ΤΟ ΔΙΑΜΑΝΤΙ ΤΩΝ ΘΕΩΝ

422  Download (0)

Full text

(1)
(2)
(3)

Τίτλος: Το διαμάντι των θεών

Συγγραφέας: Στυλιανός Κιλημάντζος

© Andy’s Publishers, Αθήνα 2013, ISBN 978-960-565-013-1

Andy’s Publishers Σόλωνος 54 ● 10672 ● Αθήνα ● EU Hellas (GR) ΤΗΛ: (+30) 210 3628288 ● FAX: (+30) 210 3600024 URL: www.andyspublishers.com Απαγορεύεται η μετάφραση, προσαρμογή, αναπαραγωγή μερική ή συνολική, καθώς και η δημόσια προβολή του παρόντος με κάθε τρόπο ή μέσο και σε οποιαδήποτε χώρα, χωρίς προηγούμενη άδεια των εκδοτών. Η παράβαση των ανωτέρω επιφέρει κυρώσεις οι οποίες προβλέπονται από την ελληνική, την ευρωπαϊκή και τη διεθνή νομοθεσία που διέπει την προστασία των πνευματικών δικαιωμάτων (Ν. 2121/1993 & κανόνες του Διεθνούς Δικαίου που ισχύουν στην Ελλάδα).

(4)

Στυλιανός Κιλημάντζος

Το διαμάντι των θεών

andy’s publishers 2013

(5)

1

Βουνά και σύννεφα σκοτεινά αντίκριζε κανείς όταν έστρεφε το βλέμμα του στα ανατολικά της Ζιλμάτα, ανατολικότερου συνόρου της χώρας των Σαλούβιαρ. Καταχνιά, κρύο και χαλάζι ήταν οι μόνιμοι σύντροφοι όποιου είχε την ατυχία να βρεθεί σε αυτά τα μέρη. Μια γη πραγματικά καταραμένη. Ήταν λες και το αίμα που είχε ποτίσει το χώμα της να την είχε μιάνει για πάντα, απαγορεύοντας σε οτιδήποτε όμορφο να δημιουργηθεί ποτέ εκεί πέρα. Ή τουλάχιστον έτσι έλεγαν οι άνθρωποι που συνηθίζουν να κοιτάζουν οπουδήποτε αλλού για τις αιτίες των προβλημάτων, εκτός φυσικά από τους ίδιους τους τους εαυτούς. Έτσι λοιπόν είχαν προτιμήσει να φτιάξουν αμέτρητους θρύλους για την περιοχή αντί να κοιτάξουν την αλήθεια κατάματα. Πώς είναι δυνατόν να δημιουργηθεί οτιδήποτε όμορφο σε μια περιοχή, που τους τελευταίους τέσσερις αιώνες ρημαζόταν από πόλεμο; Πίσω από την οροσειρά Φουγέτ κρυβόταν μια πόλη που στις μεγάλες δόξες της είχε χαρακτηριστεί το Σμαράγδι του Κόσμου. Η Ραμίνα πρώην πρωτεύουσα των καταδιωγμένων Σαλούβιαρ και νυν πρωτεύουσα της μεγάλης δύναμης που ήρθε από την ανατολή και τα σάρωσε όλα, των Ούρμπιλαχ. Φυσικά οι Ούρμπιλαχ δεν είχαν αρκεστεί στη Ραμίνα. Όλη η χώρα των Σαλούβιαρ, η μια επαρχία μετά την άλλη, έπεσε στα χέρια του αδυσώπητου νέου αφέντη της. Πολλοί είπαν τότε ότι οι Σαλούβιαρ έσβησαν για πάντα από την ιστορία και ότι το όνομά τους δε θα ξανακουγόταν ποτέ. Τα πρώτα χρόνια της κατοχής επιβεβαίωσαν τα λόγια τους. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι οι Σαλούβιαρ δεν είχαν ακόμα συνειδητοποιήσει τι είχε συμβεί. Δεν μπορούσαν ακόμα να πιστέψουν ότι εκείνοι που ήταν κάποτε η μεγαλύτερη δύναμη στον κόσμο, πλέον σέρνονταν αλυσοδεμένοι σαν τα σκυλιά, στα κάτεργα και στις φυλακές. Τα σπίτια τους και οι περιουσίες τους είχαν χαθεί και οι οικογένειες είχαν διαλυθεί, πολλές φορές χωρίς να γνωρίζει ο ένας την τύχη του άλλου. Έτσι

(6)

συνέχισαν να ζουν τον πρώτο καιρό, αποχαυνωμένοι και απαθείς. Αλλά κάποια στιγμή αναπόδραστα αυτό θα άλλαζε. Η επανάσταση ξεκίνησε ξαφνικά χωρίς ιδιαίτερη οργάνωση, αλλά οδηγούμενη από την αγανάκτηση, το εθνικό συναίσθημα και την απελπισία των Σαλούβιαρ, απέκτησε μια ορμή που έφερε σε αμηχανία τους Ούρμπιλαχ. Η μια νίκη ακολούθησε την άλλη και ξαφνικά έγινε το ακατόρθωτο. Οι Σαλούβιαρ είχαν και πάλι ένα κράτος δικό τους. Δεν είχε καμία σχέση με τα μεγαλεία του παρελθόντος. Ήταν μια μικρή αλλά υπολογίσιμη χώρα στα δυτικά της τεράστιας επικράτειας των Ούρμπιλαχ. Ήταν όμως το αγκάθι που τσιμπούσε ασταμάτητα το γίγαντα και αργά αλλά σταθερά του έπινε το αίμα. Οι Σαλούβιαρ αν και είχαν γλιτώσει από τον κίνδυνο ο πολιτισμός τους να χαθεί για πάντα από την ιστορία, δεν ήταν ικανοποιημένοι. Ήξεραν ότι δεν ήταν ακόμα δυνατόν να ξαναγίνουν αυτοκρατορία. Για να γίνει κάτι τέτοιο θα έπρεπε να περάσουν αιώνες. Έτσι δεν έτρεφαν ψευδαισθήσεις. Όμως ήταν κάτι που μπορούσαν να το κατορθώσουν ή τουλάχιστον έτσι πίστευαν και όσο αποτύγχαναν σε αυτήν τους την επιδίωξη, η καρδιά τους γέμιζε πίκρα. Η ανάκτηση της Ραμίνα, το καύχημα των Σαλούβιαρ, αποτελούσε πρωταρχικό τους στόχο. Ήταν η ευχή που έκαναν πριν πάνε για ύπνο κάθε βράδυ και ο τρόπος με τον οποίον τελείωναν κάθε τους πρόποση στα γλέντια και στις γιορτές. «Του χρόνου θα πίνουμε κρασί στη Ραμίνα» έλεγαν. Το όνειρο όμως ακόμα δεν είχε πραγματοποιηθεί. Η επιθετική ορμή των Σαλούβιαρ στη μεγάλη επανάσταση σταμάτησε στη Ζιλμάτα. Οι Ούρμπιλαχ υποχώρησαν στα βουνά της Φουγέτ και εκεί αποφάσισαν ότι δε θα υποχωρούσαν άλλο. Θα πολεμούσαν και θα παρέμεναν εκεί όποιο και αν ήταν το τίμημα. Η Ραμίνα δε θα έπεφτε αμαχητί. Η επιλογή των Ούρμπιλαχ δεν ήταν τυχαία. Τα τείχη της Ραμίνα δεν ήταν τόσο γερά όσο στην εποχή των Σαλούβιαρ. Οι Ούρμπιλαχ είχαν γκρεμίσει τα πρώτα τείχη τον καιρό της κατάκτησης της πόλης και είχαν υψώσει αργότερα τα δικά τους. Δεν ήταν όμως τόσο

(7)

καλοί χτίστες όσο οι Σαλούβιαρ και το γνώριζαν. Έτρεμαν λοιπόν στην ιδέα μιας ενδεχόμενης πολιορκίας της δικής τους πλέον πρωτεύουσας. Αντίθετα όμως ήταν καλύτεροι από τους Σαλούβιαρ στη μάχη στα βουνά, τις χαράδρες και τις απότομες πλαγιές. Για αυτό το λόγο είχαν χτιστεί στα βουνά Φουγέτ αμέτρητα μικρά φυλάκια, που έκαναν το πέρασμα των βουνών χωρίς την άδειά τους αδύνατο. Έτσι οι Σαλούβιαρ πλήρωναν κάθε χρόνο υψηλό φόρο αίματος στην προσπάθειά τους να διαπεράσουν αυτό το κιγκλίδωμα, που είχαν δημιουργήσει οι αντίπαλοί τους για να προστατεύσουν το έπαθλό τους. Η Ζιλμάτα αποτελούσε το πεδίο αυτής της προαιώνιας διαμάχης. Κάποιες φορές οι Σαλούβιαρ έφταναν μέχρι τα βουνά και κατέστρεφαν μερικά φυλάκια, μόνο και μόνο για να πέσουν τελικά σε κάποια παγίδα των Ούρμπιλαχ, που ξετρύπωναν από κάθε γωνιά των βράχων. Άλλες φορές οι τελευταίοι άφηναν τις κρυψώνες τους στα βουνά και τολμούσαν κάποια επιδρομή στην πεδιάδα της Ζιλμάτα, όπου είχαν οι Σαλούβιαρ τα στρατόπεδά τους. Συνήθως όμως μετάνιωναν για τις παράτολμες ενέργειές τους, γυρίζοντας πίσω με περισσότερες απώλειες απ’ ό,τι λάφυρα. Έτσι είχε υπάρξει μια ισορροπία. Κανένας δεν υποχωρούσε και κανένας δεν έκανε το πρώτο βήμα για ειρήνη. Το μίσος που υπήρχε δεν άφηνε περιθώρια για κάτι τέτοιο. Πολλές ξένες προσπάθειες για παρέμβαση στο ζήτημα είχαν γίνει. Όμως οι δύο πλευρές δε δέχονταν καμία λύση, πέρα από την καταστροφή της μιας ή της άλλης. Έτσι η προσοχή τους παρέμενε πάντα στραμμένη στη Ζιλμάτα. Οι δυνάμεις τους ήταν πάντα σε επιφυλακή και δεν παρέλειπαν να θυμίζουν η μια χώρα την ύπαρξη της άλλης με κάποια ξαφνική επίθεση. Ακόμα και αν δεν ήλπιζαν να επιτύχουν κάτι, αποτελούσε παράδοση και καθήκον να συγκρούονται πεισματικά. Ο διοικητής της στρατιάς των Σαλούβιαρ στα σύνορα ήταν ο Μπέριντεμ Ιμπανόγιο. Έμπειρος στρατιωτικός και πατριώτης, είχε απαρνηθεί το σπίτι του και την οικογένειά του για να διαφυλάττει τη χώρα του από τη μόνιμη απειλή. Πέρα από το

(8)

γεγονός ότι ήταν ικανότατος μαχητής, είχε και ένα άλλο μοναδικό πλεονέκτημα σε σύγκριση με τους υπόλοιπους συναδέλφους του. Είχε τη μόνιμη συντροφιά του πατέρα του, που τον συμβούλευε και τον προειδοποιούσε για κάθε κίνδυνο. Η ιδιαιτερότητα της σχέσης τους όμως ήταν ότι ο Καριντάμ Ιμπανόγιο, ο πατέρας του, ήταν νεκρός εδώ και χρόνια. Όπως και ο γιος του εκείνη την εποχή έτσι και εκείνος κάποτε, ήταν ικανός αξιωματικός και σημαντικό εργαλείο στον πόλεμο κατά των Ούρμπιλαχ. Όπως και χιλιάδες άλλοι όμως έτσι και εκείνος είχε πέσει στη μάχη, χτυπημένος από ένα ρόπαλο με καρφιά που τον είχε βρει στο αριστερό μάτι, ξεσκίζοντας το μισό του πρόσωπο. Ο Μπέριντεμ δεν προσπάθησε να κρύψει τον πόνο του για το χαμό του πατέρα του και πέρασε πολλές ώρες θρηνώντας πάνω από τον τάφο του. Ένα βράδυ ξύπνησε από έναν παράξενο ψίθυρο και ανάβοντας ένα κερί, ανακάλυψε έντρομος τη μορφή του πατέρα του να τον κοιτάζει από την άλλη άκρη του δωματίου. Κανείς από τους δύο τους δεν μπορούσε να το εξηγήσει, αλλά το φάντασμα του Καριντάμ είχε επιστρέψει φανερό μόνο στα μάτια του γιού του. Έκτοτε ήταν πάντα μαζί και ο Μπέριντεμ είχε πάντα ένα φύλακα άγγελο να τον προσέχει, με αποτέλεσμα κανείς να μην μπορεί να τον ξαφνιάσει στη μάχη ή να συρθεί από πίσω του απροειδοποίητα. Πέρα από αυτό η εμπειρία χρόνων του πατέρα του ήταν πλέον και δική του και μαζί με τη δική του νεανική ορμή, είχαν δημιουργήσει ένα αχτύπητο δίδυμο. Ο διοικητής συνήθιζε τα βραδιά να περιδιαβαίνει το στρατόπεδο και να βγαίνει ακόμα και έξω από τα όριά του, όπου οι στρατιώτες του θα μπορούσαν να του παρέχουν ασφάλεια. Χανόταν στην καταχνιά και εξερευνούσε τις παρυφές των βουνών, που είχαν σταθεί το μισητό εμπόδιο σε αυτό που τόσο πολύ λαχταρούσαν οι καρδιές τους. Δεν ένιωθε φόβο αφού ο πατέρας του ξεπερνώντας πλέον τους περιορισμούς της σάρκας, μπορούσε να δει και να ακούσει οτιδήποτε σε απόσταση χιλιομέτρων, προειδοποιώντας έτσι το γιο του για κάποιο σκοπό των Ούρμπιλαχ που ίσως τον αντιλαμβανόταν.

(9)

Έτσι και εκείνο το βράδυ βγήκε για τη νυχτερινή του βόλτα και απομακρύνθηκε αρκετά. Με τα αυτιά του πατέρα του άκουγε τους ήχους των πλασμάτων της νύχτας, που κυνηγούσαν ή έτρεχαν τα ίδια να σωθούν από κάποιον κυνηγό. Μύρισε τον αέρα και αναστέναξε ικανοποιημένος. Του φαινόταν απίστευτο αλλά είχε συνηθίσει αυτήν την άγονη γη και είχε φτάσει και στο σημείο να την αγαπήσει. Άλλωστε η Ζιλμάτα ήταν πια πιο πολύ πατρίδα για αυτόν, αφού εκεί περνούσε το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου, έχοντας πολύ λίγες ευκαιρίες για επισκέψεις στη γενέτειρά του. Εκεί είχε έρθει πολύ πιο κοντά στη φύση απ’ ό,τι οπουδήποτε αλλού στη ζωή του και αυτός ήταν και ο δεύτερος λόγος που αρεσκόταν σε αυτές τις προσωπικές περιπολίες. Ο άλλος ήταν μια αδιόρατη αίσθηση ότι κάτι θα μπορούσε να ανακαλύψει. Ίσως μια κίνηση του εχθρού που θα μπορούσε να προειδοποιήσει τους άντρες του εγκαίρως. Ίσως μια ευκαιρία να αιφνιδιάσουν τους Ούρμπιλαχ. Ίσως κάτι ακόμα σπουδαιότερο. Ο Μπέριντεμ δεν ήξερε τι, αλλά επέμενε να σαρώνει με το βλέμμα του τις πλαγιές για κάτι, κάθε βράδυ. «Κάποιος κινδυνεύει» του είπε ξαφνικά ο πατέρας του. Αυτόματα μέσω του πατέρα του στο μυαλό του Μπέριντεμ δημιουργήθηκε μια εικόνα, όπου τρεις στρατιώτες Ούρμπιλαχ κυνηγούσαν μια κοπέλα με σκισμένα ρούχα. Το πρόσωπο της και το σώμα της ήταν λερωμένα με χώμα, ενώ ο τρόμος και η φρίκη ήταν ζωγραφισμένα στο πρόσωπό της. Έτρεχε με όλες της τις δυνάμεις αλλά δε θα κατάφερνε να ξεφύγει. Η πρώτη σκέψη του Μπέριντεμ ήταν να σπεύσει σε βοήθεια του άτυχου κοριτσιού. Με το σπαθί ξεθηκαρωμένο λοιπόν, όρμησε προς το μέρος όπου διαδραματιζόταν το συμβάν, καθοδηγούμενος από τον πατέρα του. Δεν άργησε να βρει τους τρεις αχρείους να έχουν περικυκλώσει το θύμα τους σαν αγέλη από ύαινες. Επιτέθηκε χωρίς δισταγμό κόβοντας το κεφάλι του πρώτου στα δύο, καθώς ήταν εντελώς ανυποψίαστος. Οι άλλοι δύο όμως πρόλαβαν και αντεπιτέθηκαν. Ήταν εξοργισμένοι. Όχι μόνο ο αναιδής Σαλούβιαρ είχε τολμήσει να μπει στην περιοχή τους και να

(10)

σκοτώσει ένα δικό τους. Τους είχε χαλάσει και τη διασκέδαση που θα είχαν με την κοπέλα. Του επιτέθηκαν λοιπόν ταυτόχρονα χωρίς να έχουν καμία διάθεση να τον αντιμετωπίσουν ένας-ένας, όπως επέβαλλαν οι κανόνες τιμής. Κανείς δεν είχε λάβει υπόψη του τους ηθικούς κανόνες σε αυτόν τον πόλεμο. Ούτε από τη μια ούτε από την άλλη πλευρά. Τον στρίμωξαν αναγκάζοντάς τον να περάσει στην άμυνα, παρόλο που εκείνος είχε επιτεθεί πρώτος. Με ένα ξαφνικό τίναγμα του σπαθιού του έκοψε το αυτί του ενός, αναγκάζοντάς τον να υποχωρήσει ουρλιάζοντας. Με αυτήν την εξισορρόπηση δυνάμεων μπορούσε πλέον να κοιτάξει στα μάτια τον τρίτο πολεμιστή, χωρίς άλλους περισπασμούς. Στόχευσε στα πόδια και όταν ο άλλος πήδηξε, έστρεψε το σπαθί προς τα πάνω σουβλίζοντάς τον στην κυριολεξία. Είχε ξεχάσει όμως τον τραυματισμένο άντρα με το κομμένο αυτί. Παρά τον πόνο του βρήκε τη δύναμη να ορμήσει στον Σαλούβιαρ με σκοπό να τον καρφώσει στην καρδιά. Ο Μπέριντεμ προσπάθησε απελπισμένα να απελευθερώσει το όπλο του από τις σάρκες στις οποίες ήταν χωμένο, αλλά μάταια. Είδε το θάνατο να έρχεται και άκουσε τον πατέρα του μέσα στο μυαλό του να ουρλιάζει απελπισμένα. Όμως ο Ούρμπιλαχ σταμάτησε την ορμητική του επίθεση. Κοντοστάθηκε καθώς ένα ρυάκι αίμα άρχισε να κυλάει από το στόμα του. Τότε μόνο ο Μπέριντεμ διέκρινε το παλούκι που εξείχε από το στήθος του παρ’ ολίγον δολοφόνου του. Όμως η έκπληξη του ήταν ακόμα μεγαλύτερη, όταν διαπίστωσε ότι το παλούκι αποτελούσε προέκταση του χεριού της κοπέλας, που είχε σώσει και που πολύ γρήγορα του είχε ανταποδώσει τη χάρη. Το ξύλινο στέλεχος υποχώρησε από το πτώμα και άρχισε να παίρνει και πάλι σχήμα χεριού. Στο τέλος ακόμα και ο ξύλινος φλοιός είχε αντικατασταθεί από δέρμα. «Μείνε μακριά της» άκουσε τον πατέρα του να του λέει. Δεν είχε σκοπό όμως να ακολουθήσει τη συμβουλή του. Η κοπέλα τον κοίταξε φευγαλέα και άρχισε να τρέχει μακριά του. Εκείνος την ακολούθησε φωνάζοντάς της να τον περιμένει. Η κοπέλα δε σταματούσε και

(11)

ήταν και πολύ γρήγορη. Ο Μπέριντεμ έβαλε και άλλη δύναμη στα πόδια του για να τη φτάσει. Οι προειδοποιήσεις του πατέρα του μεγάλωναν σε ένταση και συχνότητα, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Η κοπέλα έφτασε μπροστά από ένα μεγάλο βράχο και με ένα καταπληκτικό άλμα πέρασε από πάνω του και χάθηκε από τα μάτια του. Μην μπορώντας να μιμηθεί το καταπληκτικό εκείνο άλμα, σκαρφάλωσε πάνω στο βράχο αλλά φτάνοντας στην κορυφή ανακάλυψε ότι η κοπέλα είχε εξαφανιστεί. Ήταν σαν να είχε ανοίξει η γη και να την είχε καταπιεί. Απογοητευμένος αποφάσισε να πηδήξει κάτω και να ψάξει για κάποιο στοιχείο. Εκεί όμως που ακούμπησαν τα πόδια του κατά την προσγείωσή του, το έδαφος υποχώρησε και άρχισε να πέφτει. Μπορούσε να καταλάβει ότι βρισκόταν σε κάποια υπόγεια σήραγγα που δε φαινόταν να έχει τέλος, γιατί η πτώση του συνεχιζόταν για πολλή ώρα. Κάποια στιγμή κατάλαβε ότι κατευθυνόταν με ταχύτητα προς ένα σημείο που φέγγιζε. Ίσως το ταξίδι του να πλησίαζε στο τέλος, χωρίς να ξέρει αν αυτό προμήνυε κάτι καλό ή κακό για αυτόν. Βρέθηκε ξαφνικά λουσμένος από φως, ενώ η πτώση του συνεχιζόταν με αμείωτη ταχύτητα. Έβλεπε το έδαφος να πλησιάζει και μαζί με αυτό, το θάνατό του. Έκλεισε τα μάτια του και περίμενε για το μοιραίο, όταν ένιωσε κάτι να τον αρπάζει και να διακόπτει τη μοιραία πτώση του. Άνοιξε τα μάτια του και είδε κλαδιά να τον έχουν τυλίξει και να τον αφήνουν απαλά στο έδαφος. Δεν μπορούσε να καταλάβει τι συνέβαινε. Το μόνο που ήξερε ήταν ότι ζούσε. Ακόμα και ο πατέρας του που είχε πάντα τις απαντήσεις, είχε μείνει άφωνος. Είδε ότι η κοπέλα που είχε σώσει στεκόταν και τον κοίταζε. Μόλις σιγουρεύτηκε ότι ήταν ασφαλής, άρχισε και πάλι να τρέχει μακριά του. Εκείνος την ακολούθησε πεισματικά. Η κοπέλα όδευε κατευθείαν προς ένα δέντρο και με την ταχύτητα που έτρεχε, σίγουρα θα τραυματιζόταν σοβαρά αν έπεφτε πάνω του. Ο Μπέριντεμ της φώναξε να προσέξει, αλλά η κοπέλα τον αγνόησε. Μόλις συγκρούστηκε με το δέντρο αντί να πέσει προς τα πίσω

(12)

χτυπημένη, έγινε ένα με το δέντρο και εξαφανίστηκε για άλλη μια φορά από τα μάτια του. Εκείνος πήγε προς το δέντρο απορημένος, ψάχνοντας κάθε σπιθαμή του. Αδυνατούσε να καταλάβει τι είχε συμβεί. Το μόνο που ήξερε με σιγουριά ήταν ότι επρόκειτο για κάποιο μαγικό πλάσμα. Ο τρόπος που είχε σκοτώσει τον Ούρμπιλαχ αλλά και το κόλπο με το δέντρο, δεν άφηναν καμία αμφιβολία. Ο πατέρας του μετά από ώρα ακούστηκε και πάλι μέσα στο κεφάλι του. «Αυτή η κοπέλα σου έχει γίνει τόσο έμμονη ιδέα, που ακόμα και κατά τη διάρκεια της μάχης, δεν άκουγες τις προειδοποιήσεις μου και παραλίγο να σκοτωθείς». «Η κοπέλα όμως με έσωσε. Της χρωστώ ένα «ευχαριστώ» και θέλω επίσης να μάθω τι δουλειά είχε στην ερημιά. Πώς βρέθηκε στα χέρια των Ούρμπιλαχ και το πιο σημαντικό ακόμα, τι είναι αυτό το μέρος;» «Αυτή είναι η πιο σημαντική ερώτηση που έκανες μέχρι τώρα. Αν είναι κάποιο υπόγειο δίχτυο από σήραγγες, τότε πρέπει να ανακαλύψουμε αν οδηγεί στους Ούρμπιλαχ. Μπορούμε να το χρησιμοποιήσουμε για να τους αιφνιδιάσουμε και να διασπάσουμε επιτέλους την άμυνα των βουνών. Είναι μια μοναδική ευκαιρία». «Είδες λοιπόν που έχω δίκιο που ακολουθώ την κοπέλα; Μπορεί να μας πει τι είναι αυτό το μέρος». «Δε με πείθεις ότι τα κίνητρά σου είναι τόσο πατριωτικά, αλλά τέλος πάντων. Η αλήθεια είναι ότι και εγώ είμαι περίεργος για το πώς είναι δυνατόν να έχουμε τέτοιο φως ενώ βρισκόμαστε κάτω από τη γη». Ο Μπέριντεμ ξαφνικά συνειδητοποίησε πόσο δίκιο είχε ο πατέρας του. Δεν είχε σταματήσει για να σκεφτεί από πού προερχόταν αυτό το φως, αφού το βέβαιο ήταν ότι δεν προερχόταν από τον ήλιο. Στην επιφάνεια εκείνη την ώρα ήταν νύχτα και ακόμα και αν ήταν μέρα, δεν ήταν δυνατόν οι ακτίνες να έφταναν μέχρι εκείνο το σημείο, τόσο βαθιά στη γη. Δεν υπήρχε καμία αμφιβολία. Αυτός ο τόπος ήταν μαγικός και το ίδιο και η κοπέλα. Το θέμα πλέον ήταν ποια θα ήταν η επόμενή του

(13)

κίνηση. Σύντομα έμαθε ότι αυτή η απόφαση δεν εξαρτάτο από τον ίδιο. «Πρόσεξε» του είπε ο πατέρας του και αυτή η έγκαιρη προειδοποίηση ήταν που τον έσωσε από βέβαιο θάνατο, καθώς μια τεράστια ξύλινη μπάλα με καρφιά προσγειώθηκε με πάταγο εκεί που βρισκόταν, λίγο πριν πηδήξει μακριά για να σωθεί. Ο Μπέριντεμ έκανε μια περιστροφή στο χώμα και ξαναστάθηκε όρθιος, προλαβαίνοντας να δει φευγαλέα, τρεις άντρες να τον κυνηγούν. Είχε σταθεί στα πόδια του και έτρεχε να σωθεί ήδη, όταν ο πατέρας του του μετέφερε νοητά την εντολή να εξαφανιστεί από εκείνη την περιοχή. Κατάφερε να βρει μέσα του τη δύναμη να τρέξει και πάλι, ήδη εξαντλημένος από την προηγουμένη καταδίωξη. Πίσω του μπορούσε να ακούσει τους τρεις άντρες να φιλονικούν καθώς τον κυνηγούσαν. Η γλώσσα τους όμως του ήταν άγνωστη και μόνο από τον τόνο της φωνής τους, κατάλαβε ότι διαφωνούσαν για κάτι που πιθανότατα είχε να κάνει με τον ίδιο. Και δεν είχε άδικο στην πρόβλεψή του. Εκείνη την ημέρα ο βασιλιάς και πατέρας του Ίζιντελ, του αρχηγού της ομάδας, του είχε ζητήσει να βγει περιπολία με το μικρό του αδερφό και τον εξάδελφό τους τον Σίκαταρ. Ο Ίζιντελ είχε διαφωνήσει έντονα με τον άρχοντά του, αλλά αναγκάστηκε να υποκύψει στη θέλησή του. Ο λόγος της διαφωνίας του ήταν ότι ο Σίκαταρ ήταν το μαύρο πρόβατο της οικογένειας, έχοντας καταφερθεί πολλές φορές εναντίον του βασιλιά του. Ο Ίζιντελ απορούσε που ο πατέρας του ανεχόταν ακόμα τον ξάδερφό του, παρόλο που ο Σίκαταρ ήταν ο μοναχογιός του μακαρίτη του αδερφού του βασιλιά και έτσι ένιωθε υποχρέωση να τον μεγαλώσει σαν παιδί του. Ο Ίζιντελ αν ήταν βασιλιάς θα είχε εκτελέσει από καιρό αυτό το σκουλήκι. Προς το παρόν πάντως έπρεπε να ανέχεται τις προσπάθειες που έκανε ο πατέρας του για να συμφιλιώσει τα δύο ξαδέρφια, μέρος των οποίων ήταν και εκείνη η περιπολία. Γύρισε στάζοντας δηλητήριο προς τον ξάδερφό του. «Αν τολμήσεις να ξαναεπιτεθείς σε κάποιον χωρίς την άδειά μου, θα φροντίσω να καείς ζωντανός στην κεντρική πλατεία. Εγώ

(14)

είμαι περιπολάρχης και δεν έδωσα εντολή να σκοτωθεί ο άγνωστος». «Αγαπητέ ξάδερφε αυτό που θα έπρεπε να σε ανησυχεί πιο πολύ είναι το πώς κατάφερε ο άγνωστος να αποφύγει το χτύπημά μου. Δεν μπορεί να μας άκουσε να ερχόμαστε, αφού κινούμαστε εντελώς αθόρυβα μέσα από τα δέντρα και το χώμα». «Αυτό θα το μάθουμε μόλις τον συλλάβουμε, ζωντανό όμως!» Την τελευταία φράση την τόνισε κάνοντας τις προθέσεις του ξεκάθαρες. Με μια κίνηση του χεριού του οι τρεις χωρίστηκαν. Ο Ίζιντελ διαλύθηκε σε χιλιάδες κόκκους χώματος και χάθηκε στη γη, ο Σίκαταρ μεταμορφώθηκε σε φύλλα και ανακατεύτηκε με τις φυλλωσιές των δέντρων και ο Κάραχτ, ο μικρός της παρέας, έγινε ένα με τους κορμούς. Ο Μπέριντεμ μην έχοντας άλλες δυνάμεις και βλέποντας τους διώκτες του εξαφανισμένους, σταμάτησε. «Μάλλον τους ξεφύγαμε». «Πολύ αμφιβάλλω. Έχε το σπαθί σου έτοιμο». Ο Μπέριντεμ κράτησε το σπαθί του και άρχισε να προχωράει προσεκτικά, κρατώντας αμυντική στάση. Αυτό όμως που επρόκειτο να του συμβεί, δε θα μπορούσε να το αντιμετωπίσει με κανέναν τρόπο. Το έδαφος κάτω από τα πόδια του υποχώρησε ρίχνοντάς τον κάτω. Μέσα από το χώμα σχηματίστηκε μπροστά του ένας από τους διώκτες του. Σήκωσε το σπαθί του για να τον καρφώσει, αλλά τότε ένα σύννεφο από φύλλα δέντρων όρμησαν εναντίον του, τυφλώνοντάς τον καθώς τον μαστίγωναν στο πρόσωπο. Αν και δεν μπορούσε να δει τους στόχους του είχε τον πατέρα του να τον καθοδηγεί. Έτσι τρύπησε τον Ίζιντελ στον ώμο, αφού εκείνος είχε κάνει το λάθος να ξαναπάρει ανθρώπινη μορφή, εγκαταλείποντας το στοιχείο της γης το οποίο είχε χρησιμοποιήσει νωρίτερα. Ούρλιαξε περισσότερο από οργή παρά από πόνο. Ο μισητός Σίκαταρ σίγουρα θα κοκορευόταν ότι είχε βγει αλώβητος από μια μάχη, στην οποία ο χαζός ξάδερφός του είχε πληγωθεί και μάλιστα από έναν αντίπαλο κατώτερο.

(15)

Καθώς το σπαθί του Μπέριντεμ μπηγόταν στη σάρκα του πρίγκιπα, μια κραυγή ακούστηκε από τους κορμούς των δέντρων. Ένα σώμα ξύλινο εκτοξεύθηκε και κατάφερε ένα γερό χτύπημα στο κεφάλι του Μπέριντεμ. Ο στρατηγός των Σαλούβιαρ έπεσε αναίσθητος. Ο Κάραχτ μετέτρεψε το σώμα του και πάλι σε σάρκινο και έτρεξε όλο ανησυχία κοντά στο μεγάλο του αδερφό. «Είσαι καλά; Αιμορραγείς. Γιατί δεν έμεινες στο χώμα;» «Παράτα με Κάραχτ. Δεν είναι κάτι σοβαρό. Ο Κίνιαχ θα με γιατρέψει με κάποιο από τα βότανά του αμέσως. Δεν είναι ανάγκη να υπερβάλεις». Ο Κάραχτ πληγωμένος από τα σκληρά λόγια του αδερφού του σώπασε. Δε θα κράταγε όμως κακία στον Ίζιντελ. Λάτρευε και θαύμαζε τον αδερφό του πιο πολύ και από θεό. Μπορούσε επίσης να φανταστεί το λόγο του εκνευρισμού του, κοιτάζοντας το ενοχλητικό μειδίαμα του Σίκαταρ. «Σίκαταρ πάρε τον αιχμάλωτο. Θα τον πάμε στο κάστρο για ανάκριση. Πρέπει να μάθουμε τι δουλειά έχει ένα πλάσμα της επιφάνειας στον κόσμο μας. Και το πιο σημαντικό, πώς μας βρήκε. Δεν μπορούμε να επιτρέψουμε στους ομοίους του να γεμίσουν τον κόσμο μας. Είναι όλοι τους ξυλοκόποι και εχθροί της φύσης» είπε ο Ίζιντελ. Ο Σίκαταρ χαιρέτησε στρατιωτικά το διάδοχο του θρόνου με μια γερή δόση ειρωνείας και διέταξε τα κλαδιά των δέντρων να πάρουν τον Μπέριντεμ και τον ίδιο μακριά. Μόνο αφού χάθηκαν από το οπτικό του πεδίο, τόλμησε ο Ίζιντελ να αγγίξει τον πονεμένο του ώμο. Ο Κάραχτ τον πλησίασε για να τον εξετάσει. Άγγιξε την πληγή και από την παλάμη του ξεχύθηκε ευεργετικός χυμός από καρπούς δέντρων. «Θα καταπραΰνει προσωρινά την πληγή, αλλά πρέπει να το δει οπωσδήποτε ο Κίνιαχ». Ο Ίζιντελ συμφώνησε με ένα νεύμα του κεφαλιού. Η ανήσυχη έκφρασή του όμως δεν οφειλόταν στον πόνο που ένιωθε. «Κάραχτ κάτι δεν πάει καθόλου καλά σε αυτήν την ιστορία. Αυτό το πλάσμα της επιφάνειας δεν είναι ένας απλός στρατιώτης. Είδες πώς απέφυγε την μπάλα με καρφιά του Σίκαταρ. Και την ώρα που με πέτυχε με το σπαθί του, είμαι σίγουρος ότι δε με

(16)

κοίταζε καν. Τον είχαν τυφλώσει τα φύλλα του Σίκαταρ. Πώς είναι δυνατόν να με πέτυχε όντας ουσιαστικά τυφλός;» «Απλά στάθηκε τυχερός. Μη βασανίζεις το μυαλό σου για ένα κατώτερο πλάσμα. Θα τον ανακρίνουμε και μετά θα τον εκτελέσουμε, για να μην πει σε κανέναν άλλον από την επιφάνεια για τον κόσμο μας». «Κατώτερο πλάσμα ε; Κάραχτ υπάρχει κάποιος λόγος που ο πατέρας επιμένει να μελετούμε την ιστορία του τόπου μας. Ξέχασες τη Χρονιά της Μεγάλης Πυρκαγιάς; Και τότε κατώτερα πλάσματα τους θεωρούσαμε, αλλά παραλίγο να αφανίσουν τον κόσμο μας». «Ξέρω ιστορία αδερφέ. Τότε δεν τους ξέραμε και τους εμπιστευτήκαμε. Τώρα όμως δεν πρόκειται να κάνουμε το ίδιο λάθος ξανά. Έλα πάμε στο κάστρο. Πρέπει να αναφέρουμε και στον πατέρα». Καθώς έφευγαν δύο κοριτσίστικα μάτια εμφανιστήκαν σε μια πέτρα παρακολουθώντας τους. Υπήρχε ένα χρέος που είχε δημιουργηθεί εκείνο το βράδυ και η κάτοχος των ματιών σκόπευε να το ξεπληρώσει. Ο Μπέριντεμ συνήλθε, έχοντας τρομερό πονοκέφαλο, την ώρα που ο Σίκαταρ έμπαινε στην πόλη. Ο Μπέριντεμ στην αρχή νόμιζε ότι είχε παραισθήσεις από το χτύπημα, σύντομα όμως συνειδητοποίησε ότι αυτό που έβλεπε ήταν πραγματικότητα. Σε αυτόν τον κόσμο που τόσο ξαφνικά και αναπάντεχα είχε βρεθεί, τα κτίρια δεν ήταν φτιαγμένα από πέτρα, ούτε μπορούσε κανείς να τα χαρακτηρίσει άψυχα αντικείμενα. Έμοιαζαν με τεράστια δέντρα που είχαν ανοίγματα, τα οποία φανταζόταν ότι εξυπηρετούσαν ως παράθυρα και πόρτες. Δεν ήταν ακίνητα. Πάλλονταν από ζωή και όπως αργότερα θα μάθαινε ο Μπέριντεμ, αυτές οι δέντρινες οικίες αντανακλούσαν τα συναισθήματα των κατοίκων τους. Έτσι αν οι κάτοικοι ένιωθαν χαρά το δέντρο στεκόταν στητό και περήφανο, με τα κλαδιά του ανθισμένα με φύλλα και καρπούς. Όταν όμως οι κάτοικοι ήταν δυστυχισμένοι, τότε το δέντρο μαράζωνε και αυτό και έγερνε, αφήνοντας τα φύλλα του να πέσουν, μένοντας έτσι γυμνό.

(17)

Οι δρόμοι ήταν επίσης ζωντανοί και λειτουργούσαν σε τέλεια αρμονία με τους διαβάτες. Το χώμα και οι πέτρες εναλλάσσονταν συνεχώς. Όταν κάποιος κάτοικος διέσχιζε το δρόμο, πλατιές πέτρες στρώνονταν μπροστά του για να τον βοηθήσουν να περάσει πιο εύκολα. Αφού πέρναγε οι πέτρες έδιναν τη θέση τους στο χώμα, μέσα από το οποίο έβγαιναν πανέμορφα άνθη. Τα πάντα βρίσκονταν σε μια διαρκή κίνηση, κάνοντας το ανεκπαίδευτο μάτι να κουράζεται. Ο Μπέριντεμ μην μπορώντας να πιστέψει στα μάτια του, ρουφούσε τις εικόνες άπληστα. Αυτό το μαγικό μέρος τον γοήτευε όλο και περισσότερο, κάθε στιγμή που περνούσε κάνοντάς τον να ξεχάσει τη δυσχερή θέση στην οποία βρισκόταν. Τα πλάσματα αυτά τα οποία επιφανειακά έμοιαζαν με ανθρώπους, αλλά που μπορούσαν να αλλάξουν το σώμα τους σε οποιαδήποτε φυσική ύλη επιθυμούσαν, χρησιμοποιούσαν τα κλαδιά των δέντρων για να μετακινηθούν, αλλά αυτός δεν ήταν ο μόνος τρόπος μετακίνησης. Όπως οι τρεις διώκτες του, έτσι και τα υπόλοιπα πλάσματα αυτής της φανταστικής δεντρούπολης, ενώνονταν με τα δέντρα, τα φύλλα, το χώμα, τις πέτρες και από μέσα τους διένυαν μεγάλες αποστάσεις, φτάνοντας ανενόχλητοι στον προορισμό τους. Τα κλαδιά που είχε υπό τον έλεγχό του ο Σίκαταρ παρέδιδαν τον Μπέριντεμ από το ένα δέντρο στο άλλο, συνεχίζοντας έτσι την πορεία του προς κάποια φυλακή, απ’ όσο μπορούσε τουλάχιστον να μαντέψει. Μια απόπειρα που έκανε για να ξεφύγει είχε σαν αποτέλεσμα τη σκληρή τιμωρία από τα ίδια τα κλαδιά. Δύο ισχυρά χτυπήματα στα πλευρά και του έκοψαν κάθε όρεξη για απόδραση. Κατάλαβε ότι προς το παρόν δεν μπορούσε να κάνει τίποτα για τη σωτηρία του. «Μείνε ήρεμος σε πρώτη φάση. Θα πρέπει να περιμένουμε για να βρούμε την κατάλληλη ευκαιρία για να αποδράσουμε. Τώρα που έχουν όλη τους την προσοχή στραμμένη πάνω μας δε γίνεται τίποτα. Λογικά θα σε πάνε κάπου και θα σε κρατήσουν εκεί, μέχρι να αποφασίσουν τι θα κάνουν μαζί σου. Τότε θα ψάξω να βρω έναν τρόπο να σε ελευθερώσω, αφού εμένα δεν μπορούν να με περιορίσουν όπως

(18)

εσένα». Ο πατέρας του ακουγόταν καθησυχαστικός. Ο Μπέριντεμ όμως ήξερε ότι όσο χρήσιμη και αν ήταν η άυλη και αόρατη υπόσταση του πατέρα του στην παρατήρηση των χώρων, είχε ένα σημαντικό μειονέκτημα, δεν μπορούσε να αγγίξει τίποτα. Απλά περνούσε μέσα από τα αντικείμενα αφήνοντάς τα ανεπηρέαστα. Αυτό μείωνε τις επιλογές τους σημαντικά. Καθώς προχωρούσαν είδαν να ορθώνεται μπροστά τους ένα εντυπωσιακό σύμπλεγμα δέντρων, που όλο μαζί δημιουργούσε ένα τεράστιο δέντρινο κάστρο. Ο Μπέριντεμ παρατήρησε φρουρούς σε διάφορα σημεία αν και ήταν άοπλοι. Δεν του προκάλεσε απορία το γεγονός, αφού είχε δει με τα ίδια του τα μάτια πόσο επικίνδυνοι μπορούσαν να γίνουν οι κάτοικοι αυτής της χώρας αν το ήθελαν. Με τις ικανότητες που διέθεταν, τα όπλα ήταν για αυτούς πραγματικά άχρηστα. Ο Σίκαταρ με τον κρατούμενό του, έφτασαν μπροστά από την τάφρο του κάστρου. Μια τεράστια ξύλινη γέφυρα άρχισε να σχηματίζεται από το πουθενά και προσγειώθηκε με πάταγο μπροστά στα πόδια του πρίγκιπα. Εκείνος άρχισε να τη διασχίζει με τα κλαδιά που κρατούσαν δέσμιο τον Μπέριντεμ να τον ακολουθούν πιστά. Με κάθε βήμα που έκανε προς την είσοδο του κάστρου, η γέφυρα διαλυόταν στα σημεία από τα οποία είχαν ήδη περάσει. Με την είσοδο του στο γιγάντιο κτίσμα, η γέφυρα εξαφανίστηκε ολότελα. Μέχρι κάποιος άλλος να της έδινε τη νοερή εντολή να ξαναεμφανιστεί. Ο εσωτερικός διάκοσμος του παλατιού φανέρωνε πολυτέλεια που το έκανε να ξεχωρίζει από την υπόλοιπη πόλη. Όχι όμως πολυτέλεια όπως την εννοούν οι άνθρωποι. Εδώ δεν υπήρχαν αγάλματα, χρυσαφικά, πολυτελή ανάκλιντρα, πορτρέτα από τους πιο γνωστούς καλλιτέχνες, κίονες. Η φύση είχε δωρίσει απλόχερα τα ομορφότερα άνθη της. Μια πανδαισία χρωμάτων πλημμύριζε το χώρο, κάνοντας ακόμα και την πιο σκληρή καρδιά να μαλακώσει και να σταθεί γοητευμένη από αυτό το ανεπανάληπτο θέαμα. Δεν ήταν όμως τα λουλούδια οι μοναδικοί πρωταγωνιστές σε αυτήν την παράσταση ομορφιάς. Οι κορμοί και

(19)

τα κλαδιά των δέντρων μπλέκονταν μεταξύ τους δημιουργώντας πολύπλοκα σχέδια, μέσα στα οποία με την κατάλληλη προσοχή, μπορούσε κανείς να διακρίνει παραστάσεις από την ιστορία του λαού. Ο Μπέριντεμ παρατηρούσε τα έργα τέχνης και όσο πιο προσεκτικά κοιτούσε, όλο και πιο πολλές εικόνες του αποκαλύπτονταν, δίνοντάς του την εντύπωση ότι το βάθος των παραστάσεων ήταν απύθμενο. Εκεί που με την πρώτη ματιά νόμιζε ότι έβλεπε απλά ένα κουνέλι, ανακάλυπτε έναν ολόκληρο κόσμο κρυμμένο μέσα στη γούνα του ζώου, με τις τρίχες να μεταμορφώνονται σε δίποδα πλάσματα, μισά δέντρα μισά ανθρώπους. Ο Σίκαταρ στάθηκε μπροστά από έναν ξύλινο τοίχο ο οποίος άνοιξε μπροστά του και αποκάλυψε μια στριφογυριστή σκάλα. Την κατέβηκαν και έφτασαν σε ένα μέρος που θα μπορούσε κάποιος να χαρακτηρίσει σαν μπουντρούμια. Δεν υπήρχαν κάγκελα ούτε πέτρινοι τοίχοι. Υπήρχαν μόνο ξύλινα κάθετα διαχωριστικά και με αυτόν τον τρόπο σχηματίζονταν τα υποτιθέμενα κελιά. Ο φρουρός παραμέρισε με σεβασμό μπροστά στον Σίκαταρ. Εκείνος διάλεξε ένα κελί και διέταξε τα κλαδιά να πετάξουν τον Μπέριντεμ μέσα με δύναμη. Μερικοί μώλωπες ακόμα ήταν το αποχαιρετιστήριο δώρο του Σίκαταρ. Όταν ο Μπέριντεμ σηκώθηκε από την απότομη προσγείωσή του και πλησίασε το διάδρομο, δέκα ξύλινα δοκάρια πετάχτηκαν από το έδαφος και καρφώθηκαν αποφασιστικά στο ταβάνι, φράζοντάς του το δρόμο. Άγγιξε τα δοκάρια και τα ταρακούνησε λίγο για να διαπιστώσει πόσο ανθεκτικά ήταν. Η ανταμοιβή του ήταν ένα τρύπημα από ένα αγκάθι που ξεφύτρωσε ξαφνικά, μέσα από το δοκάρι που κρατούσε με το δεξί χέρι. Απογοητευμένος έκατσε στο πάτωμα ρουφώντας το αίμα από την πληγή του χεριού του. Δεν υπήρχε λόγος για την ύπαρξη του φύλακα σκέφτηκε με πίκρα. Το ίδιο του το κελί ήταν ζωντανό και φρόντιζε να τον κρατάει φρόνιμο. Ξαφνικά ένιωσε απίστευτα αδύναμος σε αυτόν τον καινούργιο κόσμο όπου άθελά του είχε βρεθεί. Σε αυτόν τον κόσμο ήταν ένας αδύναμος άνθρωπος που

(20)

το μόνο όπλο που είχε, ήταν το σπαθί του. Κάτι άχρηστο μπροστά στις δυνατότητες με τις οποίες ήταν προικισμένα εκείνα τα πλάσματα. Ακόμα και αντικείμενα που τα νόμιζε άψυχα, ζωντάνευαν ξαφνικά για να τον τιμωρήσουν για την άγνοιά του. Ένιωσε στο μυαλό του την αποδοκιμασία του πατέρα του για αυτήν την κρίση μεμψιμοιρίας. Ήταν από τις λίγες στιγμές που μετάνιωνε, για αυτή τη δεύτερη ευκαιρία που είχε να ζήσει μαζί με τον πατέρα του. Αυτός ο νοητικός δεσμός είχε πολλά θετικά, αλλά τέτοιες στιγμές είχε ανάγκη να μείνει μόνος και όχι να έχει τον πατέρα του μέσα στο κεφάλι του να τον κριτικάρει. Το φάντασμα πάντως δε σεβάστηκε την επιθυμία του γιού του για απομόνωση, αφού είχαν με πιο σοβαρά ζητήματα να ασχοληθούν. «Δεν είναι το σπαθί σου το μόνο όπλο σου, έχεις και το μυαλό σου. Και ειδικά εσύ έχεις την τύχη να έχεις και δεύτερο μυαλό να σε βοηθάει. Σταμάτα λοιπόν την κλάψα και έλα να σκεφτούμε μαζί τι θα κάνουμε». Ο πατέρας του, πάντα πρακτικός, έδωσε ώθηση στον Μπέριντεμ να βγει από το βούρκο της απελπισίας και να ζυγίσει τις δυνατότητές του. Όσο γινόταν αυτό, ένας πολύ εκνευρισμένος βασιλιάς, επέπληττε τους δύο γιούς του και τον ανιψιό του, για την απερισκεψία τους, αφού μόνο εκεί μπορούσε να αποδώσει το γεγονός ότι τρεις Ιβίρφιντ δεν μπορούσαν να συλλάβουν έναν κοινό θνητό, χωρίς ο ένας τους να τραυματιστεί. Ο Ίζιντελ ήταν έξαλλος με τον πατέρα του, γιατί με την κατηγορία του αυτήν, τον εξευτέλιζε από τη στιγμή που εκείνος είχε τραυματιστεί και επομένως σε εκείνον αναφερόταν έστω και πλαγίως. Δε θα τον συγχωρούσε ποτέ που τον είχε μειώσει έτσι μπροστά στο μισητό του αντίπαλο τον Σίκαταρ. Ο ξάδερφός του από την άλλη δε θα μπορούσε να είναι πιο ικανοποιημένος. Είχε κατεβάσει το κεφάλι μπροστά στο βασιλιά του, προσποιούμενος ντροπή για το όλο συμβάν, ενώ μέσα του ταυτόχρονα πανηγύριζε για τη νίκη του αυτή στη μάχη των εντυπώσεων, που έδινε συνεχώς κόντρα στο διάδοχο του θρόνου. Ο Ίζιντελ εκείνη τη μέρα είχε γίνει περίγελος και το ήξεραν και οι δύο πολύ καλά.

(21)

Ο διάδοχος δεν είχε κάποια εξήγηση να δώσει στον πατέρα του για το σφάλμα του. Έτσι στεκόταν ακίνητος υπομένοντας τις οξείς παρατηρήσεις του βασιλιά του, ελπίζοντας το μαρτύριο να τέλειωνε σύντομα. Ήξερε ήδη που θα διοχέτευε την οργή του. Θα πήγαινε κατευθείαν στο κελί του κρατουμένου και θα τον ανέκρινε όσο πιο βίαια γινόταν. Θα πλήρωνε πολύ ακριβά το πλάσμα της επιφάνειας για το τραύμα που του είχε προκαλέσει. Άλλη μια οργισμένη κραυγή του πατέρα του τον ξύπνησε από την ονειροπόληση του. «Σου μιλάω που να σε πάρει! Που το έχεις το μυαλό σου; Έτσι αφηρημένος ήσουν και όταν το πλάσμα της επιφάνειας σε κάρφωσε με το σπαθί του;» είπε ο βασιλιάς Μπούμελ. Ο Σίκαταρ έπνιξε ένα γέλιο, όχι αρκετά καλά όμως ώστε να μην το αντιληφθεί ο ξάδερφος του. Συγκρατώντας με αυξανόμενη δυσκολία την οργή του ο Ίζιντελ απάντησε. «Με συγχωρείτε Μεγαλειότατε. Θα μπορούσατε να επαναλάβετε την ερώτηση;» «Λέω, τι σκοπεύεις να κάνεις με το θνητό; Γιατί τον έφερες στο παλάτι; Τώρα που ξέρει πώς να έρθει στον κόσμο μας πρέπει να θανατωθεί. Γιατί είναι ακόμα ζωντανός;» «Σκοπεύουμε να τον ανακρίνουμε για να μάθουμε πόσα ξέρει. Να μας πει πώς βρέθηκε εδώ και αν υπάρχουν άλλοι οι οποίοι γνωρίζουν το δρόμο για τη χώρα μας. Όταν σιγουρευτούμε ότι είμαστε ασφαλείς από κάποια εισβολή της επιφάνειας, τότε θα τον εκτελέσουμε». «Και νομίζεις ότι θα σου πει την αλήθεια; Πολύ αμφιβάλλω. Άλλωστε τα πλάσματα της επιφάνειας είναι πολύ απασχολημένα να σκοτώνονται μεταξύ τους, για να ασχοληθούν μαζί μας. Ακόμα και αν βρουν τρόπο να φτάσουν ως εδώ. Τέλος πάντων δεν είναι κακό να παίρνει κανείς τα μέτρα του. Ανάκρινε τον και έλα να μου αναφέρεις. Μόλις μάθεις ό,τι χρειάζεται ξεφορτώσου τον αμέσως. Μιαίνει το παλάτι μου με την παρουσία του». Οι τρεις νεαροί υποκλίθηκαν και έφυγαν από την αίθουσα. Ο Σίκαταρ έσπευσε να βρει τους φίλους του σε κάποιο καπηλειό, όπου θα

(22)

έπινε μέχρι τελικής πτώσεως, όπως συνήθιζε. Ο Ίζιντελ και ο Κάραχτ πήγαν στα μπουντρούμια για να ανακρίνουν τον Μπέριντεμ, μονάχα για να βρουν το φρουρό να κοιμάται του καλού καιρού και το κελί να είναι άδειο. Ο Κάραχτ βιάστηκε να σημάνει συναγερμό, αλλά ο μεγάλος του αδερφός τον σταμάτησε. «Δεν υπάρχει περίπτωση να κοίμισε το φρουρό και να δραπέτευσε. Ακόμα και αν ο φρουρός έπεφτε αναίσθητος, το ίδιο το κελί θα είχε σταματήσει τον κρατούμενο. Κάποιος άλλος τον έβγαλε έξω. Κάποιος που το κελί δε θα τολμούσε να πειράξει και που θα χανόταν ως διά μαγείας, χωρίς να τον πάρει κανείς είδηση». «Μόνο ένας θα μπορούσε να τα κάνει όλα αυτά. Ο Κίνιαχ» είπε ο Κάραχτ. Ο Ίζιντελ ένευσε καταφατικά. «Και τώρα τι κάνουμε Ίζιντελ;» «Αν ο γέρος δε θέλει να βρεθεί, τότε σίγουρα δεν υπάρχει κάποιος που να μπορεί να τον ξετρυπώσει. Η μαγεία του είναι ισχυρότερη από όλους μας. Φαντάζομαι θα θέλει να ανακρίνει τον κρατούμενο πριν από εμάς, για να συλλέξει όσες περισσότερες πληροφορίες μπορεί. Όταν έχει ικανοποιήσει την περιέργεια του, θα μας τον φέρει πίσω. Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να περιμένουμε. Ξύπνα τον άχρηστο το φύλακα. Δεν μπορώ να τον βλέπω έτσι, εκνευρίζομαι».

(23)

2

Οι υποθέσεις των δύο αδερφών δεν ήταν λανθασμένες. Ο Μπέριντεμ άκουσε το φύλακά του να πέφτει αναίσθητος και είδε μια σκόνη να πλανάται πάνω από το κεφάλι του. Υπέθεσε ότι σε αυτήν οφειλόταν η νάρκωση. Περίμενε να δει από πού ερχόταν αυτή η απρόσμενη βοήθεια, αλλά μπόρεσε να διακρίνει μονάχα μια σκιά. Αυτό που του έκανε μεγάλη εντύπωση, ήταν ότι όταν η σκιά έπεσε στα δοκάρια που τον κρατούσαν αιχμάλωτο, αυτά λύγισαν σαν να προσπαθούσαν φοβισμένα να απομακρυνθούν από το άγγιγμά της. Η αρκετά δυσοίωνη αυτή σκηνή δεν πρόλαβε να ανησυχήσει πολύ τον Μπέριντεμ, αφού για δεύτερη φορά εκείνη τη μέρα, το έδαφος άνοιξε κάτω από τα πόδια του και χάθηκε από το κελί, σαν να μην είχε μπει ποτέ. Όταν προσγειώθηκε στο τέλος αυτής της σήραγγας στην οποία αιφνιδίως είχε βρεθεί, ήταν ακόμα πιο βαθιά μέσα στη γη σε σχέση με νωρίτερα. Αναρωτήθηκε αν υπήρχε κάποιο τέλος στο βάθος αυτής της μαγικής χώρας ή αν εκτεινόταν απύθμενα. Και αυτή τη φορά τα πανταχού παρόντα κλαδιά τον έπιασαν, πριν τραυματιστεί από τη σφοδρότητα της πτώσης. Βρισκόταν σε ένα σκοτεινό δωμάτιο και μπορούσε να μυρίσει κρασί, χαρτί και διάφορες άλλες οσμές που χαρακτηρίζουν ένα δωμάτιο που κατοικείται. Επίσης το μέρος ήταν ζεστό. Από αυτά συμπέρανε ότι δε βρισκόταν σε κάποιο κελί πλέον. Σηκώθηκε όρθιος και άρχισε να ψηλαφίζει αντικείμενα γύρω του προσπαθώντας να βρει μια διέξοδο. Ένα φως εμφανίστηκε ξαφνικά φανερώνοντας ένα μέρος του χώρου καθώς και έναν γέροντα. Κράταγε στο χέρι του ένα λουλούδι από το οποίο έβγαινε το φως. Η λάμψη του άνθους ήταν κάτι το πρωτόγνωρο για τον Μπέριντεμ. Δεν ήταν ιδιαίτερα έντονη, αλλά του χάριζε μια αγαλλίαση που είχε να νιώσει από τα παιδικά του χρόνια. Ένα ακατανίκητο αίσθημα χαλάρωσης τον κατέκλυσε και ένιωσε σαν να βυθίζεται σε μια λίμνη με ζεστό νερό. Τα μάτια του

(24)

άρχισαν να κλείνουν και ο ύπνος να τον παίρνει στην αγκαλιά του. «Ξύπνα» του φώναξε ο πατέρας του και ο Μπέριντεμ τινάχτηκε διώχνοντας το λήθαργο. Το τίναγμά του ξάφνιασε το γέροντα ο οποίος είχε αρχίσει να τον πλησιάζει. Μόλις όμως ο πολεμιστής ξαναβρήκε τις αισθήσεις του, εκείνος πισωπάτησε θορυβημένος. Ήταν φανερό ότι δεν ήταν μια εξέλιξη που περίμενε. «Σε ναρκώνει με αυτό το φως. Μην το κοιτάς απευθείας και αν χρειαστεί άρπαξε του το από τα χέρια. Σε θέλει κοιμισμένο» συμβούλευσε ο Καριντάμ το γιο του. «Πώς το έκανες αυτό;» ρώτησε ο γέροντας γεμάτος περιέργεια. «Πώς αντιστάθηκες στον υπνωτισμό της λάμψης. Είναι κάτι που ούτε καν οι Ιβίρφιντ δεν μπορούν να καταφέρουν». Ο άντρας μιλούσε τη γλώσσα των Σαλούβιαρ. Ο Μπέριντεμ υπέθεσε ότι είχε δει το εθνόσημο στη στολή του και έτσι είχε αναγνωρίσει την καταγωγή του. Και πάλι όμως του έκανε εντύπωση, γιατί ήταν το πρώτο που συναντούσε από αυτά τα πλάσματα, που μπορούσε να μιλήσει στη γλώσσα του. «Αυτό είναι δικός μου λογαριασμός γέροντα. Στην παρούσα φάση δεν έχω καμία διάθεση να απαντήσω στις δικές σου ερωτήσεις, αφού έχω δικά μου ερωτήματα πολύ πιο σημαντικά. Και καλά θα κάνεις να μου απαντήσεις, γιατί αλλιώς δε σε βλέπω καθόλου καλά. Ας ξεκινήσουμε με το τι σημαίνει Ιβίρφιντ». Ο γέροντας δε βιάστηκε να απαντήσει, ούτε έδειχνε να πτοείται από την απειλή του Μπέριντεμ. Έκανε όμως το δωμάτιο πολύ πιο ευχάριστο, αφού με μια κίνηση του χεριού του εκατοντάδες λουλούδια όμοια με αυτό που κρατούσε, γέμισαν το δωμάτιο με εκτυφλωτικό φως. Μετά από την αρχική λάμψη η δύναμη τους υποχώρησε λίγο, ώστε να μπορεί κάποιος να κοιτάζει χωρίς να τυφλώνεται. Ο Μπέριντεμ ανησύχησε διαπιστώνοντας πόσα από αυτά τα επικίνδυνα φυτά υπήρχαν γύρω του. Ο άγνωστος όμως τον καθησύχασε. «Για να σε ναρκώσω θα πρέπει να χρησιμοποιώ ένα λουλούδι μέσα σε απόλυτο σκοτάδι. Τώρα που όλα είναι φωτισμένα δε διατρέχεις κανέναν κίνδυνο να αποκοιμηθείς.

(25)

Σχετικά με την απορία σου, Ιβίρφιντ είμαστε όλοι εμείς, οι κάτοικοι αυτής της χώρας, που σε περίπτωση που δεν το πρόσεξες, έχουμε μια ιδιαίτερη σχέση με τη φύση». «Το φως που είδα έξω από το κάστρο είναι από αυτά τα λουλούδια;» «Από λουλούδια με παρόμοιες ιδιότητες αλλά πολύ μεγαλύτερα από αυτά. Έτσι μπορούν και καλύπτουν όλη την πόλη». «Πόσα χρόνια βρίσκεστε εδώ και πώς έχετε αποκτήσει αυτές τις καταπληκτικές δυνάμεις; Πώς είναι δυνατόν να συνδέεστε με το φυσικό κόσμο;» Ο γέροντας γέλασε με τις ερωτήσεις αυτές. «Βρισκόμαστε εδώ από την αρχή του κόσμου. Πολύ πριν εμφανιστείτε εσείς και μάλλον θα υπάρχουμε και αφού εσείς θα έχετε εξαφανιστεί. Το γεγονός ότι εσύ τώρα έμαθες για μας, δε σημαίνει ότι μόλις εμφανιστήκαμε στον κόσμο. Σχετικά με τις δυνάμεις μας δεν οφείλονται κάπου συγκεκριμένα. Είναι απλά αυτό που είμαστε, ο τρόπος που γεννιόμαστε ζούμε και πεθαίνουμε. Όλα είναι συνδεδεμένα με τη φύση. Γι' αυτό και εμείς την αγαπάμε και τη φροντίζουμε αντί να την καταστρέφουμε όπως το είδος σου. Είμαι σίγουρος ότι και εσείς θα είχατε βρει τον τρόπο να επικοινωνήσετε με τη φύση και να εκμεταλλευτείτε όσα έχει να προσφέρει, αν δε σας έβλεπε σαν εχθρούς. Σαν μια μόνιμη απειλή». «Αυτός είναι ο λόγος που με κυνηγήσατε και με φυλακίσατε έτσι; Επειδή οι όμοιοί μου δε φροντίζουν τη φύση όπως εσείς;» «Αυτό από μόνο του θα ήταν αρκετός λόγος, αλλά όχι δε φταίει αυτό. Πριν από αιώνες κάποιοι άνθρωποι, συμπτωματικά όπως εσύ, είχαν βρεθεί στη χώρα μας. Τους είχαμε φερθεί με τον καλύτερο τρόπο και τους είχαμε φιλοξενήσει με όλες τις τιμές. Για ένα διάστημα έμειναν εδώ και απόλαυσαν τις ομορφιές της φύσης. Οι περισσότεροι έμαθαν να την αγαπούν και να τη σέβονται. Ανάμεσα τους όμως βρισκόταν ένας πολέμαρχος. Αντί για τις ομορφιές της χώρας είχε εντυπωσιαστεί από τα όπλα μας. Ζήτησε λοιπόν από τον τότε βασιλιά των Ιβίρφιντ, να τον

Figure

Updating...

References

Related subjects :