• No results found

DIODOROS SIKELIOTHS 1

N/A
N/A
Protected

Academic year: 2021

Share "DIODOROS SIKELIOTHS 1"

Copied!
154
0
0

Loading.... (view fulltext now)

Full text

(1)
(2)

ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ

ΤΟΜΟΣ Α´

(3)

ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ Τίτλος: Διοδώρου Σικελιώτου Ἱστορική βιβλιοθήκη – Τόμος Α´ (Βιβλίον Α´) Σελιδοποίησις: Ἀλέξιος Δ. Μάστορης Ἐξώφυλλο: Δημήτριος Μπιλιλῆς Ἐκδόσεις: ΓΕΩΡΓΙΑΔΗ - «ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ» Ὑπεύθυνος Ἐκδόσεως: Λεωνίδας Ἀθ. Γεωργιάδης Copyright©ἐκδόσεις Λ. Γεωργιάδης 2011 ΙSΒΝ: 978-960-316-502-6 SET: 960-316-138-1 Κεντρική διάθεσις: Τηλ. 210 38 15 000 Βιβλιοπωλεῖα: Σόλωνος 114, Ἀθῆναι Τ.Κ. 106 81, τηλ. 210 38 47 347 Κηφισίας 263, Κηφισιά Τ.Κ. 145 62, Τηλ. 210 80 15 113 www.georgiadesbooks.com - e-mail: [email protected]

ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ

ΤΟΜΟΣ Α´

(ΒΙΒΛΙΟΝ Α´)

ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ Ἀπόστολος Παπανδρέου ΓΛΩΣΣΙΚΗ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ – ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ Κωνσταντῖνος Ποταμιᾶνος Ἀπαγορεύεται ἡ ἀναδημοσίευσις ὁλόκληρης ἢ μέρους τῆς παρούσης μελέτης, μὲ ὁποιοδήποτε μέ-σο, χωρὶς τὴν γραπτὴ ἄδεια τοῦ ἐκδότου. Ἐπιτρέπεται ἡ ἀναφορὰ στὸ παρὸν βιβλίο ἢ στὸ περιεχόμενό του μόνον σὲ περίπτωσι ποὺ παρου-σιάζονται ρητῶς τὰ στοιχεῖα αὐτοῦ.

(4)

Ὁ Διόδωρος ὁ Σικελιώτης εἶναι τέκνο τῆς Ἑλληνορρωμαϊκῆς ἀρχαιότητος, πού διαμορφώθηκε μέ τήν κατάκτησι τῆς Ἑλλάδος καί τῆς Ἑλληνικῆς καί ἐξελληνισμένης Ἀνατολῆς ἀπό τούς Ρω-μαίους. Ἡ οἰκουμενική πραγματικότης, πού δημιουργοῦσε τό Ρωμαϊκό κράτος, προκαλοῦσε βαθειές ἀλλαγές στίς συνειδή-σεις τῶν ἀνθρώπων, στήν ψυχολογία τους, στόν τρόπο σκέψεως, στίς ἰδέες τους γιά τόν κόσμο καί τήν κοινωνία, πού εὕρισκαν τήν ἀντανάκλασί τους στά ἰδεολογικά καί φιλοσοφικά ρεύματα τῆς ἐποχῆς. Ὁ Ἑλληνικός πολιτισμός, πού εἶχε ἁπλωθῆ μέ τίς κατα-κτήσεις τοῦ Μ. Ἀλεξάνδρου στίς χῶρες τῆς Ἀνατολῆς, διαποτί-ζει τώρα τήν πνευματική ζωή τῆς Ρώμης. Ὁ Ἑλληνικὸς Πολιτι-σμός κατακτᾶ τά ἰσχυρότερα πνεύματα τῆς Ρώμης, σάν τόν Κικέρωνα, τόν Λουκρήτιο, τόν Σκιπίωνα κ.ἄ. Ἀλλὰ τό κύριο γνώρισμα τῶν τελευταίων πρό Χριστοῦ αἰώνων εἶναι ἡ δια-σταύρωσις καί ἀλληλοδιείσδυσις τῶν πολιτιστικῶν στοιχείων τοῦ ἀρχαίου κόσμου, τῶν Ἀσιατικῶν, Ἑλληνικῶν καί Ρωμαϊκῶν σέ ὅλους τούς τομεῖς τῆς κοινωνικῆς καί πνευματικῆς ζωῆς. Ἡ ἐπιστήμη, ἡ φιλοσοφική σκέψις, ἡ θρησκεία, ἡ τέχνη, διαφορο-ποιοῦνται μέσα στήν νέα ἱστορική πραγματικότητα, ἐκφράζουν καί ὑπηρετοῦν τίς ἀνάγκες της. Καί δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι οἱ πε-ρισσότεροι φιλόσοφοι, ρήτορες, πεζογράφοι καί ποιητές τῆς ἐποχῆς αὐτῆς προέρχονται ἀπό τήν Μ. Ἀσία, τήν Αἴγυπτο, τήν Συρία, ἀκόμα κι’ ἀπό τόν Εὔξεινο Πόντο. Οἱ συγγραφεῖς τώρα στρέφονται πρός τά «ἐπιστημονικά» θέ-ματα, θά ἐλέγαμε, μέ τά μέτρα τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Ἡ ἱστορία, ἡ γεωγραφία, ἡ φιλοσοφία, ἡ ρητορική, εἶναι οἱ τομεῖς τῆς γνώ-σεως πού συγκεντρώνουν τό μεγαλύτερο ἐνδιαφέρον. Ἀξιόλο-γοι συγγραφεῖς σάν τόν Πολύβιο, τόν Στράβωνα, τόν Διονύσιο,

(5)

καί στοιχείων, πού μᾶς προσφέρει ὁ ἴδιος στήν ἱστορία του. Ἀναφέρει λ.χ. ὅτι εἶδε μέ τά μάτια του τούς Αἰγυπτίους νά λυν-τσάρουν ἕνα Ρωμαῖο, μέλος κάποιας διπλωματικῆς ἀποστολῆς, διότι ἐφόνευσε ἕνα αἴλουρο, πού ἦταν ἱερό ζῶο τῶν Αἰγυπτίων. Καί παρατηρεῖ ὅτι αὐτό ἔγινε «καθ’ ὃν χρόνον Πτολεμαῖος μὲν ὁ βασιλεὺς ὑπὸ Ρωμαίων οὔπω προσηγόρευτο φίλος, οἱ δ’ ὄχλοι πᾶσαν εἰσεφέροντο σπουδὴν ἐκθεραπεύοντες τοὺς παρεπιδη-μοῦντας τῶν ἀπὸ τῆς Ἰταλίας καὶ σπεύδοντας μηδεμίαν ἀφορμὴν ἐγκλήματος ἢ πολέμου δοῦναι διὰ τὸν φόβον» (Ι, 83). Πρόκειται γιά τόν Πτολεμαῖο τόν Α´ τόν Αὐλητή, πού ἀνέβηκε στόν θρόνο τό 80 π.Χ. καί μόλις κατά τό 59 π.Χ. ἐπέτυχε ν’ ἀνα-γνωρισθῆ ἀπό τήν Ρωμαϊκή Σύγκλητο μέ τίς ἐνέργειες τοῦ Καί-σαρος καί τοῦ Πομπηΐου. Ὁ Διόδωρος λοιπόν εὑρίσκεται στήν Αἴγυπτο, γιά νά συγκεντρώση ἐπί τόπου ὑλικό γιά τήν ἱστορία του, μετά τό 59 π.Χ. καί δέν γνωρίζουμε ἐπί πόσον καιρόν ἔμεινε ἐκεῖ. Καί πρέπει νά ἄρχισε τήν συγγραφή τοῦ ἔργου του πρίν ἀπό τό 56 π.Χ., ὅταν ἀναφέρη ὅτι οἱ τελευταῖοι ξένοι βασιλεῖς τῆς Αἰγύπτου ἦσαν οἱ Μακεδόνες, τῶν ὁποίων ἡ δυναστεία ἐκράτησε, λέγει, ἐπί διακόσια ἑβδομήντα ἕξι ἔτη. Δεδομένου, ὅτι ἡ κατάκτησις τῆς Αἰγύπτου ἀπό τόν Ἀλέξανδρο τοποθετεῖται ἀπό τόν ἴδιο στά 331 π.Χ., συνάγεται ὅτι τό 56 π.Χ. (δηλ. 331 μεῖον 276) εἶχε ἤδη ἀρχίσει τήν συγγραφή τοῦ ἔργου του. Τώρα τό τελευταῖο σύγχρονό του γεγονός, πού ἀναφέρεται στό ἔργο του, εἶναι ἡ ἵδρυσις μιᾶς Ρωμαϊκῆς ἀποικίας στό Ταυ-ρομένιο. Ὁ ἀποικισμός αὐτός ἔγινε τό 36 π.Χ., ὅπως μαθαί-νουμε ἀπό τόν Ἀππιανό. Αὐτήν περίπου τήν ἐποχή πρέπει νά ἐτελείωσε τήν συγγραφή ἤ τήν θεώρησι τοῦ ἔργου του, ὅπως συ-νάγεται καί ἀπό δύο ἄλλες ἐνδείξεις. Ὁ ἴδιος μᾶς λέγει ὅτι γιά τήν συγγραφή τῆς ἱστορίας του χρειάσθηκε τριάντα ὁλόκληρα χρόνια, «τριάκοντα ἔτη περὶ αὐτὴν ἐπραγματεύθημεν» (Ι,4). Ἐντός αὐτῶν τῶν τριάκοντα ἐτῶν περιλαμβάνονται καί τά τα-ξείδια του γιά νά μελετήση ἐπί τόπου τίς χῶρες καί τούς λαούς, τόν Ἁλικαρνασσέα, τόν Ποσειδώνιο, δίδουν τόν τόνο τῆς πνευ-ματικῆς παραγωγῆς αὐτῆς τῆς ἐποχῆς. Νά εἶναι ἄραγε αὐτός ὁ προσανατολισμός ἄσχετος πρός τίς ἐπιτελικές ἀνάγκες τῆς γεν-νωμένης Αὐτοκρατορίας, πού ἐνεθάρρυνε καί χρηματοδοτοῦσε τήν συγγραφή τέτοιων ἔργων, ὅπως καί τήν ἱστορία τοῦ Διο-δώρου, καθώς μᾶς πληροφορεῖ ὁ ἴδιος στήν εἰσαγωγή του; Γράφει ἐπί λέξει ὁ Διόδωρος: «Ἀφορμῆ δὲ πρὸς τὴν ἐπιβολὴν ταύτην ἐχρησάμεθα μά-λιστα μὲν τῇ πρὸς τὴν πραγματείαν ἐπιθυμίᾳ... ἔπειτα καὶ τῇ ἐν Ρώμῃ χορηγίᾳ τῶν πρὸς τὴν ὑποκειμένην ὑπόθεσιν ἀνηκόντων» (Βιβλ. Ι., κεφ. 4). Μέσα λοιπόν σέ αὐτό τό ἱστορικό κλῖμα γεννήθηκε ἡ προ-σωπικότης καί τό ἔργο τοῦ Διοδώρου τοῦ Σικελιώτου. Οἱ πληροφορίες, πού ἔχουμε γιά τόν Διόδωρο, προέρχονται σχεδόν αποκλειστικά ἀπό τό ἴδιο τό ἔργο του. Ἡ ἀρχαιότης μᾶς παρέδωσε μία μνεία τοῦ Ἱερωνύμου, ὅτι ὁ Διόδωρος ἦταν «ἐπι-φανής» συγγραφεύς Ἑλληνικῆς ἱστορίας. Καί μία ἀπό τίς δύο ἐπιγραφές, πού εὑρέθησαν στήν γενέτειρά του, τό Ἀγύριο τῆς Σι-κελίας, ἐπιτάφια ἐπιγραφή πιθανώτατα, ἀναφέρει τό ὄνομα τοῦ «Διοδώρου, υἱοῦ τοῦ Ἀπολλωνίου». Τίποτε περισσότερο. Δέν ξέ-ρουμε τόν ἀκριβῆ χρόνο τῆς γεννήσεως καί τοῦ θανάτου του. Τοποθετεῖται γενικά μεταξύ τοῦ 80-20 π.Χ. Ὁ Διόδωρος στήν εἰσαγωγή τῆς ἱστορίας του μᾶς πληροφορεῖ ὅτι γεννήθηκε στό Ἀγύριο τῆς Σικελίας, μία ἀρχαιοτάτη κώμη στό ἐσωτερικό τῆς Σικελίας, πού τήν ἐπισκέφθηκε κι’ ὁ Ἡρακλῆς καί τιμήθηκε, ὅπως λέγει ὁ ἴδιος ὁ συγγραφεύς, «ἐπ’ ἴσης τοῖς Ὀλυμπίοις θεοῖς πανηγύρεσι καὶ θυσίαις λαμπραῖς» (IV, 24). Ὁ Διόδωρος πρέπει νά ἔγραψε τήν ἱστορία του μεταξύ τοῦ 60 καί 30 π.Χ. περίπου. Ἡ τοποθέτησις αὐτῶν τῶν χρονολο-γικῶν ὁρίων στηρίζεται στήν ἀνάλυσι ὡρισμένων πληροφοριῶν

(6)

πρῶτα πέντε (I-V) καί ή δεύτερη δεκάδα (Χ-ΧΧ). Τῶν ὑπολοί-πων εἴκοσι πέντε ὑπάρχουν μόνον ἀποσπάσματα, πού τά διέ-σωσαν ἄλλοι συγγραφεῖς, ὅπως ὁ Εὐσέβιος καί οἱ Βυζαντινοί ἐρανιστές. Ὅπως μᾶς πληροφορεῖ ὁ ἴδιος ὁ συγγραφεύς στό ἀναλυτικό σχέδιο τῆς ἐργασίας του πού προτάσσει στό ὅλο ἔργο του, τά ἕξι πρῶτα βιβλία του (I-VI) ἀναφέρονται στά σκο-τεινά χρόνια πρίν ἀπό τά Τρωικά, τά τρία στήν ζωή τῶν βαρ-βάρων καί τά ἄλλα τρία στήν μυθική ἐποχή τῶν Ἑλλήνων. Τά ἑπόμενα ἕνδεκα (VII-XVII) εἶναι μία παγκόσμια ἱστορία ἀπό τά Τρωικά ὥς τόν θάνατο τοῦ Ἀλεξάνδρου. Καί τά ὑπόλοιπα εἴκοσι τρία (XVIII-XL) συνεχίζουν τήν ἀφήγησι καί τήν φθάνουν ὥς τό ἔτος 59 π.Χ. Πιό συγκεκριμένα τό περιεχόμενο τῶν βιβλίων κατανέμεται ὡς ἑξῆς: Βιβλίο Ι. Γιά τούς μύθους, τούς βασιλεῖς καί τά ἔθιμα τῆς Αἰγύπτου. Βιβλίο ΙΙ. Ἱστορία τῶν Ἀσσυρίων, τῶν Ἰνδιῶν, τῆς Σκυθίας, τῆς Ἀραβίας καί τῶν νήσων τοῦ ὠκεανοῦ. Βιβλίο ΙΙΙ. Γιά τήν Αἰθιοπία, τίς Ἀμαζόνες τῆς Ἀφρικῆς, γιά τούς Ἀτλαντίους καί τήν καταγωγή τῶν πρώτων θεῶν. Βιβλίο IV. Γιά τούς θεούς τῶν Ἑλλήνων, γιά τούς Ἀργο-ναῦτες, γιά τόν Θησέα καί τούς Ἑπτά ἐπί Θήβας. Βιβλίο V. Νῆσοι καί λαοί τῆς Δύσεως, Ρόδος καί Κρήτη. Βιβλίο VI-X. Ἀποσπάσματα πού ἀναφέρονται στά γεγονότα ἀπό τόν Τρωικό πόλεμο ὥς τό 480 π.Χ. Τά βιβλία ἀπό ΧΙ-ΧΧ ἀναφέρονται στά γεγονότα ἀπό τό 480-302 π.Χ. Καί ἀναλυτικά: Βιβλίο ΧΙ, ἀπό τό 480-451. ΧΙΙ, ἀπό 450-416. ΧΙΙΙ, ἀπό 415-405. XIV, ἀπό 404-387. XV, ἀπό 386-361. XVI, ἀπό 360-336. XVII, ἀπό 335-324. XVIII, ἀπό 323-318. XIX, ἀπό 317-311. ΧΧ, ἀπό 310-302. Τέλος, τά ὑπόλοιπα ΧΧΙ-XL πε-πού ἐπρόκειτο νά ἱστορήση. Ἡ ἀρχή αὐτῆς τῆς περιόδου πρέπει νά τοποθετηθῆ γύρω στό 59 π.Χ., ὅταν εὑρίσκεται στήν Αἴγυπτο ἤ λίγο νωρίτερα, ἄν ὑπολογίσωμε καί τόν χρόνο τῆς συγκεν-τρώσεως καί προετοιμασίας τοῦ ὑλικοῦ του. Καί πρέπει νά τήν ἐτελείωσε πρίν ἀπό τό 30 π.Χ., ἀφοῦ ὁ Διόδωρος, ἕνας θαυμα-στής τῆς Ρωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας, δέν θά ἔλεγε ὅτι οἱ τελευ-ταῖοι ξένοι δυνάστες τῆς Αἰγύπτου ἦσαν οἱ Μακεδόνες, ἄν ἔγραφε τήν ἱστορία του μετά τήν ἐνσωμάτωσι τῆς Αἰγύπτου στό Ρωμαϊκό κράτος, πού ἔγινε τό 30 π.Χ. Οἱ σκέψεις αὐτές συμπί-πτουν μέ τήν μνεία τοῦ Σούδα ὅτι ὁ Διόδωρος «γέγονε ἐπὶ τῶν χρόνων Αὐγούστου Καίσαρος καὶ ἐπάνω». Ὁ Διόδωρος ὁ Σικελιώτης ἀνέλαβε νά συντάξη μία παγκόσμια ἱστορία («κοιναὶ ἱστορίαι», «κοιναὶ πράξεις») ἀπό τήν Δημιουρ-γία μέχρι τῶν ἡμερῶν του. Ἡ ἔννοια τῆς παγκοσμιότητας, πού δη-μιούργησε ἡ κοσμοκρατορία τῆς Ρώμης, ἄρχισε νά διαποτίζη ὅλες τίς μορφές τοῦ πνευματικοῦ ἐποικοδομήματος, τήν φιλοσο-φία, τήν ἱστορία, τήν τέχνη κ.λπ. Ἡ στωϊκή ἰδέα τῆς «κοσμοπό-λεως» ἄνθισε μέσα στούς κόλπους τῆς οἰκουμενικῆς ἐξουσίας τῆς Ρώμης, πού ἔδιδε τήν ἐπίφασι μιᾶς ἑνιαίας κοινότητος, μιᾶς «κοινῆς ζωῆς», ὅπως λέγει ὁ Διόδωρος. Κι’ ἡ ἱστορία καθενός ἀπό τούς λαούς, πού συνθέτουν αὐτήν τήν κοινότητα, παρουσιάζει ἐνδιαφέρον γιά ὅλους, ἀφοῦ τό παρελθόν κάθε λαοῦ ἀποτελεῖ μία συνεισφορά σέ αὐτόν τόν πολιτισμό. Ὅποιος λοιπόν συγκεν-τρώση τήν ἱστορία ὅλων αὐτῶν τῶν λαῶν καί τήν παρουσιάση σέ μία καθολική σύνθεσι «ὥσπερ τινὸς μιᾶς πόλεως», αὐτός «πόνον μὲν πολὺν ὑπομεῖναι δῆλον ὅτι, πραγματείαν δὲ πασῶν εὐχρη-στοτάτην συντάξαιτο τοῖς φιλαναγνωστοῦσι» (Ι,3). Τό ἔργο τοῦ Διοδώρου φέρει τόν τίτλο «Ἱστορικὴ Βιβλιο-θήκη» καί ἀρχίζει ἀπό τήν Δημιουργία τοῦ κόσμου γιά νά φθάση ὥς τό ἔτος 59 π.Χ., ἔτος τῆς πρώτης ὑπατείας τοῦ Καί-σαρος. Ἀποτελεῖται ἀπό 40 βιβλία, ἀπό τά ὁποῖα σώθηκαν τὰ

(7)

μόνη, ἀλλά ἡ κύρια πηγή του. Στήν χρονολόγησι τῶν γεγονότων ἀκολούθησε τόν Ἀπολλόδωρο τόν Ἀθηναῖο, καθώς καί τόν Ἡρόδοτο καί τόν Θουκυδίδη. Γιά τήν ἱστορία τῆς Σικελίας, ἐχρησιμοποίησε τόν Τίμαιο, ἐνῶ γιά τήν μεταγενέστερη περίοδο τῆς Ρωμαϊκῆς ἱστορίας τόν Πολύβιο καί τόν Ποσειδώνιο. Ἡ ἐπιλογή τῶν πηγῶν του ὑπῆρξε πράγματι ἄριστη, γι’ αὐτό καί τίς χρησιμοποιεῖ ὡς αὐθεντίες, χωρίς τήν ἐλάχιστη κριτική διάθεσι. Ὁ Διόδωρος ὅταν, μετά τήν προϊστορική ἐποχή, εἰσέρχεται σέ μία περίοδο πού τοῦ ἐπιτρέπει τήν χρονολόγησι τῶν γεγονό-των, μετατρέπεται σ’ ἕνα ἁπλό χρονογράφο. Καί τό χειρότερο εἶναι ὅτι ἡ «συγχρονιστική» του μέθοδος, δηλ. ἡ προσπάθεια νά παρουσιάζη τά γεγονότα, πού συνέβησαν κάθε ἔτος στίς διά-φορες περιοχές τοῦ κόσμου, τόν ὁδηγεῖ συχνά σ’ ἕνα λαβύ-ρινθο συγχύσεων, ἀπό τόν ὁποῖο δυσκολεύεται νά ἐξέλθη. Ἐπειδή ὅταν ἀντιμετωπίζη π.χ. μία σειρά ἀπό συγγενικά γεγο-νότα, ὑποχρεώνεται ἤ νά διασπᾶ τά γεγονότα τόσες φορές ὅσα εἶναι καί τά ἔτη πού διήρκεσαν, ἤ νά τοποθετῆ γεγονότα πολλῶν ἐτῶν σέ ἕνα ἔτος. Ἔτσι ὅμως καταστρέφεται ἡ ἐσωτερική ἑνό-της, οἱ αἰτιακοί συσχετισμοί τῶν γεγονότων καί ἡ δυνατότης ὀρθῶν κρίσεων καί διδαγμάτων ἀπό τό ἱστορικό παρελθόν. Ἔπειτα, στήν χρονολόγησι. Μαζί μέ τίς Ὀλυμπιάδες χρησι-μοποιεῖ τούς ἄρχοντες τῶν Ἀθηνῶν καί τούς ὑπάτους τῆς Ρώ-μης. Ἀλλά τό ἔτος τῆς ὑπατείας στήν Ρώμη ἄρχιζε τήν 1η Ἰανουαρίου, ἐνῶ τοῦ ἐπωνύμου ἄρχοντος τῶν Ἀθηνῶν ἄρχιζε κατά τά μέσα Ἰουλίου. Ἔτσι ὁ συγχρονισμός ἦταν ἀδύνατος καί τό ἀποτέλεσμα ἦταν μία δεύτερη χρονολογική σύγχυσις. Τέλος, κάποτε ἐμφανίζει ὡς ξεχωριστά γεγονότα τίς διάφορες ἐκδοχές γιά τό ἴδιο γεγονός. Παρά τίς ἐλλείψεις ὅμως τῆς ἱστορίας τοῦ Διοδώρου, τίς ὁποῖες ἐπεσήμανε ἡ κριτική, μερικές μάλιστα ἀναπόφευκτες σ’ ἕνα ριέχουν ἀποσπάσματα, πού ἀναφέρονται στά γεγονότα ἀπό τό 301-60 π.Χ. Εὑρισκόμεθα πράγματι μπροστά σέ μία ὑπεράνθρωπη προσπά-θεια, ἡ ὁποία τελικά ἔμεινε μόνο προσπάπροσπά-θεια, πού δέν κατώρ-θωσε νά μετουσιωθῆ σέ ἔργο ἀντάξιο τῶν προθέσεων καί τῶν φιλοδοξιῶν τοῦ συγγραφέως. Διότι, ἐκτός ἀπό τίς ἀνυπέρβλη-τες ἀντικειμενικές δυσκολίες πού εἶναι συνυφασμένες μέ μία τόσο φιλόδοξη σύλληψι κι’ ὁ ἴδιος ὁ συγγραφεύς δέν ἦταν προι-κισμένος μέ τό τάλαντο τοῦ ἱστορικοῦ. Δέν διέθετε οὔτε τόν ὀρθολογισμό ἑνός ἐπιστήμονος οὔτε τήν πεῖρα ἑνός πολιτικοῦ οὔτε τήν ὀξυδέρκεια τοῦ κριτικοῦ. Καί ὁ τίτλος τοῦ ἔργου, ἡ Ἱστορική Βιβλιοθήκη, ὑποδηλώνει ὅτι αὐτό ἀποτελεῖ μία συνοπτικώτερη ἔκθεσι γεγονότων, πού ἀναπτύσσονται λεπτομερῶς σέ προγενέστερα ἱστορικά ἔργα, πού ἀπετέλεσαν τίς πηγές τοῦ Διοδώρου. Μολονότι ἐταξείδευσε στήν Αἴγυπτο γιά νά συγκεντρώση ζωντανό ὑλικό, τελικά ἡ κριτική ἀποφαίνεται ὁμοφώνως ὅτι πηγή του γιά τήν ἱστορία τῆς Αἰγύπτου ἦταν τά «Αἰγυπτιακά» τοῦ Μανέθωνος καί τό ἔργο τοῦ Ἑκαταίου τοῦ Ἀβδηρίτου, πού ἔζησε στήν αὐλή τοῦ Πτο-λεμαίου κι’ ἔγραψε μία ἱστορία τῆς Αἰγύπτου. Ἐκτός αὐτῶν πρέπει ν’ ἀναφέρωμε καί τόν Ἡρόδοτο, καθώς καί τόν Ἀγα-θαρχίδη, ἕνα ἱστορικό καί γεωγράφο τοῦ 2ουπ.Χ. αἰ. Γιά τήν ἱστορία τῶν Ἀσσυρίων εἶχε μπροστά του τόν Κτησία τόν Κνίδιο, ὁ ὁποῖος διέμεινε ἐπί δεκαεπτά ἔτη στήν Περσία ὡς ἰατρός στήν αὐλή τοῦ Ἀρταξέρξου καί ἐπιστρέφοντας στήν Ἑλλάδα ἔγραψε τά «Περσικά» (23 βιβλία). Ἐπίσης καί τόν Κλείταρχο. Παλαιότερα ἐπικρατοῦσε ἡ ἀντίληψις ὅτι μοναδική πηγή τῶν βιβλίων του, πού ἀναφέρονται στήν Ἑλληνική ἱστορία, ἦταν ὁ ἱστορικός Ἔφορος, τόν ὁποῖον οὐσιαστικά ἀντέγραψε. Οἱ νεώτερες ὅμως ἔρευνες ἀπέδειξαν ὅτι ὁ Ἔφορος δέν ἦταν ἡ

(8)

πτίων θ’ ἀναφέρη ὅσα μποροῦν νά ὠφελήσουν καί σήμερα τούς ἀνθρώπους. Ἡ ἀξία τῆς ἱστορίας, παρατηρεῖ, εὑρίσκεται στήν διδακτική της δύναμι, στόν ἔπαινο καί τήν ἐπιβράβευσι τῆς ἀρετῆς καί τήν καταδίκη τῆς κακίας. Και προχωρεῖ πιό πέρα. Εἶναι ἡ ἴδια ἡ θεία Πρόνοια πού παρεμβαίνει καί διαμορφώνει ἱστορικές πραγματικότητες, πού ἀνταμείβει τούς ἐναρέτους καί συντρίβει τούς ἁμαρτωλούς. Οἱ Φωκεῖς λ.χ. τιμωρήθηκαν ὅπως τούς ἄξιζε, ἐπειδή ἐτόλμησαν νά συλήσουν τό ἱερό τῶν Δελφῶν, ἐνῶ ὁ Φίλιππος, πού τό ὑπεράσπισε, ἔγινε πανίσχυρος. Οἱ σει-σμοί κι’ οἱ πλημμύρες στήν Πελοπόννησο τό 373 π.Χ. ἦταν ἔργο τῆς ὀργῆς τοῦ Ποσειδῶνος. Καί ἀπορρίπτει τούς φυσικούς φι-λοσόφους, πού προσπαθοῦσαν νά δώσουν μία ἐπιστημονική ἑρμηνεία, ἐπιχειρεῖ μάλιστα νά προσδιορίση τίς αἰτίες αὐτῆς τῆς ὀργῆς τοῦ θεοῦ. Θαυμάζει τήν ἀμετακίνητη θεοκρατική κοι-νωνία τῆς Αἰγύπτου μέ τίς κλειστές καί ἀπαραβίαστες κάστες. Καί ἐξοργίζεται μέ τίς δημοκρατικές διαδικασίες, τίς συνελεύ-σεις, τήν συμμετοχή τῶν πολιτῶν στά κοινά, τήν ἐλευθερία στήν ἐπαγγελματική δραστηριότητα, πού ἐπικρατοῦσαν στίς Ἑλληνικές πόλεις. Πιστεύει στούς οἰωνούς καί τίς προφητεῖες καί ἀντιμετωπίζει μέ ἄκρατο σκεπτικισμό κάθε ὀρθολογιστική ἑρμηνεία. Μιά τέτοια ὅμως συνείδησις προσκρούει στόν κανόνα τῆς ἀντικειμενικότητας καί τῆς ἀπροκαταλήπτου κριτικῆς λειτουρ-γίας, που καταξιώνει ἕνα ἱστορικό μέ τήν αὐστηρή ἔννοια τοῦ ὅρου, ὅπως τήν ἐδικαίωσε τέσσερεις αἰῶνες πρίν ἕνας Θουκυ-δίδης. Καί τελικά ἡ ἀξία του σώζεται μέ τόν πλοῦτο τῶν πλη-ροφοριῶν πού μᾶς προσφέρει γιά τό παρελθόν καί μέ τήν πιστή ἀναπαραγωγή τῶν αὐθεντικῶν πηγῶν του. Ἡ γλῶσσα τοῦ Διοδώρου εἶναι ἡ συνήθης Ἀττική, στήν ὁποία ἔγραφαν οἱ συγγραφεῖς τῆς ἐποχῆς. Χωρίς νά κάνη παραχωρή-σεις στήν ὁμιλουμένη, ἀποφεύγει τόν ἄκρατο Ἀττικισμό. Τό ἔργο μέ τέτοιες διαστάσεις, ἡ «Ἱστορικὴ Βιβλιοθήκη» ἐξακο-λουθεῖ νά θεωρῆται σημαντικό ἔργο. Μάλιστα χωρίς τόν Διό-δωρο θά ἦταν ἐλλιπής ἡ μελέτη καί ἡ γνῶσις τῆς ἀρχαιότητος. Καί μόνο τό γεγονός, ὅτι τά περισσότερα ἔργα πού ἐχρησιμο-ποίησε ὡς πηγές ἔχουν χαθῆ, ὅπως ὁ Ἔφορος, ὁ Ἀπολλόδωρος, ὁ Ἀγαθαρχίδης, ὁ Τίμαιος κ.ἄ., δίδει ἰδιαίτερη ἀξία στήν «Ἱστο-ρικὴ Βιβλιοθήκη», ἡ ὁποία ἀναπληρώνει ὥς ἕνα βαθμό αὐτήν τήν ἀπώλεια. Τό πρῶτο βιβλίο, πού ἀσχολεῖται ἀποκλειστικά μέ τήν Αἴγυ-πτο, ἀποτελεῖ τήν πληρέστερη ἔκθεσι τῆς ἱστορίας καί τῶν ἐθί-μων αὐτῆς τῆς χώρας, μετά τόν Ἡρόδοτο. Οἱ πληροφορίες πού μᾶς προσφέρει στά τρία πρῶτα βιβλία γιά τίς πρωτόγονες κοι-νωνίες τῶν βαρβάρων, ἡ περιγραφή τοῦ τρόπου τῆς ζωῆς τους, ἡ ὑποτυπώδης κοινωνική τους ὀργάνωσις, τά ἔθιμα καί οἱ δο-ξασίες τους ἀποτελοῦν πολύτιμο ὑλικό γιά τήν ἐθνολογική καί κοινωνιολογική ἔρευνα. Ὁ Διόδωρος συμπληρώνει τά «Ἀπο-μνημονεύματα» τοῦ Ξενοφῶντος καί γίνεται μοναδικός στήν ἱστορία τῶν Μακεδόνων ἀπό τόν Φίλιππο ὥς τούς πολέμους τῶν Διαδόχων. Ἰδιαιτέρως τά τρία βιβλία τῆς περιόδου τῶν Διαδό-χων (323-301) ἀποτελοῦν τίς εὐτυχέστερες στιγμές τοῦ Διοδώ-ρου. Ἴσως, ἐπειδή στηρίζονται κυρίως στό ἔργο τοῦ Ἱερωνύμου τοῦ Καρδιανοῦ, ἑνός ἱστορικοῦ ἱκανοῦ πού μετέφερε στήν ἱστο-ρία του τήν προσωπική πεῖρα, πού ἀπέκτησε στήν ὑπηρεσία τοῦ Εὐμένους κι’ ἀργότερα τοῦ Ἀντιγόνου. Γόνιμος εἶναι στήν ἱστορία τῆς Σικελίας, ἰδιαιτέρως τῆς Ρώμης. Μερικές διάσπαρτες παρατηρήσεις τοῦ Διοδώρου σέ συνδυα-σμό μέ τήν ἔμφασι πού δίδει σέ ὡρισμένα γεγονότα ὑπογραμ-μίζουν τήν δεσπόζουσα ἰδέα του γιά τήν ἱστορία, πού δέν εἶναι ἄλλη ἀπό τήν στωϊκή ἰδέα τῆς ὠφελιμότητος, τήν ὁποία ἄλλω-στε θεμελιώνει στήν εἰσαγωγή του. Φθάνοντας τήν ἰδέα ὥς τά ἄκρα δηλώνει ὅτι ἀπό τά ἔθιμα ἤ ἀπό τούς νόμους τῶν

(9)

Αἰγυ-ΔΙΟΔΩΡΟΥ ΣΙΚΕΛΙΩΤΟΥ

ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ

(ΒΙΒΛΙΟΝ Α´) ὕφος του ἔχει τίς ἀρετές πού προσιδιάζουν στήν ἱστοριογραφία, δηλ. τήν σαφήνεια καί τήν ἁπλότητα. Καί μολονότι δανείζεται τό ὑλικό του ἀπό συγγραφεῖς διαφόρων ἐποχῶν, κατορθώνει καί τό ὑποτάσσει σέ μία ἑνιαία γλωσσική μορφή. Ἐκδόσεις Ἡ πρώτη ἔκδοσις τοῦ Διοδώρου (περιεῖχε μόνο τά 5 πρῶτα βι-βλία) χρονολογεῖται ἀπό τό 1472 κι ἔγινε στήν Μπολώνια ἀπό τόν Poggio Bracciolini. Ἀκολούθησαν ἀπό τότε πολλές ἐκδόσεις ἀπό τίς ὁποῖες σπου-δαιότερες εἶναι: 1) Petrus Wesseling, 2 τόμοι, Ἄμστερνταμ, 1746. Ἡ ἔκδοσις συνοδεύεται ἀπό apparatus criticus, πού περιέχει ὅλη τήν κριτική ἐργασία πού ἔγινε ὥς τότε στούς κώδικες τοῦ Διοδώρου, καί θεωρεῖται μνημειώδης. 2) H. Eichstädt, στερεότυπος ἔκδοσις τῶν βιβλίων I-V καί X- XIV σέ δύο τόμους, Χάλλη 1800-2. 3) J. Bekker, στερεότυπος σέ δύο τόμους, Λειψία (teubuer) 1853-4. 4) Didorf, τρεῖς στερεότυπες ἐκδόσεις: α) 4 τόμοι, Λειψία

(Weidmann) 1826. β) 5 τόμοι μέ apparatus criticus, Λειψία (Hartmann), 1828-31, γ) 5 τόμοι, Λειψία (teubuer), 1866-8. Ὅλες οἱ ἄλλες ἐκδόσεις, πού ἀκολούθησαν, βασίσθηκαν στό κείμενο τῶν ἐκδόσεων Bekker καί Didorf.

(10)

ΤΟΥ Α´ ΒΙΒΛΙΟΥ ΤΟΥ ΔΙΟΔΩΡΟΥ Προοίμιο σέ ὁλόκληρο τό ἔργο. Γιά τίς ἀντιλήψεις τῶν Αἰγυπτίων σχετικά μέ τήν δημιουργία τοῦ κόσμου. Γιά τούς θεούς πού ἔκτισαν πόλεις στήν Αἴγυπτο. Γιά τούς πρώτους ἀνθρώπους καί τόν ἀρχαιότατο τρόπο τῆς ζωῆς τους. Γιά τίς τιμές πού ἀπονέμονται στούς ἀθανάτους καί τήν ἵδρυσι ναῶν. Τοπογραφία τῆς Αἰγύπτου καί παραδοξολογίες γιά τόν Νεῖλο ποταμό, γιά τίς αἰτίες τῶν πλημμυρῶν του καί γιά τίς γνῶμες τῶν ἱστορικῶν καί τῶν φιλοσόφων ἐπί τοῦ θέματος. Γιά τούς πρώτους βασιλεῖς τῆς Αἰγύπτου καί τήν ἀτομική τους δρᾶσι. Γιά τήν κατασκευή τῶν πυραμίδων, πού καταριθμοῦνται ἀνά-μεσα στά ἑπτά θαύματα τοῦ κόσμου. Γιά τούς νόμους καί τά δικαστήρια. Γιά τά ζῶα πού θεωροῦνται ἱερά ἀπό τούς Αἰγυπτίους. Γιά τά ἔθιμα τῶν Αἰγυπτίων σχετικά μέ τούς νεκρούς. Γιά τούς μορφωμένους Ἕλληνες πού ἐπεσκέφθησαν τήν Αἴγυ-πτο, ἔμαθαν πολλές καί χρήσιμες γνώσεις καί τίς μετέφεραν στήν Ἑλλάδα. ΤΑΔΕ ΕΝΕΣΤΙ ΕΝ ΤΗι ΠΡΩΤῌ ΤΩΝ ΔΙΟΔΩΡΟΥ ΒΙΒΛΩΝ Προοίμιον τῆς ὅλης πραγματείας. Περὶ τῶν παρ’ Αἰγυπτίοις λεγομένων περὶ τῆς τοῦ κόσμου γενέ-σεως. Περὶ τῶν θεῶν ὅσοι πόλεις ἔκτισαν κατ’ Αἴγυπτον. Περὶ τῶν πρώτων γενομένων ἀνθρώπων καὶ τοῦ παλαιοτάτου βίου. Περὶ τῆς τῶν ἀθανάτων τιμῆς καὶ τῆς τῶν ναῶν κατασκευῆς. Περὶ τῆς τοποθεσίας τῆς κατ’ Αἴγυπτον χώρας καὶ τῶν περὶ τὸν Νεῖλον ποταμὸν παραδοξολογουμένων, τῆς τε τούτου πληρώ-σεως τὰς αἰτίας καὶ τῶν ἱστορικῶν καὶ φιλοσόφων ἀποφάσεις. Περὶ τῶν πρώτων γενομένων κατ’ Αἴγυπτον βασιλέων καὶ τῶν κατὰ μέρος αὐτῶν πράξεων. Περὶ κατασκευῶν τῶν πυραμίδων τῶν ἀναγραφομένων ἐν τοῖς ἑπτὰ θαυμαζομένοις ἔργοις. Περὶ τῶν νόμων καὶ τῶν δικαστηρίων. Περὶ τῶν ἀφιερωμένων ζῴων παρ’ Αἰγυπτίοις. Περὶ τῶν νομίμων τῶν περὶ τοὺς τετελευτηκότας παρ’ Αἰγυπτίοις γενομένων. Περὶ τῶν Ἑλλήνων ὅσοι τῶν ἐπὶ παιδείᾳ θαυμαζομένων παρα-βαλόντες εἰς Αἴγυπτον καὶ πολλὰ τῶν χρησίμων μαθόντες μετή-νεγκαν εἰς τὴν Ἑλλάδα.

(11)

ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ

ΒΙΒΛΙΟΝ ΠΡΩΤΟΝ 1. Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι πρέπει νά χρωστοῦν μεγάλη εὐγνωμοσύνη στούς συγγραφεῖς γενικῆς ἱστορίας, διότι μέ τόν προσωπικό τους μόχθο ἐφιλοδόξησαν νά ὠφελήσουν ὅλη τήν ἀνθρώπινη κοινωνία. Προσφέροντας δηλαδή στούς ἀναγνῶστες μία δι-δαχή, πού δέν συνεπάγεται κανένα κίνδυνο γιά τά συμφέροντά τους, τούς ἐξοπλίζουν, μέ τήν ἐργασία τους αὐτή, μέ πολύτιμη πεῖρα. 2. Διότι ἡ γνῶσις, πού ἀποκτᾶ καθένας μέ τήν προσωπική του πεῖρα, μόνο ὕστερα ἀπό πολλούς μόχθους καί κινδύνους τόν κάνει ἱκανό νά διακρίνη σέ κάθε περίπτωσι τό ὠφέλιμο. Γι’ αὐτό κι’ ὁ πιό πολύπειρος ἀπό ὅλους τούς ἥρωες μέ τίμημα με-γάλα ἀτυχήματα κατώρθωσε καί «εἶδε τίς πόλεις πολλῶν ἀνθρώπων καί ἐγνώρισε τήν σκέψι τους».1 Ἐνῶ ἡ κατανόησις τῶν ἐπιτευγμάτων καί τῶν ἀποτυχιῶν τῶν ἄλλων ἀνθρώπων, πού ἀποκτᾶμε μέ τήν ἱστορία, μᾶς μαθαίνει νά γλυτώνουμε στήν ζωή μας ἀπό τίς τρέχουσες δοκιμασίες. 3. Ἔπειτα, αὐτοί οἱ συγγραφεῖς τῆς γενικῆς ἱστορίας, σάν ὑπηρέ-τες, τρόπον τινά, τῆς θείας προνοίας, ἐφιλοδόξησαν νά ὑπαγά-γουν σέ μία κοινότητα ὅλους τούς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι, ἄν καί ἀποτελοῦν ἕνα καί τό αὐτό εἶδος2, ἐν τούτοις διαφέρουν μεταξύ τους ὡς πρός τόν τόπο καί τήν ἐποχή πού ἔζησαν. Διότι ἡ θεία πρόνοια, ἀφοῦ ἔβαλε σέ ἁρμονική τάξι τά ἄστρα πού βλέπουμε καί τήν φύσι τῶν ἀνθρώπων, κατευθύνει τήν τροχιά τους στόν αἰῶνα τόν ἅπαντα μέ βάσι τό μερίδιο πού ἀναλογεῖ στόν καθένα ἀπό τήν μοῖρα του. Τό ἴδιο ἀκριβῶς κι’ οἱ ἱστορικοί καταγρά-1. Ὀδυσσείας α,3. Ἐννοεῖ ἀσφαλῶς τόν περιπλανηθέντα, μετά τήν ἅλωσι τῆς Τροίας, βασιλέα τῆς Ἰθάκης Ὀδυσσέα. 2. Ἄποψις τῶν Στωικῶν φιλοσόφων.

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΚΗΣ

ΒΙΒΛΟΣ ΠΡΩΤΗ 1. Τοῖς τὰς κοινὰς ἱστορίας πραγματευσαμένοις μεγάλας χάριτας ἀπονέμειν δίκαιον πάντας ἀνθρώπους, ὅτι τοῖς ἰδίοις πόνοις ὠφελῆσαι τὸν κοινὸν βίον ἐφιλοτιμήθησαν· ἀκίνδυνον γὰρ διδασκαλίαν τοῦ συμφέροντος εἰσηγησάμενοι καλλίστην ἐμπειρίαν διὰ τῆς πραγματείας ταύτης περιποιοῦσι τοῖς ἀνα-γινώσκουσιν. ἡ μὲν γὰρ ἐκ τῆς πείρας ἑκάστου μάθησις μετὰ πολλῶν πόνων καὶ κινδύνων ποιεῖ τῶν χρησίμων ἕκαστα δια-γινώσκειν, καὶ διὰ τοῦτο τῶν ἡρώων ὁ πολυπειρότατος μετὰ μεγάλων ἀτυχημάτων πολλῶν ἀνθρώπων ἴδεν ἄστεα καὶ νόον ἔγνω· ἡ δὲ διὰ τῆς ἱστορίας περιγινομένη σύνεσις τῶν ἀλλοτρίων ἀποτευγμάτων τε καὶ κατορθωμάτων ἀπείρατον κακῶν ἔχει τὴν διδασκαλίαν. ἔπειτα πάντας ἀνθρώπους, μετέχοντας μὲν τῆς πρὸς ἀλλήλους συγγενείας, τόποις δὲ καὶ χρόνοις διε-στηκότας, ἐφιλοτιμήθησαν ὑπὸ μίαν καὶ τὴν αὐτὴν σύνταξιν ἀγαγεῖν, ὥσπερ τινὲς ὑπουργοὶ τῆς θείας προνοίας γε-νηθέντες. ἐκείνη τε γὰρ τὴν τῶν ὁρωμένων ἄστρων διακόσμη-σιν καὶ τὰς τῶν ἀνθρώπων φύσεις εἰς κοινὴν ἀναλογίαν συν-θεῖσα κυκλεῖ συνεχῶς ἅπαντα τὸν αἰῶνα, τὸ ἐπιβάλλον ἑκά-στοις ἐκ τῆς πεπρωμένης μερίζουσα, οἵ τε τὰς κοινὰς τῆς οἰ-κουμένης πράξεις καθάπερ μιᾶς πόλεως ἀναγράψαντες ἕνα 3 2

(12)

φοντας τίς κοινές ὑποθέσεις τῶν ἀνθρώπων ὅλης τῆς οἰκουμέ-νης, σάν νά ἦσαν πολῖτες μιᾶς πόλεως, ἀνέδειξαν τίς ἐργασίες τους κεφάλαιο μέ καθολική ἀξία καί χρηματιστήριο τῆς γνώ-σεως τῶν γεγονότων τοῦ παρελθόντος, κοινό γιά ὅλους. 4. Ἐπειδή εἶναι ὡραῖο πρᾶγμα νά γίνεσαι ἱκανός νά χρησιμο-ποιῆς τά λάθη, στά ὁποῖα ὑπέπεσαν οἱ ἄλλοι ἀπό ἄγνοια, ὡς πα-ραδείγματα γιά νά διορθώνης τίς δικές σου πλάνες καί μέσα στίς πολυποίκιλες συγκυρίες τῆς ζωῆς νά μήν εἶσαι ὑποχρεωμένος νά ἀναζητῆς ἀπό τήν ἀρχή τόν καλύτερο τρόπο τῆς ἀντιμετωπί-σεως τῶν προβλημάτων σου, ἀλλά νά ἀκολουθῆς τόν δρόμο τῆς ἐπιτυχίας, πού εἶναι δοκιμασμένος ἀπό τό παρελθόν. Καί πράγ-ματι ὅλοι οἱ ἄνθρωποι προτιμοῦν νά συμβουλεύωνται τούς γε-ροντότερους παρά τούς νεωτέρους, γιά τήν μεγάλη πεῖρα μέ τήν ὁποία τούς ἐξώπλισε ὁ χρόνος. Καί συμβαίνει μάλιστα ἡ γνῶσις, πού μᾶς προσφέρει ἡ ἱστορία, νά εἶναι ἀνώτερη ἀπ’ αὐτήν τήν πεῖρα χάρις στόν πλοῦτο τῶν γεγονότων καί τῶν καταστάσεων τίς ὁποῖες, ὅπως εἴδαμε, πραγματεύεται. Γι’ αὐτόν τόν λόγο μπορεῖ καθένας νά ἐκτιμήση ὅτι ἡ μελέτη και ἡ ἀφομοίωσις τῆς ἱστορίας εἶναι μία ὑπόθεσις χρησιμώτατη σέ ὅλες τίς περιστάσεις τῆς ζωῆς. 5. Διότι στούς νεωτέρους μεταγγίζει τήν σοφία τῶν γε-ρόντων, ἐνῶ στούς ἡλικιωμένους πολλαπλασιάζει τήν πεῖρα πού ἤδη ἔχουν ἀποκτήσει καί τούς ἰδιῶτες τούς προετοιμάζει, ὥστε νά γίνουν ἄξιοι ἄρχοντες, ἐνῶ τούς ἄρχοντες, μέ ἔπαθλο τήν ἀθανασία, τούς παρακινεῖ νά ἐπιχειροῦν τά λαμπρότερα ἔργα. Κι’ ἐκτός ἀπ’ αὐτά, καθιστᾶ τούς στρατιῶτες προθυμό-τερους στήν ἀντιμετώπισι τῶν κινδύνων, ὅταν ὑπερασπίζωνται τήν πατρίδα τους, χάρις στόν δημόσιο ἔπαινο πού τούς περιμέ-νει μετά θάνατον, ἐνῶ τούς κακοήθεις τούς ἀποτρέπει καί τούς συγκρατεῖ ἀπό τήν ροπή πρός τό κακό μέ τό αἰώνιο αἶσχος στό ὁποῖο τούς καταδικάζει. 2. Γενικά γιά τήν ὑστεροφημία, πού καταγράφει ἡ ἱστορία, μερικοί ἄνθρωποι ἔφθασαν νά γίνουν ἱδρυτές πόλεων, ἄλλοι νά λόγον καὶ κοινὸν χρηματιστήριον τῶν συντετελεσμένων ἀπέδειξαν τὰς ἑαυτῶν πραγματείας. καλὸν γὰρ τὸ δύνασθαι τοῖς τῶν ἄλλων ἀγνοήμασι πρὸς διόρθωσιν χρῆσθαι παρα-δείγμασι, καὶ πρὸς τὰ συγκυροῦντα ποικίλως κατὰ τὸν βίον ἔχειν μὴ ζήτησιν τῶν πραττομένων, ἀλλὰ μίμησιν τῶν ἐπιτε-τευγμένων. καὶ γὰρ τοὺς πρεσβυτάτους ταῖς ἡλικίαις ἅπαντες τῶν νεωτέρων προκρίνουσιν ἐν ταῖς συμβουλίαις διὰ τὴν ἐκ τοῦ χρόνου περιγεγενημένην αὐτοῖς ἐμπειρίαν· ἧς τοσοῦτον ὑπερέχειν συμβέβηκε τὴν ἐκ τῆς ἱστορίας μάθησιν ὅσον καὶ τῷ πλήθει τῶν πραγμάτων προτεροῦσαν αὐτὴν ἐπεγνώκαμεν. διὸ καὶ πρὸς ἁπάσας τὰς τοῦ βίου περιστάσεις χρησιμωτάτην ἄν τις εἶναι νομίσειε τὴν ταύτης ἀνάληψιν. τοῖς μὲν γὰρ νε-ωτέροις τὴν τῶν γεγηρακότων περιποιεῖ σύνεσιν, τοῖς δὲ πρε-σβυτέροις πολλαπλασιάζει τὴν ὑπάρχουσαν ἐμπειρίαν, καὶ τοὺς μὲν ἰδιώτας ἀξίους ἡγεμονίας κατασκευάζει, τοὺς δ’ ἡγεμόνας τῷ διὰ τῆς δόξης ἀθανατισμῷ προτρέπεται τοῖς καλλίστοις τῶν ἔργων ἐπιχειρεῖν, χωρὶς δὲ τούτων τοὺς μὲν στρατιώτας τοῖς μετὰ τὴν τελευτὴν ἐπαίνοις ἑτοιμοτέρους κατασκευάζει πρὸς τοὺς ὑπὲρ τῆς πατρίδος κινδύνους, τοὺς δὲ πονηροὺς τῶν ἀνθρώπων ταῖς αἰωνίοις βλασφημίαις ἀποτρέπει τῆς ἐπὶ τὴν κακίαν ὁρμῆς. 2. Καθόλου δὲ διὰ τὴν ἐκ ταύτης ἐπ’ ἀγαθῷ μνήμην οἱ μὲν κτίσται πόλεων γενέσθαι προεκλήθησαν, οἱ δὲ νόμους εἰση-5 4

(13)

εἰσαγάγουν νόμους πού κατωχύρωναν τήν ἀσφάλεια τῆς κοι-νωνικῆς ζωῆς, ἐνῶ πολλοί ἄλλοι φιλοτιμήθηκαν νά προαγάγουν τίς ἐπιστῆμες και τίς τέχνες μέ σκοπό νά εὐεργετήσουν τό ἀνθρώπινο γένος. Καί ἐνῶ ἡ εὐδαιμονία εἶναι καρπός τῆς συν-δυασμένης λειτουργίας ὅλων αὐτῶν τῶν δραστηριοτήτων, τόν πρῶτον ἔπαινο πάντως πρέπει νά τόν ἀπονείμωμε στήν κυριώ-τερη αἰτία ὅλων αὐτῶν, στήν ἱστορία. 2. Διότι πρέπει νά θεω-ροῦμε τήν ἱστορία φρουρό τῆς ἀρετῆς τῶν ἐπιφανῶν ἀνθρώ-πων, μάρτυρα τῆς μοχθηρίας τῶν φαύλων καί εὐεργέτη ὁλοκλήρου τοῦ ἀνθρωπίνου γένους. Διότι, ἄν εἶναι ἀλήθεια, ὅτι οἱ μῦθοι πού ἀναφέρονται στόν Ἅδη, παρά τό γεγονός ὅτι πρό-κειται γιά πλάσματα τῆς φαντασίας, συντελοῦν σοβαρά στήν εὐσέβεια καί τήν δικαιοσύνη τῶν ἀνθρώπων, πόσω μᾶλλον πρέ-πει νά πιστεύουμε ὅτι ἡ προφήτισσα τῆς ἀλήθειας ἱστορία, πού εἶναι, τρόπον τινά, μητρόπολις τῆς φιλοσοφίας στό σύνολό της μπορεῖ νά ἐπηρεάζη τούς χαρακτῆρες τῶν ἀνθρώπων πρός τήν καλοκαγαθία; 3. Ἐπειδή ὅλοι οἱ ἄνθρωποι –τέτοια εἶναι ἡ φύ-σις τους – ζοῦν μία φευγαλέα στιγμή τῆς αἰωνιότητος καί ὅλον τόν ἄλλο χρόνο εἶναι πεθαμένοι. Κι’ ὅσοι στήν ζωή τους δέν ἔπραξαν τίποτε τό ἄξιο λόγου, αὐτοί μαζί μέ τόν θάνατο τοῦ σώματος πίπτουν στήν αἰώνια λήθη, ἐνῶ οἱ πράξεις ἐκείνων, πού ἀπέκτησαν δόξα μέ τήν ἀρετή τους, μνημονεύονται στόν αἰῶνα τόν ἅπαντα, ἀφοῦ τίς διαφημίζει τό θεῖο στόμα τῆς ἱστορίας. 4. Κι’ εἶναι, νομίζω, ὡραῖο πρᾶγμα, ὅπως ἄλλωστε πρέπει νά συμ-φωνοῦν ὅλοι οἱ σώφρονες ἄνθρωποι, νά λαμβάνουν ὡς ἀντάλ-λαγμα τῶν θνητῶν μόχθων τήν ἀθάνατη δόξα. Ὅλοι συμφω-νοῦν π.χ. ὅτι ὁ Ἡρακλῆς, σέ ὅλη τήν διάρκεια τῆς ζωῆς του ἀνάμεσα στούς ἀνθρώπους, ὑποβλήθηκε μέ τήν θέλησί του σέ μεγάλους καί συνεχεῖς μόχθους καί κινδύνους, γιά νά εὐεργε-τήση τό ἀνθρώπινο γένος καί νά κερδίση τήν ἀθανασία. Κι’ ἀπό τούς ἄλλους γενναίους ἄνδρες, ἄλλοι ἔτυχαν ἡρωικῶν τιμῶν κι’ ἄλλοι θεϊκῶν τιμῶν, ὅλοι πάντως ἀξιώθηκαν μεγάλων ἐπαί-γήσασθαι περιέχοντας τῷ κοινῷ βίῳ τὴν ἀσφάλειαν, πολλοὶ δ’ ἐπιστήμας καὶ τέχνας ἐξευρεῖν ἐφιλοτιμήθησαν πρὸς εὐερ-γεσίαν τοῦ γένους τῶν ἀνθρώπων. ἐξ ἁπάντων δὲ συμπλη-ρουμένης τῆς εὐδαιμονίας, ἀποδοτέον τῶν ἐπαίνων τὸ πρω-τεῖον τῇ τούτων μάλιστ’ αἰτίᾳ, ἱστορίᾳ. ἡγητέον γὰρ εἶναι ταύτην φύλακα μὲν τῆς τῶν ἀξιολόγων ἀρετῆς, μάρτυρα δὲ τῆς τῶν φαύλων κακίας, εὐεργέτιν δὲ τοῦ κοινοῦ γένους τῶν ἀνθρώπων. εἰ γὰρ ἡ τῶν ἐν ᾅδου μυθολογία τὴν ὑπόθεσιν πε-πλασμένην ἔχουσα πολλὰ συμβάλλεται τοῖς ἀνθρώποις πρὸς εὐσέβειαν καὶ δικαιοσύνην, πόσῳ μᾶλλον ὑποληπτέον τὴν προφῆτιν τῆς ἀληθείας ἱστορίαν, τῆς ὅλης φιλοσοφίας οἱονεὶ μητρόπολιν οὖσαν, ἐπισκευάσαι δύνασθαι τὰ ἤθη μᾶλλον πρὸς καλοκἀγαθίαν; πάντες γὰρ ἄνθρωποι διὰ τὴν τῆς φύσεως ἀσθένειαν βιοῦσι μὲν ἀκαριαῖόν τι μέρος τοῦ παντὸς αἰῶνος, τετελευτήκασι δὲ πάντα τὸν ὕστερον χρόνον, καὶ τοῖς μὲν ἐν τῷ ζῆν μηδὲν ἀξιόλογον πράξασιν ἅμα ταῖς τῶν σωμάτων τελευταῖς συναποθνήσκει καὶ τὰ ἄλλα πάντα τὰ κατὰ τὸν βίον, τοῖς δὲ δι’ ἀρετὴν περιποιησαμένοις δόξαν αἱ πράξεις ἅπαντα τὸν αἰῶνα μνημονεύονται, διαβοώμεναι τῷ θειοτάτῳ τῆς ἱστορίας στόματι. καλὸν δ’, οἶμαι, τοῖς εὖ φρο-νοῦσι θνητῶν πόνων ἀντικαταλλάξασθαι τὴν ἀθάνατον εὐφημίαν. Ἡρακλῆς μὲν γὰρ ὁμολογεῖται πάντα τὸν γενόμε-νον αὐτῷ κατ’ ἀνθρώπους χρόγενόμε-νον ὑπομεῖναι μεγάλους καὶ συν-εχεῖς πόνους καὶ κινδύνους ἑκουσίως, ἵνα τὸ γένος τῶν ἀνθρώπων εὐεργετήσας τύχῃ τῆς ἀθανασίας· τῶν δὲ ἄλλων ἀγαθῶν ἀνδρῶν οἱ μὲν ἡρωικῶν, οἱ δὲ ἰσοθέων τιμῶν ἔτυχον, πάντες δὲ μεγάλων ἐπαίνων ἠξιώθησαν, τὰς ἀρετὰς αὐτῶν τῆς 3 4 2

(14)

νων, ἀφοῦ ἡ ἱστορία ἀπαθανατίζει τά ἀνδραγαθήματά τους. 5. Ἐπειδή ὅλα τά ἄλλα μνημεῖα ἐπιζοῦν γιά λίγο χρόνο, ἀφοῦ κα-ταστρέφονται ἀπό τήν ἀλλαγή τῶν καταστάσεων, ἐνῶ ἡ δύνα-μις τῆς ἱστορίας, πού ἁπλώνεται καί φθάνει σέ ὅλη τήν οἰκου-μένη, αὐτόν ἀκριβῶς τόν χρόνο, ὁ ὁποῖος καταστρέφει ὅλα τά ἄλλα, τόν ἔχει φύλακα, ὁ ὁποῖος ἐξασφαλίζει τήν αἰώνια μετα-βίβασί της στούς μεταγενεστέρους. Ἡ ἱστορία ἐπίσης συντελεῖ στήν δύναμι τοῦ λόγου. Καί δέν βρίσκεις εὔκολα ὡραιότερο πρᾶγμα ἀπ’ αὐτόν. 6. Αὐτός ἀκριβῶς εἶναι πού κάνει τούς Ἕλληνες ἀνώτερους ἀπό τούς βαρβάρους καί τούς μορφωμέ-νους ἀπό τούς ἀμόρφωτους. Κι’ ἀκόμα μόνο μέ αὐτόν εἶναι δυ-νατόν ὁ ἕνας νά ἐπιβάλλεται στούς πολλούς. Γενικά ἡ ἐντύπω-σις, πού προκαλεῖ κάθε μέτρο πού προτείνει, εἶναι ἀνάλογη μέ τήν δύναμι τοῦ λόγου πού τό παρουσιάζει καί τούς γενναίους ἄνδρες τούς ἀποκαλοῦμε «ἀξίους λόγου», ἀφοῦ κατέκτησαν τό πρῶτο καί ὕψιστο στοιχεῖο τῆς ἀρετῆς. 7. Κι’ ὅπως ὁ λόγος δι-αιρεῖται σέ περισσότερα εἴδη, συμβαίνει ἡ ποιητική μᾶλλον νά τέρπη παρά νά ὠφελῆ, ἡ νομοθεσία νά τιμωρῆ καί νά μή διδά-σκη, καί τά ἄλλα εἴδη ἀναλόγως, ἄλλα δέν συντελοῦν καθόλου στήν εὐδαιμονία, ἄλλα περιέχουν μαζί μέ τό συμφέρον ἀνάμι-κτο καί κάποιο στοιχεῖο βλάβης, ἐνῶ μερικά διαστρέφουν τήν ἀλήθεια. Καί μόνο ἡ ἱστορία, ὅπου οἱ λόγοι εὑρίσκονται σέ πλήρη συμφωνία μέ τά ἔργα, περικλείει στήν ἀφήγησί της ὅλα τά ἄλλα εἴδη κατά τρόπο πού ν’ ἀποβαίνουν χρήσιμα στούς ἀνθρώπους. 8. Διότι εὔκολα τό βλέπεις ὅτι αὐτή παροτρύνει πρός τήν δικαιοσύνη, ὅτι ἀπαγγέλλει τό ἀμείλικτο «κατηγορῶ» στούς φαύλους, ὅτι ἐγκωμιάζει τούς καλούς, ὅτι γενικά προσ-φέρει στούς ἀναγνῶστες της ἕνα μεγάλο ἀπόθεμα πείρας. 3. Γι’ αὐτό κι’ ἐμεῖς παρατηρῶντας ὅτι οἱ ἱστορικοί συγγρα-φεῖς δικαιώνονται στήν ζωή, ὡδηγηθήκαμε στήν ἀπόφασι ν’ ἀναλάβουμε μέ ἐνθουσιασμό ἕνα παρόμοιο ἔργο. Ἀλλά, ὅταν ἐμελετήσαμε μέ προσοχή τούς ἱστορικούς, πού ἔγραψαν πρίν ἱστορίας ἀπαθανατιζούσης. τὰ μὲν γὰρ ἄλλα μνημεῖα διαμένει χρόνον ὀλίγον, ὑπὸ πολλῶν ἀναιρούμενα περιστάσεων, ἡ δὲ τῆς ἱστορίας δύναμις ἐπὶ πᾶσαν τὴν οἰκουμένην διήκουσα τὸν πάντα τἄλλα λυμαινόμενον χρόνον ἔχει φύλακα τῆς αἰωνίου παραδόσεως τοῖς ἐπιγινομένοις. συμβάλλεται δ’ αὕτη καὶ πρὸς λόγου δύναμιν, οὗ κάλλιον ἕτερον οὐκ ἄν τις ῥᾳδίως εὕροι. τούτῳ γὰρ οἱ μὲν Ἕλληνες τῶν βαρβάρων, οἱ δὲ πε-παιδευμένοι τῶν ἀπαιδεύτων προέχουσι, πρὸς δὲ τούτοις διὰ μόνου τούτου δυνατόν ἐστιν ἕνα τῶν πολλῶν περιγενέσθαι· καθόλου δὲ φαίνεται πᾶν τὸ προτεθὲν τοιοῦτον ὁποῖον ἂν ἡ τοῦ λέγοντος δύναμις παραστήσῃ, καὶ τοὺς ἀγαθοὺς ἄνδρας ἀξίους λόγου προσαγορεύομεν, ὡς τοῦτο τὸ πρωτεῖον τῆς ἀρετῆς περιπεποιημένους. εἰς πλείω δὲ μέρη τούτου διῃρη-μένου, συμβαίνει τὴν μὲν ποιητικὴν τέρπειν μᾶλλον ἤπερ ὠφε-λεῖν, τὴν δὲ νομοθεσίαν κολάζειν, οὐ διδάσκειν, παραπλησίως δὲ καὶ τἄλλα μέρη τὰ μὲν μηδὲν συμβάλλεσθαι πρὸς εὐδαι-μονίαν, τὰ δὲ μεμιγμένην ἔχειν τῷ συμφέροντι τὴν βλάβην, ἔνια δὲ κατεψεῦσθαι τῆς ἀληθείας, μόνην δὲ τὴν ἱστορίαν, συμφωνούντων ἐν αὐτῇ τῶν λόγων τοῖς ἔργοις, ἅπαντα τἄλλα χρήσιμα τῇ γραφῇ περιειληφέναι. ὁρᾶσθαι γὰρ αὐτὴν προ-τρεπομένην ἐπὶ δικαιοσύνην, κατηγοροῦσαν τῶν φαύλων, ἐγκωμιάζουσαν τοὺς ἀγαθούς, τὸ σύνολον ἐμπειρίαν μεγί-στην περιποιοῦσαν τοῖς ἐντυγχάνουσι. 3. Διὸ καὶ θεωροῦντες ἡμεῖς δικαίας ἀποδοχῆς τυγχάνοντας τοὺς ταύτην πραγματευσαμένους προήχθημεν ἐπὶ τὸν ὅμοιον τῆς ὑποθέσεως ζῆλον. ἐπιστήσαντες δὲ τὸν νοῦν τοῖς πρὸ ἡμῶν 5 7 8 6

(15)

ἀπό μᾶς, βεβαίως ἐπιδοκιμάσαμε ἀνεπιφύλακτα τήν καλή τους πρόθεσι, ὅμως ἐμορφώσαμε τήν γνώμη ὅτι οἱ ἐργασίες τους δέν ἔχουν συνταχθῆ ἔτσι, ὥστε νά ἐξυπηρετοῦν τό ἀνθρώπινο συμφέρον, ὅσο θά ἦταν δυνατόν. 2. Δεδομένου, ὅτι οἱ ἀνα-γνῶστες πρέπει νά ἀντλήσουν τήν ὠφέλεια ἀπό ἕνα μεγάλο πλῆθος, ποικιλωτάτων περιστάσεων, οἱ περισσότεροι ἀπ’ αὐτούς ἀσχολήθηκαν μέ τούς ξεχωριστούς πολέμους ἑνός ἔθνους ἤ μιᾶς πόλεως καί μόνο λίγοι ἀρχίζοντας ἀπό τούς ἀρχαίους χρό-νους ἐπεχείρησαν νά καταγράψουν τά γεγονότα, πού συνδέ-ονται μέ ὅλους τούς λαούς μέχρι τῶν ἡμερῶν τους. Ἀλλά κι ἀπ’ αὐτούς μερικοί δέν συμπεριέλαβαν τά σύγχρονά τους γεγο-νότα, ἄλλοι παρέλειψαν τήν δρᾶσι τῶν βαρβάρων κι’ ἄλλοι πάλι ἀπέρριψαν τήν ἀρχαία μυθολογία, ἐπειδή δημιουργοῦσε δυσκολίες στό ἔργο τους, ἐνῶ ἄλλοι τέλος δέν ἐπρόλαβαν νά τε-λειώσουν τό ἔργο τους, ὅπως τό ἐσχεδίασαν, διότι ἡ μοῖρα τούς ἔκοψε, ἐν τῷ μεταξύ, τό νῆμα τῆς ζωῆς. 3. Κι’ ἀπ’ αὐτούς πού ἀνέλαβαν τήν συγγραφή γενικῆς ἱστορίας κανένας δέν συνέχισε τήν ἐξιστόρησι πέρα ἀπό τούς Μακεδονικούς χρόνους. Διότι ἄλλοι κλείνουν τό ἔργο τους μέ τήν δρᾶσι τοῦ Φιλίππου, ἄλλοι μέ τήν δρᾶσι τοῦ Ἀλεξάνδρου καί μερικοί συνεχίζουν ὥς τούς διαδόχους ἤ ἐπιγόνους. Καί ἐνῶ πολλά καί μεγάλης σημασίας γεγονότα ἐπακολούθησαν μέχρι τῶν ἡμερῶν μας, κανένας ἀπό τούς ἱστοριογράφους δέν προσπάθησε νά τά πραγματευθῆ ὅλα σ’ ἕνα μοναδικό σύγγραμμα. 4. Γι’ αὐτόν τόν λόγο, καθώς εἶναι διασκορπισμένα, καί οἱ ἐποχές καί τά ἴδια τά γεγονότα, σέ πολ-λές καί διάφορες ἐργασίες διαφόρων συγγραφέων, ἡ συνολική τους κατανόησις γίνεται δύσκολη στό πνεῦμα, καθώς καί ἡ ἀπομνημόνευσίς τους. 5. Ἀφοῦ λοιπόν ἐξετάσαμε τήν σύνθεσι τῶν ἐργασιῶν καθε-νός ἀπό αὐτούς τούς ἱστοριογράφους, ἀποφασίσαμε νά συγ-γράψωμε μία ἱστορία μέ τέτοιες διαστάσεις, πού νά προσφέρη στούς ἀναγνῶστες τήν μεγαλύτερη δυνατή ὠφέλεια, ἐνῶ ταυ-συγγραφεῦσιν ἀπεδεξάμεθα μὲν ὡς ἔνι μάλιστα τὴν προαίρε-σιν αὐτῶν, οὐ μὴν ἐξειργάσθαι πρὸς τὸ συμφέρον καὶ τὸ δυ-νατὸν τὰς πραγματείας αὐτῶν ὑπελάβομεν. κειμένης γὰρ τοῖς ἀναγινώσκουσι τῆς ὠφελείας ἐν τῷ πλείστας καὶ ποικιλωτάτας περιστάσεις λαμβάνειν, οἱ πλεῖστοι μὲν ἑνὸς ἔθνους ἢ μιᾶς πόλεως αὐτοτελεῖς πολέμους ἀνέγραψαν, ὀλίγοι δ’ ἀπὸ τῶν ἀρχαίων χρόνων ἀρξάμενοι τὰς κοινὰς πράξεις ἐπεχείρησαν ἀναγράφειν μέχρι τῶν καθ’ αὑτοὺς καιρῶν, καὶ τούτων οἱ μὲν τοὺς οἰκείους χρόνους ἑκάστοις οὐ παρέζευξαν, οἱ δὲ τὰς τῶν βαρβάρων πράξεις ὑπερέβησαν, ἔτι δ’ οἱ μὲν τὰς παλαιὰς μυθολογίας διὰ τὴν δυσχέρειαν τῆς πραγματείας ἀπε-δοκίμασαν, οἱ δὲ τὴν ὑπόστασιν τῆς ἐπιβολῆς οὐ συνετέλεσαν, μεσολαβηθέντες τὸν βίον ὑπὸ τῆς πεπρωμένης. τῶν δὲ τὴν ἐπι-βολὴν ταύτης τῆς πραγματείας πεποιημένων οὐδεὶς προ-εβίβασε τὴν ἱστορίαν κατωτέρω τῶν Μακεδονικῶν καιρῶν· οἱ μὲν γὰρ εἰς τὰς Φιλίππου πράξεις, οἱ δ’ εἰς τὰς Ἀλεξάνδρου, τινὲς δ’ εἰς τοὺς διαδόχους ἢ τοὺς ἐπιγόνους κατέστρεψαν τὰς συντάξεις· πολλῶν δὲ καὶ μεγάλων τῶν μετὰ ταῦτα πράξεων ἀπολελειμμένων μέχρι τοῦ καθ’ ἡμᾶς βίου τῶν ἱστοριογράφων οὐδεὶς ἐπεβάλετο αὐτὰς μιᾶς συντάξεως περιγραφῇ πραγμα-τεύσασθαι διὰ τὸ μέγεθος τῆς ὑποθέσεως. διὸ καὶ διερ-ριμμένων τῶν τε χρόνων καὶ τῶν πράξεων ἐν πλείοσι πραγ-ματείαις καὶ διαφόροις συγγραφεῦσι δυσπερίληπτος ἡ τούτων ἀνάληψις γίνεται καὶ δυσμνημόνευτος. ἐξετάσαντες οὖν τὰς ἑκάστου τούτων διαθέσεις ἐκρίναμεν ὑπόθεσιν ἱστορικὴν πραγματεύσασθαι τὴν πλεῖστα μὲν ὠφελῆσαι δυναμένην, 3 4 5 2

(16)

τοχρόνως θά τούς ἐνοχλῆ ἐλάχιστα. 6. Διότι ἄν ἕνας ἄνθρωπος ἀρχίση ἀπό τούς ἀρχαιοτάτους χρόνους καί καταγράψη, στόν βαθμό πού εἶναι ἱκανός, τά γεγονότα πού συνέβησαν σέ ὅλον τόν κόσμο μέχρι τῶν ἡμερῶν του καί ἔχουν παραδοθῆ μέ τήν μνήμη, εἶναι φανερό ὅτι ἀναλαμβάνει ἐπίμοχθο ἔργο, προσφέ-ρει ὅμως στούς φιλομαθεῖς μία ἐργασία χρησιμώτατη ἀπό κάθε ἄλλη. 7. Διότι ἀπό μία τέτοια ἐργασία θά μπορῆ καθένας πρό-θυμα νά παίρνη ὅ,τι εἶναι χρήσιμο γιά τήν ζωή του, σάν νά ἀντλῆ ἀπό μία μεγάλη πηγή. 8. Διότι αὐτοί πού ἔχουν τήν διά-θεσι νά μελετήσουν τίς ἱστορίες τόσων πολλῶν συγγραφέων, δέν εἶναι εὔκολο ν’ ἀποκτήσουν ὅλα αὐτά τά βιβλία πού χρειάζον-ται. Ἔπειτα, οἱ συγγραφές αὐτές εἶναι τόσο ποικίλες καί τόσο πολλές, ὥστε ἡ κατανόησις τῶν γεγονότων γίνεται πάρα πολύ δύσκολη καί σχεδόν ἀνέφικτη. Ἐνῶ ἡ συγκέντρωσις καί ἡ με-θοδική ἐξιστόρησις σ’ ἕνα ἑνιαῖο ἔργο ὅλων αὐτῶν τῶν γεγο-νότων μέ τήν ἐξωτερική λογική τους διευκολύνει τήν ἀνάγνωσι, καθώς καί τήν κατανόησι καί παρακολούθησι τῶν γεγονότων. Γενικά, μία ἱστορία μέ τέτοιο χαρακτῆρα πρέπει νά θεωρῆται ὅτι ὑπερέχει ἀπ’ ὅλες τίς ἄλλες τόσο ὅσο χρησιμώτερο εἶναι τό ὅλον ἀπό τό μέρος καί ἡ συνέχεια ἀπό τήν διάσπασι, καί τό γεγονός πού εἶναι προσδιωρισμένος μέ ἀκρίβεια ὁ χρόνος πού ἔλαβε χώρα ἀπό ἐκεῖνο πού δέν εἶναι γνωστό σέ ποιά ἐποχή συνέβη. 4. Γι’ αὐτό κι’ ἐμεῖς ἐκτιμῶντας ὅτι ἡ ἀνάληψις ἑνός τέτοιου ἔργου εἶναι χρησιμωτάτη, ἀπαιτεῖ ὅμως πολύ μόχθο καί χρόνο, ἀσχοληθήκαμε μέ τό ἔργο αὐτό ἐπί τριάντα ὁλόκληρα ἔτη, ἐπι-σκεφθήκαμε ἕνα μεγάλο μέρος τῆς Ἀσίας καί τῆς Εὐρώπης μέ μεγάλη ταλαιπωρία καί κινδύνους3, γιά νά ἰδοῦμε μέ τά ἴδια μας 3. Ἡ ἐπιτόπιος ἔρευνα τοῦ Διοδώρου τοῦ Σικελιώτου καθιστᾶ τοῦτον ἀξιέπαι-νον, καθ’ ὅτι ἐρριψοκινδύνευσε, ὅπως ὁ ἴδιος ἀναφέρει, γιά τήν συλλογή τῶν στοιχείων καί τῶν πληροφοριῶν, πού παρουσιάζει. Ὅμως, ἡ ἔλλειψις κρι-τικῆς ἱκανότητος ὡς πρός αὐτά πού παρουσιάζει ἀποτελοῦν σοβαρώτατο γι’ αὐτόν καί τό ἔργο του μειονέκτημα. ἐλάχιστα δὲ τοὺς ἀναγινώσκοντας ἐνοχλήσουσαν. εἰ γάρ τι τὰς εἰς μνήμην παραδεδομένας τοῦ σύμπαντος κόσμου πράξεις, ὥσπερ τινὸς μιᾶς πόλεως, ἀρξάμενος ἀπὸ τῶν ἀρχαι-οτάτων χρόνων ἀναγράψαι κατὰ τὸ δυνατὸν μέχρι τῶν καθ’ αὑτὸν καιρῶν, πόνον μὲν ἂν πολὺν ὑπομεῖναι δῆλον ὅτι, πραγ-ματείαν δὲ πασῶν εὐχρηστοτάτην συντάξαιτο τοῖς φιλανα-γνωστοῦσιν. ἐξέσται γὰρ ἐκ ταύτης ἕκαστον πρὸς τὴν ἰδίαν ὑπόστασιν ἑτοίμως λαμβάνειν τὸ χρήσιμον, ὥσπερ ἐκ μεγάλης ἀρυόμενον πηγῆς. τοῖς μὲν γὰρ ἐπιβαλλομένοις διεξιέναι τὰς τῶν τοσούτων συγγραφέων ἱστορίας πρῶτον μὲν οὐ ῥᾴδιον εὐπορῆσαι τῶν εἰς τὴν χρείαν πιπτουσῶν βίβλων, ἔπειτα διὰ τὴν ἀνωμαλίαν καὶ τὸ πλῆθος τῶν συνταγμάτων δυσκατάλη-πτος γίνεται τελέως καὶ δυσέφικτος ἡ τῶν πεπραγμένων ἀνάληψις· ἡ δ’ ἐν μιᾶς συντάξεως περιγραφῇ πραγματεία τὸ τῶν πράξεων εἰρόμενον ἔχουσα τὴν μὲν ἀνάγνωσιν ἑτοίμην παρέχεται, τὴν δ’ ἀνάληψιν ἔχει παντελῶς εὐπαρακολούθη-τον. καθόλου δὲ τῶν ἄλλων τοσοῦτον ὑπερέχειν ταύτην ἡγητέον ὅσῳ χρησιμώτερόν ἐστι τὸ πᾶν τοῦ μέρους καὶ τὸ συ-νεχὲς τοῦ διερρηγμένου, πρὸς δὲ τούτοις τὸ διηκριβωμένον τοῖς χρόνοις τοῦ μηδὲ γινωσκομένου τίσιν ἐπράχθη καιροῖς. 4. Διόπερ ἡμεῖς ὁρῶντες ταύτην τὴν ὑπόθεσιν χρησιμωτάτην μὲν οὖσαν, πολλοῦ δὲ πόνου καὶ χρόνου προσδεομένην, τριάκοντα μὲν ἔτη περὶ αὐτὴν ἐπραγματεύθημεν, μετὰ δὲ πολλῆς κακοπαθείας καὶ κινδύνων ἐπήλθομεν πολλὴν τῆς τε Ἀσίας καὶ τῆς Εὐρώπης, ἵνα τῶν ἀναγκαιοτάτων καὶ πλείστων 6 7 8

References

Related documents

There are also various other reporting requirements specific to certain lines of business such as reporting to the Employees Compensation Insurer Insolvency Bureau, Motor

• Network level control: Using next-generation firewalls that are designed to identify and control applications (not ports), such as Palo Alto Networks, is a network level approach

provide recommendations relating to various matters, including but not limited to the risk model of the CCP, changes to the CCP’s operating rules that have a material impact on

Kinerja struktur EBF-D dengan link geser berpengaku badan diagonal yang didesain tidak memenuhi syarat ke- tentuan AISC 2005 yang selanjutnya disebut model D200 dibandingkan

For example, it is important to verify whether there indeed exists a non-monotonic relationship between the optimal level of deterrence (i.e. R&D activity chosen by the

disks with a diameter of 8.5 cm. This study used three disk types for the modified press sampler a C18, PUF, and a 100% cotton disk. More detailed information on the C18 and

As this study focuses on Entrepreneurship Education in an institute for secondary five school leavers in Hong Kong, a case study research approach was employed to investigate

Nadalje, unatoč tome što odabrane novine nisu izlazile na području grada Rijeke o čijim je političkim i etničkim sukobima bilo riječi u ovom radu, novine su sadržavale