊω να καθύςω ςτον πϊγκο... ό να περϊςω την υπϐλοιπη ζωό μου ςε κϊποιο νηςϊκι τησ

(15)

14 Καραώβικόσ, αραχτϐσ ςτον όλιο, μακραύνοντασ τα νϑχια μου ϐςο μποροϑν να φτϊςουν. Αλλϊ δεν εύναι για τα λεφτϊ, ϐ,τι κι αν λϋνε οι γυαλιςτερϋσ ταμπλϐιντ, οϑτε και για χϊρη τησ εμπορικϐτητασ, ϐπωσ φαινϐταν να πιςτεϑουν κϊποιοι αλαζϐνεσ κριτικού. Οι βαςικϋσ αρχϋσ ιςχϑουν πϊντα, παρϊ το πϋραςμα του χρϐνου και για μϋνα ο αντικειμενικϐσ ςκοπϐσ δεν ϋχει αλλϊξει: θϋλω να αγγύξω εςϊσ. Πιςτού Αναγνϔςτεσ, να ςασ καθηλϔςω και ύςωσ να ςασ φοβύςω τϐςο πολϑ, ϔςτε να πϊτε για ϑπνο αφόνοντασ το φωσ του μπϊνιου αναμμϋνο. Πϊντα η ουςύα εύναι να δεισ πρϔτοσ το απύςτευτο... και μετϊ να το εξιςτορόςεισ. Και πϊντα εύναι το να ςασ κϊνω να πιςτϋψετε κι εςεύσ ϐ,τι πιςτεϑω, ϋςτω για λύγο. Δεν πολυμιλϊω γι' αυτϊ, γιατύ ακοϑγονται πομπϔδη και με κϊνουν να νιϔθω αμόχανα, αλλϊ εξακολουθϔ να θεωρϔ τισ ιςτορύεσ ςπουδαύο πρϊγμα, κϊτι που ϐχι μϐνο κϊνει καλϑτερη τη ζωό μασ, αλλϊ τη ςϔζει κιϐλασ καμιϊ φορϊ. Και δε μιλϊω μεταφορικϊ. Σο καλϐ γρϊψιμο —οι καλϋσ ιςτορύεσ— εύναι ο μηχανιςμϐσ πυροδϐτηςησ τησ φανταςύασ και ςκοπϐσ τησ φανταςύασ, πιςτεϑω, εύναι να μασ προςφϋρει καταφϑγιο και παρηγοριϊ ςε καταςτϊςεισ και ςτϊδια τησ ζωόσ μασ τα οπούα διαφορετικϊ θα όταν αφϐρητα. Υυςικϊ, μιλϊω αποκλειςτικϊ με βϊςη τισ προςωπικϋσ μου εμπειρύεσ, γιατύ εμϋνα η φανταςύα μου, που ϐταν όμουν παιδύ με κρϊτηςε πολλϋσ νϑχτεσ ξϊγρυπνο και τρομαγμϋνο, με βοόθηςε να τα βγϊλω πϋρα ςε κϊμποςεσ τρομερϋσ μϊχεσ με τη μαινϐμενη πραγματικϐτητα ςτην ενόλικη ζωό μου. Αν οι ιςτορύεσ που γεννόθηκαν απ' αυτό τη φανταςύα ϋχουν λειτουργόςει με τον ύδιο τρϐπο για κϊποιουσ απϐ τουσ ανθρϔπουσ που τισ διϊβαςαν, τϐτε εγϔ εύμαι ευτυχιςμϋνοσ κι απϐλυτα ικανοποιημϋνοσ -αιςθόματα που, απ' ϐςο ξϋρω, δεν αγορϊζονται οϑτε με πλουςιοπϊροχεσ ςυμφωνύεσ για κινηματογραφικϋσ μεταφορϋσ οϑτε με εκδοτικϊ ςυμβϐλαια πολλϔν εκατομμυρύων.

(16)

15 Πϊντωσ θεωρϔ το διόγημα ϋνα δϑςκολο και προκλητικϐ λογοτεχνικϐ εύδοσ, γι' αυτϐ ϋνιωςα μεγϊλη χαρϊ —αλλϊ και μεγϊλη ϋκπληξη- ϐταν διαπύςτωςα ϐτι εύχα αρκετϊ ςτο ςυρτϊρι μου ϔςτε να δημοςιεϑςω και τρύτη ςυλλογό. Επιπλϋον, όρθε και ςε καλό εποχό, γιατύ ϋνα απϐ τα πρϊγματα τα οπούα πύςτευα απϐλυτα ϐταν όμουν παιδύ (προφανϔσ, θ« το εύχα κι αυτϐ ψαρϋψει απϐ Σα Απύςτευτα του Ρύπλι!) εύναι ϐτι οι ϊνθρωποι ανανεϔνονται εντελϔσ κϊθε εφτϊ χρϐνια· κϊθε ιςτϐσ, κϊθε ϐργανο, κϊθε μυσ αποκτοϑν τελεύωσ καινοϑρια κϑτταρα. ΢υγκϋντρωςα τα διηγόματα για το Εφιϊλτεσ και Ονειρϐτοποι το καλοκαύρι του 1992, εφτϊ χρϐνια μετϊ την ϋκδοςη του Skeleton Crew, τησ τελευταύασ μου ςυλλογόσ διηγημϊτων, η οπούα εκδϐθηκε εφτϊ χρϐνια μετϊ τη Νυχτερινό Βϊρδια, την πρϔτη μου ςυλλογό. Σο ςπουδαιϐτερο ϐμωσ εύναι το να ξϋρω πωσ, ενϔ το ϊλμα πύςτησ που απαιτεύται για να μετατραπεύ μια ιδϋα ςε ιςτορύα γύνεται ϐλο και πιο δϑςκολο (οι μϑεσ με τουσ οπούουσ εκτελοϑνται τα ϊλματα γερνϊνε κι αυτού με τα χρϐνια, δυςτυχϔσ), μπορϔ ακϐμη να το κϊνω. Σο επϐμενο ςπουδαιϐτερο εύναι το να ξϋρω ϐτι κϊποιοι εξακολουθοϑν να θϋλουν να διαβϊζουν τισ ιςτορύεσ μου —εςεύσ. Πιςτού Αναγνϔςτεσ, ςε περύπτωςη που αναρωτιϋςτε. Η παλιϐτερη απ' αυτϋσ τισ ιςτορύεσ (η προςωπικό μου εκδοχό περύ φονικόσ ουςύασ ςτα μπαλϊκια του γκολφ και των τερατϐμορφων εμβρϑων) εύναι το «΢ου Γύνεται Μανύα», που πρωτοδημοςιεϑτηκε ςτο Μϊρςρουτσ·, ϋνα λογοτεχνικϐ περιοδικϐ του Πανεπιςτημύου του Μϋιν... αν και την ϋχω αναθεωρόςει αρκετϊ γι' αυτό την ϋκδοςη, ϔςτε να αποδύδει καλϑτερα αυτϐ που προφανϔσ όθελε να εύναι: μια τελευταύα ματιϊ ςτην καταραμϋνη μικρό πϐλη Καςτλ Ροκ. Η πιο πρϐςφατη, «Οι Ωνθρωποι των Δϋκα», γρϊφτηκε πυρετωδϔσ μϋςα ςε τρεισ μϋρεσ, το καλοκαύρι του 1992.

(17)

16 ΢' αυτό τη ςυλλογό θα βρεύτε και μερικϊ πραγματικϊ αξιοπερύεργα κομμϊτια: την αρχικό εκδοχό του μοναδικοϑ ςεναρύου για τηλεταινύα που ϋχω γρϊψει· μια ιςτορύα του ΢ϋρλοκ Φολμσ, ςτην οπούα ο δϐκτωρ Γουϊτςον αναλαμβϊνει πρωτοβουλύα και λϑνει την υπϐθεςη· ϋνα εύδοσ μϑθου του Κθοϑλου, που διαδραματύζεται ςτο λονδρϋζικο προϊςτιο ϐπου κατοικοϑςε ο Πύτερ ΢τρϊουμπ ϐταν τον πρωτογνϔριςα· μια «ςκληροτρϊχηλη» ιςτορύα του εύδουσ του Ρύτςαρντ Μπϊκμαν και μια ελαφρϔσ παραλλαγμϋνη εκδοχό ενϐσ διηγόματοσ με τύτλο «Σο ήμορφο Αλογϊκι Μου», που πρωτοεκδϐθηκε ςε περιοριςμϋνο αριθμϐ αντιτϑπων απϐ το Μουςεύο Γουύτνι, με εικονογρϊφηςη τησ Μπϊρμπαρα Κροϑγκερ. Μετϊ απϐ πολλό ςκϋψη, αποφϊςιςα να ςυμπεριλϊβω κι ϋνα αρκετϊ μεγϊλο κεύμενο που δεν ανόκει ςτο εύδοσ τησ μυθιςτορύασ. Εύναι το «Κϊτω το Κεφϊλι» και αφορϊ τα παιδιϊ και το μπϋιζμπολ. Πρωτοδημοςιεϑτηκε ςτο περιοδικϐ Νιου Γιϐρκερ και ύςωσ εύναι το κομμϊτι για το οπούο ϋχω δουλϋψει ςκληρϐτερα απ' ϐ,τι για οτιδόποτε ϋγραψα τα τελευταύα δεκαπϋντε χρϐνια. Αυτϐ δεν το κϊνει απαραιτότωσ καλϐ, βϋβαια, αλλϊ εμϋνα η ςυγγραφό και η δημοςύευςη του μου ϋδωςαν απϋραντη ικανοπούηςη κι αυτϐσ εύναι ο λϐγοσ που το παραθϋτω. Κανονικϊ, δεν ταιριϊζει ςε μια ςυλλογό διηγημϊτων ςτην οπούα κυριαρχεύ η αγωνύα και το υπερφυςικϐ... κι ϐμωσ, να που κατϊ κϊποιο τρϐπο ταιριϊζει! Η υφό του λϐγου εύναι ύδια. θα διαπιςτϔςετε μϐνοι ςασ αν ςυμφωνεύτε ό ϐχι. Κϊτι που ϋβαλα τα δυνατϊ μου να κϊνω όταν ν' αποφϑγω τα χιλιοειπωμϋνα, τισ εφεδρικϋσ ιςτορύεσ και το υλικϐ απϐ το βϊθοσ του ςυρταριοϑ. Απϐ το 1980 περύπου, κϊποιοι κριτικού ιςχυρύζονται πωσ φτϊνει να δημοςιεϑςω τον κατϊλογο με τα ϊπλυτα μου και θα πουλόςω ϋνα εκατομμϑριο αντύτυπα, αλλϊ αυτού εύναι κυρύωσ κριτικού που πιςτεϑουν πωσ ανϋκαθεν αυτϐ ϋκανα. Οι ϊνθρωποι που διαβϊζουν τα ϋργα μου για προςωπικό

(18)

17 τουσ ευχαρύςτηςη προφανϔσ ϋχουν ϊλλη γνϔμη, κι αυτοϑσ τουσ αναγνϔςτεσ εύχα ςτο μυαλϐ μου ϐταν ϋςτηνα ετοϑτη τη ςυλλογό και ϐχι τουσ κριτικοϑσ. Σο αποτϋλεςμα εύναι, νομύζω, ϋνα ανομοιογενϋσ βιβλύο, μια ςπηλιϊ του Αλαντύν, που ολοκληρϔνει μια τριλογύα, τησ οπούασ οι δυο πρϔτοι τϐμοι εύναι η Νυχτερινό Βϊρδια και το Skeleton Crew. ήλα τα καλϊ διηγόματα ϋχουν τϔρα ςυγκεντρωθεύ. Κι ϐλα τα κακϊ τα ςϊρωςα κϊτω απϐ το χαλύ ϐςο βαθϑτερα ϋφτανε η ςκοϑπα. Κι εκεύ θα μεύνουν. Αν υπϊρξει ποτϋ επϐμενη ςυλλογό, θα αποτελεύται αποκλειςτικϊ απϐ ιςτορύεσ που δεν ϋχουν ακϐμη γραφτεύ ό που ακϐμη δεν τισ ϋχω καν ςκεφτεύ (ιςτορύεσ που δεν ϋχουν ακϐμη γύνει πιςτευτϋσ, αν προτιμϊτε) και υποθϋτω ϐτι θα εμφανιςτεύ ςε μια χρονιϊ που θ' αρχύζει απϐ 2. ΢το μεταξϑ, ϋχουμε αυτϋσ τισ εύκοςι-κϊτι ιςτορύεσ (και μερικϋσ εύναι πολϑ παρϊξενεσ, ςασ προειδοποιϔ). Καθεμιϊ τουσ περιϋχει και κϊτι που πύςτεψα για λύγο. Ξϋρω ϐτι μερικϊ απ' αυτϊ τα πρϊγματα -το δαχτυλϊκι που ξεπετϊγεται απϐ το ςιφϐνι του νιπτόρα, οι ανθρωποφϊγοι βϊτραχοι, τα πειναςμϋνα δϐντια— εύναι λιγϊκι τρομακτικϊ, αλλϊ νομύζω ϐτι δε θα ϋχουμε πρϐβλημα αν πϊμε παρϋα. Πρϔτα, ϐμωσ, επαναλϊβετε την κατόχηςη μετϊ απϐ μϋνα: Πιςτεϑω ϐτι μια δεκϊρα μπορεύ να εκτροχιϊςει ϋνα τρϋνο . Πιςτεϑω ϐτι υπϊρχουν κροκϐδειλοι ςτουσ υπονϐμουσ τησ Νϋασ Τϐρκησ, για να μην ποϑμε και για αρουραύουσ μεγϊλουσ ςαν πϐνι ΢ϋτλαντ. Πιςτεϑω ϐτι μπορεύ κανεύσ να αποκϐψει απϐ ϋναν ϊνθρωπο τη ςκιϊ του μ' ϋνα ατςϊλινο παςςαλϊκι αντύςκηνου. Πιςτεϑω ϐτι ϑπαρχει ο Αώ-Βαςύλησ και πωσ ϐλοι αυτού οι τϑποι με τισ κϐκκινεσ ςτολϋσ που βλϋπουμε κϊθε Φριςτοϑγεννα εύναι βοηθού του. Πιςτεϑω ϐτι υπϊρχει ϋνασ αθϋατοσ κϐςμοσ ολϐγυρα μασ.

(19)

18 Πιςτεϑω ϐτι τα μπαλϊκια του τϋνισ εύναι γεμϊτα με δηλητηριϔδεσ αϋριο κι αν κϐψεισ ϋνα ςτα δϑο και ειςπνεϑςεισ αυτϐ που θα βγει θα πϋςεισ νεκρϐσ. Και, πϊνω απ' ϐλα, πιςτεϑω ςτα φαντϊςματα, πιςτεϑω ςτα φαντϊςματα, πιςτεϑω ςτα φαντϊςματα. Εντϊξει; Ϊτοιμοι; Ψραύα. Πιϊςτε το χϋρι μου. Ξεκινϊμε. Εγϔ ξϋρω το δρϐμο. Εςεύσ απλϔσ κρατηθεύτε γερϊ... και πιςτϋψτε. Μπϊνγκορ, Μϋιν 6 Νοεμβρύου 1992

(20)

19

Η Κϊντιλακ του Ντϐλαν

Η εκδύκηςη εύναι ϋνα φαγητϐ που τρϔγεται καλϑτερα κρϑο. —Ιςπανικό παροιμύα Εφτϊ χρϐνια περύμενα και παρακολουθοϑςα. Σον ϋβλεπα να φεϑγει και να ϋρχεται -τον Ντϐλαν. Σον παρακολουθοϑςα να μπαύνει ςε πολυτελό ρεςτορϊν, ντυμϋνοσ με ςμϐκιν, πϊντα με διαφορετικό γυναύκα ςτο πλευρϐ του, πϊντα μ' ϋνα ζευγϊρι ςωματοφϑλακεσ να τον προςϋχουν. Ϊβλεπα τα μαλλιϊ του ν' αλλϊζουν απϐ το γκρύζο ς' ϋνα γοητευτικϐ αςημύ, ενϔ τα δικϊ μου αραύωναν ςυνεχϔσ ϔςπου ϋμεινα φαλακρϐσ. Σον ϋβλεπα να φεϑγει απϐ το Λασ Βϋγκασ για το τακτικϐ του προςκϑνημα ςτη Δυτικό Ακτό. Σον ϋβλεπα να επιςτρϋφει. Δυο τρεισ φορϋσ παρακολοϑθηςα απϐ ϋναν παρϊδρομο την αςημιϊ ΢εντϊν Ντεβύλ του, ύδιο χρϔμα με τα μαλλιϊ του, να περνϊει ςαν αςτραπό ςτην Εθνικό 71 προσ το Λοσ Ωντζελεσ. Και κϊποιεσ ϊλλεσ φορϋσ τον εύδα να φεϑγει απϐ τη βύλα του, ςτουσ Λϐφουσ του Φϐλιγουντ, με την ύδια αςημιϊ Κϊντιλακ, για να επιςτρϋψει ςτο Λασ Βϋγκασ -ϐχι πολϑ ςυχνϊ ϐμωσ. Εύμαι δϊςκαλοσ. Οι δϊςκαλοι και οι μεγαλοαπατεϔνεσ δεν ϋχουν την ύδια ϊνεςη κινόςεων εύναι μύα απϐ τισ πραγματικϐτητεσ τησ ζωόσ. Ο Ντϐλαν δεν όξερε ϐτι τον παρακολουθοϑςα —ποτϋ δεν τον πληςύαςα τϐςο ϔςτε να το καταλϊβει. Ϋμουν προςεκτικϐσ. Αυτϐσ ςκϐτωςε τη γυναύκα μου ό ϋβαλε να τη ςκοτϔςουν. Σο ύδιο κϊνει τελικϊ, θϋλετε λεπτομϋρειεσ; Δεν πρϐκειται να τισ μϊθετε απϐ μϋνα. Αν επιμϋνετε να μϊθετε, ψϊξτε ςτα ψιλϊ των εφημερύδων. Σην ϋλεγαν Ελύζαμπεθ. Δύδαςκε ςτο ύδιο ςχολεύο που δύδαςκα κι εγϔ και ςτο οπούο εξακολουθϔ να διδϊςκω. Ϋταν δαςκϊλα ςτην πρϔτη δημοτικοϑ. Σα παιδιϊ τη λϊτρευαν

(21)

20 και πιςτεϑω ϐτι πολλϊ απ' αυτϊ, που τϔρα πια εύναι ϋφηβοι, ακϐμα τη θυμοϑνται με αγϊπη. Εγϔ, πϊντωσ, την αγαποϑςα κι ακϐμα την αγαπϔ. Δεν όταν ϐμορφη, όταν χαριτωμϋνη. Ϋταν όςυχη, αλλϊ όξερε να γελϊει. Ονειρεϑομαι τα ανοιχτοκϊςτανα μϊτια τησ. Δεν υπόρξε ϊλλη γυναύκα για μϋνα. Οϑτε πρϐκειται να υπϊρξει. Ϊκανε μια απροςεξύα —ο Ντϐλαν. Δε χρειϊζεται να ξϋρετε περιςςϐτερα. Η Ελύζαμπεθ ϋτυχε να βρεθεύ εκεύ, ςε λϊθοσ μϋροσ, λϊθοσ ςτιγμό, και εύδε την απροςεξύα. Πόγε ςτην αςτυνομύα. Η αςτυνομύα την ϋςτειλε ςτο FBI, την ανϋκριναν και τουσ απϊντηςε ϐτι, ναι, θα πόγαινε να καταθϋςει ςτο δικαςτόριο. Σησ υποςχϋθηκαν προςταςύα, αλλϊ εύτε αυτού ςτϊθηκαν απρϐςεκτοι εύτε υποτύμηςαν τον Ντϐλαν. άςωσ και τα δυο. ή,τι κι αν όταν, η Ελύζαμπεθ μπόκε ϋνα βρϊδυ ςτο αυτοκύνητο τησ και ο δυναμύτησ που όταν ςυνδεμϋνοσ ςτη μύζα με ϊφηςε χόρο. Αυτϐσ με ϊφηςε χόρο —ο Ντϐλαν. Αφοϑ δεν υπόρχε πια μϊρτυρασ να καταθϋςει εναντύον του, απαλλϊχτηκε. Αυτϐσ επϋςτρεψε ςτον κϐςμο του κι εγϔ ςτο δικϐ μου. Για κεύνον το πολυτελϋσ ρετιρϋ ςτο Βϋγκασ, για μϋνα το ϊδειο λυϐμενο. Παρϋλαςη απϐ γυναικϊρεσ με γοϑνεσ και ςατϋν τουαλϋτεσ για κεύνον, ερημιϊ για μϋνα. Για κεύνον οι αςημιϋσ Κϊντιλακ —ϊλλαξε τϋςςερισ μϋςα ς' αυτϊ τα χρϐνια- για μϋνα μια παμπϊλαιη Μπιοϑικ Ριβιϋρα. Σα δικϊ του μαλλιϊ ϋγιναν αςημϋνια, ενϔ τα δικϊ μου ϋγιναν παρελθϐν. Αλλϊ τον παρακολουθοϑςα. Και πρϐςεχα —α, ναι, πρϐςεχα πϊρα πολϑ. Ϋξερα τι όταν, τι μποροϑςε να κϊνει. Ϋξερα ϐτι μποροϑςε να με λιϔςει ςαν ςκουλόκι ϋτςι και καταλϊβαινε ό διαιςθανϐταν τι εύχα κατϊ νου γι' αυτϐν. Οπϐτε πρϐςεχα. Πριν απϐ τρύα χρϐνια, ςτη διϊρκεια των θερινϔν μου διακοπϔν, τον ακολοϑθηςα (κρατϔντασ απϐςταςη αςφαλεύασ)

(22)

21 ωσ το Λοσ Ωντζελεσ ϐπου πόγαινε ςυχνϊ. Ϊμεινε ςτο ωραύο του ςπύτι κι ϋκανε πϊρτι. Κρυμμϋνοσ ςτη ςκιϊ, ςτο τϋρμα του τετραγϔνου, παρακολουθοϑςα τα πόγαιν' ϋλα και γινϐμουν ϋνα με τον τούχο κϊθε φορϊ που περνοϑςε κϊποιο περιπολικϐ. Ϊμεινα ς' ϋνα φτηνϐ ξενοδοχεύο, ϐπου οι ϋνοικοι ϊκουγαν ραδιϐφωνο ςτη διαπαςϔν και η πινακύδα νϋον απϐ το απϋναντι ςτριπτιζϊδικο φϔτιζε το παρϊθυρο μου. Εκεύνεσ τισ νϑχτεσ αποκοιμιϐμουν και ονειρευϐμουν τα ανοιχτοκϊςτανα μϊτια τησ Ελύζαμπεθ, ονειρευϐμουν πωσ τύποτε απ' ϐλα αυτϊ δεν εύχε ςυμβεύ και ςυχνϊ ξυπνοϑςα με δϊκρυα να ςτεγνϔνουν ςτο πρϐςωπο μου. Κϐντεψα να χϊςω κϊθε ελπύδα. Ϋταν καλϊ προςτατευμϋνοσ, βλϋπετε· πολϑ καλϊ προςτατευμϋνοσ. Δεν πόγαινε πουθενϊ χωρύσ τουσ δυο οπλιςμϋνουσ γορύλεσ του και η Κϊντιλακ όταν θωρακιςμϋνη. Σα φαρδιϊ, ςυμπαγό λϊςτιχα τησ όταν απ' αυτϊ που δε ςκϊνε ϐταν τρυπόςουν, αυτϊ που προτιμοϑν οι δικτϊτορεσ κϊποιων ταραγμϋνων κρατιδύων. Και τϐτε, πϊνω που κϐντευα ν' απελπιςτϔ, κατϊλαβα πϔσ μποροϑςε να γύνει —αλλϊ το κατϊλαβα αφοϑ πόρα πρϔτα μια γερό τρομϊρα. Σον ακολουθοϑςα πύςω ςτο Λασ Βϋγκασ, πϊντα απϐ απϐςταςη τουλϊχιςτον ενϐσ χιλιομϋτρου ό και περιςςϐτερο, ανϊλογα με το δρϐμο. Καθϔσ διαςχύζαμε την ϋρημο τραβϔντασ ανατολικϊ, η Κϊντιλακ δεν όταν παρϊ μια λϊμψη ςτον ορύζοντα κι εγϔ ςκεφτϐμουν την Ελύζαμπεθ και πϔσ γυϊλιζαν τα μαλλιϊ τησ ςτον όλιο. Εκεύνη τη φορϊ ειδικϊ εύχα μεύνει πολϑ πύςω. Ϋταν μεςοβδϐμαδο και η κυκλοφορύα ςτην Εθνικό 71 όταν λιγοςτό. ήταν η κυκλοφορύα εύναι πολϑ αραιό, η παρακολοϑθηςη γύνεται ριψοκύνδυνη —αυτϐ το ξϋρουν ακϐμα και οι δϊςκαλοι του δημοτικοϑ. Προςπϋραςα μια πορτοκαλιϊ πινακύδα που ϋγραφε

(23)

22 ΠΑΡΑΚΑΜΧΗ 8 ΦΛΜ. κι ϋκοψα αμϋςωσ ταχϑτητα. Οι παρακϊμψεισ ςτην ϋρημο ςυχνϊ επιβραδϑνουν την κυκλοφορύα και δεν όθελα με τύποτα να βρεθϔ ξαφνικϊ πύςω απϐ την αςημιϊ Κϊντιλακ, καθϔσ ο ςοφϋρ θα την οδηγοϑςε αργϊ και με προςοχό ςε κϊποιο χωματϐδρομο . ΠΑΡΑΚΑΜΧΗ 5 ΦΛΜ. ϋγραφε η επϐμενη πινακύδα και απϐ κϊτω: ΠΡΟ΢ΟΦΗ. ΢ΣΗΝ ΠΕΡΙΟΦΗ ΓΙΝΟΝΣΑΙ ΑΝΑΣΙΝΑΞΕΙ΢. ΔΙΑΚΟΧΣΕ ΚΑΘΕ Α΢ΤΡΜΑΣΗ ΕΠΙΚΟΙΝΨΝΙΑ. Θυμόθηκα μια ταινύα που εύχα δει ςτο ςινεμϊ πριν απϐ χρϐνια. Μια ςυμμορύα ϋνοπλων κακοποιϔν εύχε παραςϑρει ςτην ϋρημο ϋνα θωρακιςμϋνο αυτοκύνητο τοποθετϔντασ ψεϑτικεσ πινακύδεσ. Μϐλισ ο οδηγϐσ τςύμπηςε το δϐλωμα και μπόκε ς' ϋναν ϋρημο χωματϐδρομο (υπϊρχουν χιλιϊδεσ τϋτοιοι ςτην ϋρημο, δρϐμοι για τα κοπϊδια, δρϐμοι αγροτικού και παλιού δημϐςιοι δρϐμοι που δε βγϊζουν πουθενϊ), οι κλϋφτεσ ϋβγαλαν τισ πινακύδεσ εξαςφαλύζοντασ ϋτςι τον αποκλειςμϐ του αυτοκινότου και ϑςτερα απλϔσ το πολιϐρκηςαν μϋχρι που βγόκαν ϋξω οι φρουρού. ΢κϐτωςαν τουσ φρουροϑσ. Αυτϐ το θυμϐμουν. ΢κϐτωςαν τουσ φρουροϑσ. Ϊφταςα ςτην παρϊκαμψη κι ϋςτριψα. Ο δρϐμοσ όταν ϊςχημοσ ϐπωσ το περύμενα —ςκληρϐ χϔμα, μϐνο δυο λωρύδεσ κυκλοφορύασ κι απανωτϋσ λακκοϑβεσ που ϋκαναν τη γϋρικη Μπιοϑικ μου να βογκϊει και να τρϋμει. Σο αμϊξι μου εύχε ανϊγκη απϐ καινοϑριεσ αναρτόςεισ, αλλϊ αυτϐ εύναι απϐ τα ϋξοδα που ϋνασ μιςθοςυντόρητοσ δϊςκαλοσ αναγκϊζεται ςυχνϊ να αναβϊλει, ϋςτω κι αν εύναι χόροσ, χωρύσ παιδιϊ και χωρύσ δαπανηρϊ χϐμπι, εκτϐσ απϐ το ϐνειρο του για εκδύκηςη. Ενϔ η Μπιοϑικ ςκαμπανϋβαζε κι αγκομαχοϑςε ςτο δρϐμο, μου όρθε μια ιδϋα. Αντύ ν' ακολουθόςω την Κϊντιλακ του Ντϐλαν την επϐμενη φορϊ που θα ϋφευγε απϐ το Βϋγκασ για το Λοσ Ωντζελεσ ό απϐ το Λοσ Ωντζελεσ για το Βϋγκασ, θα πόγαινα

(24)

23 μπροςτϊ, θα ϋςτηνα μια ψεϑτικη παρϊκαμψη, ςαν κι αυτό ςτην ταινύα, και θα τον παρϋςυρα ςτουσ ςιωπηλοϑσ ερημϐτοπουσ που ςυνορεϑουν με τα βουνϊ, ςτα δυτικϊ του Λασ Βϋγκασ. Μετϊ, θα ϋβγαζα τισ ψευτοπινακύδεσ, ϐπωσ εύχαν κϊνει οι κακοποιού ςτην ταινύα... Ξαφνικϊ, προςγειϔθηκα απϐτομα ςτην πραγματικϐτητα. Η Κϊντιλακ του Ντϐλαν βριςκϐταν μπροςτϊ μου, ακριβϔσ μπροςτϊ μου, ςταματημϋνη ςτην ϊκρη του χωματϐδρομου. Ϊνα απϐ τα λϊςτιχα τησ, ςυμπαγϋσ ξεςυμπαγϋσ, όταν πλϊκα. ήχι, ϐχι απλϔσ πλϊκα. Εύχε κλατϊρει και πεταχτεύ το μιςϐ ϋξω απϐ τη ζϊντα. Ο φταύχτησ όταν προφανϔσ ϋνα ςουβλερϐ κομμϊτι βρϊχου που ξεφϑτρωνε απϐ το ςκληρϐ χϔμα ςαν παγύδα για ϊρματα μϊχησ. Ο ϋνασ απϐ τουσ δυο ςωματοφϑλακεσ ςόκωνε το μπροςτινϐ τμόμα του αμαξιοϑ με το γρϑλο. Και ο δεϑτεροσ, ϋνα κτόνοσ με μαλλιϊ κουρεμϋνα ςαν βοϑρτςα και μια γουρουνϐφατςα που γυϊλιζε απϐ τον ιδρϔτα, ςτεκϐταν προςτατευτικϊ δύπλα ςτον Ντϐλαν. Ακϐμη και ςτην ϋρημο, βλϋπετε, δεν το διακινδϑνευαν. Ο Ντϐλαν ςτεκϐταν λύγο παρϊμερα, λεπτϐσ, κομψϐσ, με πουκϊμιςο ανοιχτϐ ςτο λαιμϐ και μαϑρο παντελϐνι με πιϋτεσ, με τα αςημιϊ μαλλιϊ του ν' ανεμύζουν απϐ το ζεςτϐ αερϊκι τησ ερόμου. Κϊπνιζε και παρακολουθοϑςε αμϋριμνοσ τουσ ϊντρεσ του ςαν να βριςκϐταν κϊπου αλλοϑ, ςε ρεςτορϊν, ύςωσ, ό ςε αύθουςα χοροϑ ό ςε κϊποιο ςαλϐνι. Σο βλϋμμα του ςυνϊντηςε το δικϐ μου μϋςα απϐ το παρμπρύζ του αυτοκινότου μου κι ϋπειτα με προςπϋραςε χωρύσ το παραμικρϐ ςημϊδι αναγνϔριςησ, παρ' ϐτι με εύχε δει μια φορϊ, πριν απϐ εφτϊ χρϐνια (ϐταν εύχα ακϐμη μαλλιϊ!) ςε μια απϐ τισ προκαταρκτικϋσ ακροϊςεισ του δικαςτηρύου, ϐπου καθϐμουν δύπλα ςτη γυναύκα μου. Σον τρϐμο μου που εύχα πϋςει κυριολεκτικϊ πϊνω του αντικατϋςτηςε παρϊφορη οργό.

(25)

24 Μου όρθε να ςκϑψω ςτο πλϊι, να κατεβϊςω το τζϊμι του ςυνοδηγοϑ και να ουρλιϊξω: Πϔσ τολμϊσ να μ' ϋχεισ ξεχϊςει; Πϔσ τολμϊσ να μη μου ρύχνεισ δεϑτερη ματιϊ. Α, κϊτι τϋτοιο θα όταν πρϊξη παραφροςϑνησ. Ϋταν καλϐ που με εύχε ξεχϊςει, όταν ϐ,τι ϋπρεπε που δε μου ϋριξε δεϑτερη ματιϊ. Καλϑτερα να 'ςαι ποντικϐσ πύςω απϐ τον τούχο, που μαςουλϊει τα καλϔδια του ηλεκτρικοϑ. Καλϑτερα αρϊχνη, ψηλϊ, κϊτω απϐ τη μαρκύζα, να πλϋκεισ τον ιςτϐ ςου. Ο μπρϊβοσ που δοϑλευε το γρϑλο μου ϋκανε νϐημα να ςταματόςω, αλλϊ ο Ντϐλαν δεν όταν ο μϐνοσ ικανϐσ ν' αγνοεύ ανθρϔπουσ. Κούταξα με αδιαφορύα πϋρα απϐ το ςηκωμϋνο χϋρι του ςωματοφϑλακα κι ευχόθηκα να πϊθει εγκεφαλικϐ ό καρδιακό προςβολό ό, το καλϑτερο, και τα δυο μαζύ ταυτϐχρονα. Σουσ προςπϋραςα κι ϋφυγα, αλλϊ το αύμα ςφυροκοποϑςε ςτα μηνύγγια μου, μου ϋφερνε ζϊλη και για μερικϋσ ςτιγμϋσ εύχα την εντϑπωςη πωσ τα βουνϊ ςτον ορύζοντα ϋτρεμαν και κυμϊτιζαν. Αχ, ασ εύχα ϋνα ϐπλο, ςκϋφτηκα. Ασ εύχα ϋνα ϐπλο! θα μποροϑςα να τον ςκοτϔςω, τον ϊθλιο, εδϔ και τϔρα. Μϐνο να εύχα ϋνα ϐπλο. Αρκετϊ χιλιϐμετρα παρακϊτω, η λογικό μ' επανϋφερε ςτην τϊξη. Αν εύχα μαζύ μου ϐπλο, το μϐνο που θα κατϊφερνα θα όταν να ςκοτωθϔ εγϔ. Αν εύχα ϐπλο, θα ςταματοϑςα ϐταν μου ϋκανε νϐημα ο μπρϊβοσ, θα ϋβγαινα απϐ το αυτοκύνητο μου και θα ϊρχιζα να πυροβολϔ ςτα τυφλϊ εναντύον τουσ. άςωσ κατϊφερνα να τραυματύςω κϊποιον. Ϊπειτα θα με ςκϐτωναν, θα με ςκϋπαζαν πρϐχειρα με χϔμα ςτην ϋρημο και ο Ντϐλαν θα ςυνϋχιζε να ςυνοδεϑει ϐμορφα θηλυκϊ και να πηγαινοϋρχεται απϐ το Λασ Βϋγκασ ςτο Λοσ Ωντζελεσ με την αςημιϊ του Κϊντιλακ, ενϔ τ' αρπακτικϊ τησ ερόμου θα ξϋθαβαν το κουφϊρι μου και θα ϋδιναν μϊχη πϊνω απϐ τα κϐκαλα μου, κϊτω απϐ το ψυχρϐ φεγγϊρι. Και εκδύκηςη για την Ελύζαμπεθ δε θα ϋπαιρνε πια κανϋνασ.

(26)

25 Οι ϊντρεσ που ςυνϐδευαν τον Ντϐλαν ςτο ταξύδι όταν εκπαιδευμϋνοι να ςκοτϔνουν. Εγϔ εύχα εκπαιδευτεύ μϐνο για να διδϊςκω παιδιϊ τησ τρύτησ δημοτικοϑ. Εδϔ δεν εύναι ταινύα, υπενθϑμιςα ςτον εαυτϐ μου, καθϔσ ξανϊμπαινα ςτον αυτοκινητϐδρομο, αφόνοντασ πύςω μου μια μεγϊλη πορτοκαλιϊ πινακύδα με την επιγραφό: ΣΕΛΟ΢ ΣΨΝ ΕΡΓΨΝ. Η ΠΟΛΙΣΕΙΑ ΣΗ΢ ΝΕΒΑΔΑ΢ ΢Α΢ ΕΤΦΑΡΙ΢ΣΕΙ ΓΙΑ ΣΗΝ ΚΑΣΑΝΟΗ΢Η. Κι αν ϋκανα ποτϋ το λϊθοσ να μπερδϋψω την πραγματικϐτητα με το ςινεμϊ, να ςκεφτϔ ϐτι θα μποροϑςε ποτϋ ϋνασ φαλακρϐσ, μϑωπασ δαςκαλϊκοσ τησ τρύτησ δημοτικοϑ να παραςτόςει τον επιθεωρητό Κϊλαχαν οπουδόποτε αλλοϑ εκτϐσ απϐ τα ϐνειρα του, δεν υπόρχε περύπτωςη να πϊρω εκδύκηςη ποτϋ. ήμωσ, μποροϑςα να πϊρω εκδύκηςη ποτϋ; Ϋταν δυνατϐν; Η ιδϋα μου να φτιϊξω μια ψεϑτικη παρϊκαμψη όταν τϐςο ρομαντικό και ουτοπικό, ϐςο και η ιδϋα να πεταχτϔ απϐ την παλιϊ μου Μπιοϑικ και να τουσ γαζϔςω και τουσ τρεισ με ςφαύρεσ, εγϔ, που εύχα να πυροβολόςω με ϐπλο απϐ τα δεκϊξι μου και που δεν εύχα πιϊςει ποτϋ ςτα χϋρια μου περύςτροφο. Κατ' αρχϊσ θα όταν αδϑνατον να πετϑχω κϊτι τϋτοιο ενεργϔντασ μϐνοσ μου, χωρύσ υποςτόριξη. Ακϐμη και ςτην ταινύα, αυτϐ όταν προφανϋσ απϐ την αρχό. Τπόρχαν καμιϊ δεκαριϊ ϊντρεσ χωριςμϋνοι ςε δυο ομϊδεσ, που επικοινωνοϑςαν μεταξϑ τουσ με γουϐκι τϐκι. Τπόρχε επύςησ ϋνασ τρύτοσ ϊντρασ που περιπολοϑςε την περιοχό μ' ϋνα μικρϐ αεροπλϊνο, ϔςτε να εύναι ςύγουροι οι ϊλλοι ϐτι το θωρακιςμϋνο αυτοκύνητο όταν ςχετικϊ απομονωμϋνο ϐταν πληςύαςε το κατϊλληλο ςημεύο ςτον αυτοκινητϐδρομο. Η ςυγκεκριμϋνη πλοκό μϊλλον όταν ϋργο κϊποιου κοιλαρϊ ςεναριογρϊφου, που όταν αραχτϐσ δύπλα ςτην πιςύνα του, με μια πύνα κολϊδα ςτο ϋνα χϋρι και μια ανθολογύα του Εντγκαρ Ουϊλασ και κϊμποςα ςτυλϐ ςτο ϊλλο.

(27)

26 Δε θα ϋπιανε. Ϋταν κι αυτό μια ανεφϊρμοςτη, φαεινό ιδϋα, ςαν ϐλεσ τισ προηγοϑμενεσ που εύχα ϐλα αυτϊ τα χρϐνια, ϐπωσ το να διοχετεϑςω δηλητηριϔδεσ αϋριο ςτο ςϑςτημα κλιματιςμοϑ του ςπιτιοϑ του Ντϐλαν ό να βϊλω βϐμβα ςτη βύλα του ςτο Λοσ Ωντζελεσ ό να βρω ϋνα πραγματικϊ φονικϐ ϐπλο -ϋνα μπαζοϑκασ, για παρϊδειγμα- και να κϊνω κϊρβουνο την καταραμϋνη την αςημιϊ Κϊντιλακ πϊνω ςτην Εθνικό 71, ϐπωσ θα ϋτρεχε ό ανατολικϊ προσ το Βϋγκασ ό δυτικϊ προσ το Λοσ Ωντζελεσ. Ϋταν προτιμϐτερο να το ξεχϊςω. Αλλϊ δεν ϋλεγε να φϑγει απϐ το μυαλϐ μου. Απομϐνωςε τον, ςυνϋχιςε να ψιθυρύζει μϋςα ςτο κεφϊλι μου η φωνό που μιλοϑςε για λογαριαςμϐ τησ Ελύζαμπεθ. Απομϐνωςϋ τον ϋτςι ϐπωσ αποκϐβει το ϋμπειρο τςοπανϐςκυλο απϐ το κοπϊδι την προβατύνα που θα του δεύξει το αφεντικϐ του. ΢τεύλ' τον ςτην ερημιϊ με μια ψεϑτικη παρϊκαμψη και ςκϐτωςε τον. ΢κϐτωςε τουσ ϐλουσ. Δεν υπόρχε περύπτωςη να πιϊςει. Για να εύμαι ειλικρινόσ, οφεύλω να ομολογόςω ϐτι ϋνασ ϊντρασ ςαν τον Ντϐλαν για να μϋνει ζωντανϐσ τϐςα χρϐνια θα πρϋπει να εύχε ϋνα εξαιρετικϊ αναπτυγμϋνο αύςθημα επιβύωςησ —αναπτυγμϋνο ςε βαθμϐ παρϊνοιασ, ύςωσ. Αυτϐσ και οι ϊντρεσ του θα μυρύζονταν αμϋςωσ το κϐλπο τησ παρϊκαμψησ. ΢όμερα ϋςτριψαν χωρύσ δεϑτερη ςκϋψη, μου υπενθϑμιςε η φωνό που μιλοϑςε για λογαριαςμϐ τησ Ελύζαμπεθ. Δε δύςταςαν ςτιγμό. Προχϔρηςαν ςαν πρϐβατα επύ ςφαγό. Εγϔ ϐμωσ όξερα —ναι, το όξερα!— πωσ ϊντρεσ ςαν τον Ντϐλαν, ϊντρεσ που εύναι περιςςϐτερο λϑκοι παρϊ ϊνθρωποι, αναπτϑςςουν ϋνα εύδοσ ϋκτησ αύςθηςησ ϐςον αφορϊ τον κύνδυνο, θα μποροϑςα να κλϋψω αληθινϋσ πινακύδεσ απϐ κϊποιο εργοτϊξιο και να τισ ςτόςω ςτα κατϊλληλα ςημεύα· θα μποροϑςα να προςθϋςω πορτοκαλιοϑσ κϔνουσ και μερικϋσ απϐ κεύνεσ τισ ειδικϋσ καπνογϐνεσ ςυςκευϋσ, θα μποροϑςα να τα κϊνω ϐλα αυτϊ και πϊλι ο Ντϐλαν να μυριςτεύ τον ιδρϔτα του

(28)

27 φϐβου μου ςτο ςκηνικϐ που θα εύχα ςτόςει, θα τον μυριζϐταν πύςω απϐ τα αλεξύςφαιρα τζϊμια τησ Κϊντιλακ. θα ϋκλεινε τα μϊτια και θα ϊκουγε το ϐνομα τησ Ελύζαμπεθ απϐ το βϊθοσ τησ φιδοφωλιϊσ που εύχε πϊρει τη θϋςη του μυαλοϑ του. Η φωνό που μιλοϑςε για λογαριαςμϐ τησ Ελύζαμπεθ εύχε ςωπϊςει και ςκϋφτηκα ϐτι εύχε εγκαταλεύψει την προςπϊθεια να με κεντρύςει. Και τϐτε, ενϔ το Βϋγκασ εύχε αρχύςει όδη να φαύνεται ςτον ορύζοντα —μια γαλαζωπό, ομιχλϔδησ ϋκταςη που τρεμϐφεγγε ςτο βϊθοσ τησ ερόμου— η φωνό μου μύληςε ξανϊ. Αφοϑ εύναι ϋτςι, μην προςπαθόςεισ να τον ξεγελϊςεισ με ψεϑτικη παρϊκαμψη. Υτιϊξε μια κανονικό. Ϊκοψα απϐτομα το τιμϐνι και βγόκα ςτην ϊκρη του δρϐμου, πατϔντασ το φρϋνο και με τα δυο πϐδια. ίςτερα απϋμεινα ν' αντικρύζω τα ύδια μου τα μϊτια, διϊπλατα ανοιχτϊ και κατϊπληκτα, να με κοιτϊζουν απϐ τον εςωτερικϐ καθρϋφτη του αυτοκινότου. Μϋςα μου, η φωνό που μιλοϑςε για λογαριαςμϐ τησ Ελύζαμπεθ ϊρχιςε να γελϊει. Ϋταν ϋνα τρελϐ, ϊγριο γϋλιο, αλλϊ μετϊ απϐ λύγο ϊρχιςα κι εγϔ να γελϊω μαζύ τησ. Οι ϊλλοι δϊςκαλοι γϋλαςαν μαζύ μου ϐταν γρϊφτηκα ςτο Γυμναςτόριο τησ Ϊνατησ Οδοϑ. Ϊνασ ςυνϊδελφοσ με ρϔτηςε αν με πεύραξε κανεύσ ςτην παραλύα. Γϋλαςα κι εγϔ μαζύ τουσ. Οι ϊνθρωποι δεν υποψιϊζονται ποτϋ κϊποιον ςαν κι εμϋνα, αρκεύ να γελϊει μαζύ τουσ ϐταν τον πειρϊζουν. Εξϊλλου, γιατύ να μη γελϊςω; Η γυναύκα μου όταν νεκρό εδϔ κι εφτϊ χρϐνια. Δεν εύχε απομεύνει απ' αυτό παρϊ μϐνο ςκϐνη, λύγα μαλλιϊ και κϐκαλα ςτο φϋρετρο τησ! Γιατύ, λοιπϐν, να μη γελϊω; Μϐνο ϐταν παϑει να γελϊει κϊποιοσ ςαν κι εμϋνα αρχύζουν οι ϊλλοι ν' αναρωτιοϑνται μόπωσ κϊτι δεν πϊει καλϊ. Γελοϑςα, λοιπϐν, μαζύ τουσ κι ασ πονοϑςα ς' ϐλο μου το κορμύ το φθινϐπωρο και το χειμϔνα που ακολοϑθηςε. Γελοϑςα παρ' ϐλο που όμουν μονύμωσ πειναςμϋνοσ. Σϋρμα οι διπλϋσ

(29)

28 μερύδεσ, τϋρμα τα τςιμπολογόματα μεταξϑ γευμϊτων, τϋρμα η μπιρύτςα, τϋρμα τα τζιν με τϐνικ πριν απϐ το βραδινϐ. Μϐνο ϊφθονο κϐκκινο κρϋασ και λαχανικϊ, λαχανικϊ, λαχανικϊ. Φϊριςα ςτον εαυτϐ μου ϋνα ϐργανο γυμναςτικόσ για τα Φριςτοϑγεννα. ήχι, δεν τα λϋω καλϊ. Η Ελύζαμπεθ μου χϊριςε ϋνα ϐργανο γυμναςτικόσ. Ϊβλεπα πολϑ πιο αραιϊ τον Ντϐλαν. Ϋμουν πολϑ απαςχολημϋνοσ με την καθημερινό ϊςκηςη: πϔσ να ρύξω το ςτομαχϊκι μου, πϔσ να χτύςω κοιλιακοϑσ, τετρακϋφαλουσ και ραχιαύουσ. ήμωσ υπόρχαν μϋρεσ που νϐμιζα ϐτι δεν ϊντεχα ϊλλο, ϐτι όταν πρακτικϊ αδϑνατο να αποκτόςω ποτϋ αυτϐ που λϋμε «δεμϋνο κορμύ», ϐτι δεν μποροϑςα πια να ζω χωρύσ κρϋμα ςτον καφϋ μου, χωρύσ γλυκϊ, χωρύσ δεϑτερη μερύδα φαγητϐ. ήποτε μ' ϋπιανε τϋτοια απελπιςύα, πϊρκαρα τ' αμϊξι μου απϋναντι απϐ το αγαπημϋνο εςτιατϐριο του Ντϐλαν ό πόγαινα ςε κϊποιο απϐ τα κλαμπ που προτιμοϑςε και περύμενα να τον δω να βγαύνει απϐ την αςημιϊ του Κϊντιλακ με μια καινοϑρια, αγϋρωχη, παγερό ξανθιϊ ό μια εϑθυμη κοκκινομϊλλα ςτο μπρϊτςο του -ό απϐ μια ςτο κϊθε μπρϊτςο. ΢' αυτϊ τα μϋρη ϋβριςκα πϊντα τον ϊνθρωπο που εύχε ςκοτϔςει την Ελύζαμπεθ, υπϋροχο με τα πουκϊμιςα του Μπιζϊν και το χρυςϐ Ρϐλεξ που ςτραφτϊλιζε κϊτω απϐ τα φϔτα. ήποτε ϋνιωθα κατϊκοποσ κι απελπιςμϋνοσ πόγαινα ςτον Ντϐλαν ϐπωσ ο διψαςμϋνοσ ςτην ϋρημο καταφεϑγει ςτην ϐαςη. Ϊπινα το φαρμακερϐ νερϐ του κι ανακτοϑςα δυνϊμεισ. Απϐ το Υεβρουϊριο ϊρχιςα να τρϋχω καθημερινϊ. Οι ςυνϊδελφοι ςτο ςχολεύο γελοϑςαν με τη φαλϊκρα μου που κοκκύνιςε απϐ τον όλιο, ξεφλοϑδιςε και ϑςτερα κοκκύνιςε και ξεφλοϑδιςε πϊλι κι ασ την πϊςτωνα κυριολεκτικϊ με αντηλιακϐ. Εγϔ, φυςικϊ, αντιμετϔπιςα τα πειρϊγματα γελϔντασ μαζύ τουσ, ςαν να μην ϋφταςα δυο φορϋσ ςτα ϐρια τησ λιποθυμύασ, ςαν να

Figure

Updating...

References

Updating...

Related subjects :