ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΕΝΥΔΡΕΙΟΥ ΤΡΟΠΙΚΟΥ ΥΦΑΛΟΥ (
REEF
)
Α. ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Τα ενυδρεία τροπικού υφάλου, προσελκύουν συνεχώς νέους χομπίστες παγκοσμίως. Αυτή η τάση, παρατηρείται τα τελευταία χρόνια και την Ελλάδα με συνεχώς αυξανόμενο ρυθμό. Αυτό οφείλεται στην ιδιομορφία των συγκεκριμένων ενυδρείων, στην δυσκολία στησίματος και συντηρήσεώς τους και πάνω απ΄ όλα στην δυνατότητα διατηρήσεως σπανίων και καταπληκτικής ομορφιάς πλασμάτων, από τις άγνωστες τροπικές θάλασσες. Το παρόν άρθρο θα προσπαθήσει να δώσει κατευθυντήριες οδηγίες για την επιλογή, το στήσιμο και την συντήρηση ενός ενυδρείου τροπικού υφάλου, καθώς επίσης και διάφορες σχετικές πληροφορίες με απώτερο σκοπό, ο νέος χομπίστας που θα θελήσει να ασχοληθεί σοβαρά με τον συγκεκριμένο τύπο ενυδρείου, να ελαχιστοποιήσει τα προβλήματα που θα του παρουσιαστούν και να μπορέσει να απολαύσει τον μαγικό αυτό κόσμο.Β. Η ΦΥΣΗ
ΕΙΔΗ ΚΑΙ ΤΜΗΜΑΤΑ ΥΦΑΛΩΝ Τα κοράλλια οι καταπληκτικοί αυτοί οργανισμοί, ζουν και αναπτύσσονται εδώ και χιλιάδες χρόνια, μόνο σε συγκεκριμένα σημεία του πλανήτη. Με την ζωή και τον θάνατό τους συμβάλλουν στην ανάπτυξη της εκάστοτε περιοχής που κατοικούν, δημιουργώντας σε αρκετές των περιπτώσεων μέχρι και ολόκληρα νησιά. Σε αυτά τα νησιά και στην γύρω θαλάσσια περιοχή αμέτρητες άλλες μορφές ζωής με την σειρά τους θα ζήσουν, θα αναπαραχθούν και θα πεθάνουν, παίρνοντας μέρος στην ίδια την «αλυσίδα» της ζωής. Τα κοράλλια λοιπόν απαιτούν ιδανικές συνθήκες για την διαιώνισή τους. Αυτές οι συνθήκες επικρατούν μόνο στις θαλάσσιες περιοχές γύρω από τον Ισημερινό. Δηλαδή σε τροπικά κλίματα. Έτσι βλέπουμε διάσπαρτους υφάλους που βρίθουν από ζωή στον Ειρηνικό ωκεανό, στον Ινδικό ωκεανό, στην Καραϊβική, στην Αυστραλία. Οι απόλυτες και σταθερές συνθήκες είναι το Α και το Ω για την ζωή των τροπικών αυτών υφάλων. Και πράγματι η θερμοκρασία, η αλατότητα, και όλα τα ιχνοστοιχεία (Ca, Mg, κλπ.) είναι σταθερά στις θάλασσες αυτές εδώ και αιώνες. Διαβάζουμε τώρα τελευταία για νεκρώσεις πολλών τροπικών υφάλων, με εκατομμύρια νεκρά κοράλλια και ολόκληρα οικοσυστήματα να είναι στο χείλος της ολοκληρωτικής καταστροφής. Και όλα αυτά επειδή ο άνθρωπος έχει παρέμβει στην ίδια την φύση. Πράγματι, όλη αυτή η καταστροφή μπορεί να οφείλεται μόνο σε μια αύξηση της θερμοκρασίας του νερού κατά μερικών βαθμών Κελσίου ή ακόμη γενικότερα στις επιπτώσεις της αύξησης των εκπομπών του διοξειδίου του άνθρακα. Αυτά και μόνο, είναι ικανά να εξολοθρέψουν εκατομμύρια οργανισμούς στους τροπικούς υφάλους. Πως όμως είναι αυτοί οι ύφαλοι? Πως δημιουργήθηκαν? Πόσα είδη υπάρχουν? Θα μπορούσαμε να χωρίσουμε τους τροπικούς υφάλους σε δυο μεγάλες κατηγορίες, ανάλογα με το που βρίσκονται:Ηπειρωτικούς υφάλους (σχέδιο 1Α). Ωκεάνιους υφάλους (σχέδιο 1Β). Λέγοντας ηπειρωτικοί ύφαλοι, εννοούμε αυτούς τους υφάλους που έχουν δημιουργηθεί κοντά σε ηπειρωτική γη. Στις ακτές π.χ. ενός νησιού, ή ακόμα και μιας ηπείρου (Αυστραλίας). Αντίθετα ωκεάνιοι ύφαλοι, εννοούμε αυτούς του υφάλους που έχουν δημιουργηθεί στην μέση του πουθενά. Στην μέση ενός τεράστιου ωκεανού. Βέβαια δεν είναι έτσι ακριβώς… Οι ωκεάνιοι ύφαλοι δημιουργήθηκαν είτε στις κορυφές υποθαλάσσιων βουνών είτε στις κορυφές υποθαλάσσιων ενεργών και μη ηφαιστείων. Αυτού του είδους οι ύφαλοι είναι και οι πλέον εντυπωσιακοί, δαμάζοντας τα τεράστια κύματα των ωκεανών απομονωμένοι καθώς είναι. Η δημιουργία των υφάλων είναι επίσης εντυπωσιακή. Πριν από χιλιάδες χρόνια τα πρώτα κοράλλια πρωτοεμφανίστηκαν στις θάλασσες. Με την πάροδο των ετών τα κατώτερα στρώματα αυτών πεθαίνοντας δημιουργούσαν χώρο για την ανάπτυξη των νέων στα ανώτερα στρώματα. Η όλη διαδικασία τελικά απέφερε τεράστιους όγκους αρχέγονων νεκρών κοραλλιών, στην ουσία βράχια από κοράλλια. Σε πολλές περιπτώσεις δημιουργήθηκαν νησιά με την διαδικασία αυτή. Οι άνεμοι και οι τροπικές καταιγίδες διάβρωσαν τα βράχια και τα πουλιά μετέφεραν σπόρους από διάφορα φυτά και δέντρα. Η βλάστηση που δημιουργήθηκε πάνω στα νησιά, έγινε τόπος κατοικίας για πάρα πολλά ζώα, έντομα και πτηνά. Είναι αυτοί οι επίγειοι παράδεισοι που βλέπουμε στους οδηγούς των τουριστικών πρακτορειών και κάνουμε όνειρα να πάμε και εμείς
κάποια μέρα. Στους ηπειρωτικούς ύφαλους διακρίνουμε πέντε διαφορετικά είδη υφάλων (σχέδιο 1Α). • Τον παράκτιο ύφαλο. • Τον επιφανειακό ύφαλο. • Το κοραλλιογενές νησί. • Το ηπειρωτικό νησί με παρυφές υφάλου. • Τον κοραλλιογενή ύφαλο. Στους ωκεάνιους ύφαλους διακρίνουμε τρία διαφορετικά είδη υφάλων (σχέδιο 1Β). Τον ύφαλο που δημιουργήθηκε σε υποθαλάσσια ηφαιστιογενής βουνοκορφή, πάνω σε υποθαλάσσιο βουνό Ειρηνικού ωκεανού. Τον ύφαλο που δημιουργήθηκε σε υποθαλάσσια ηφαιστιογενή βουνοκορφή, πάνω σε υποθαλάσσιο βουνό, σχηματίζοντας νησίδα με ή χωρίς λιμνοθάλασσα. Τον ύφαλο που δημιουργήθηκε σε υποθαλάσσια βουνοκορφή, πάνω σε υποθαλάσσιο «πάγκο» της Καραϊβικής. Τα κοράλλια όμως δεν βρίσκονται σε όλα τα σημεία ενός τροπικού ύφαλου. Ανάλογα με το είδος του εκάστοτε κοραλλιού, διαφοροποιούνται και οι συνθήκες που χρειάζεται για να ευδοκιμήσει. Έτσι άλλα χρειάζονται δυνατό φως και εντονότατη ροή, ενώ άλλα λιγότερο φως, λιγότερη ροή, ενώ υπάρχουν είδη τα οποία δεν χρειάζονται καν το ηλιακό φως. Αυτό ακριβώς συμβαίνει και στα διάφορα τμήματα ενός κοραλλιογενούς υφάλου. Αναλυτικότερα κάθε κοραλλιογενής ύφαλος μπορεί να έχει ένα ή και περισσότερα από τα παρακάτω τμήματα ή ζώνες (σχέδιο 2).
Παρυφή υφάλου Στις παρυφές του υφάλου οι διαχωριστικές γραμμές είναι πολύ λεπτές. Η άμμος και η λάσπη της παραλίας συχνά μπλέκονται με τον καθεαυτό ύφαλο. Το βάθος είναι από μηδέν έως ένα μέτρο. Σε αυτά το τμήμα του υφάλου ευδοκιμούν λίγα είδη κοραλλιών. Δεν υπάρχουν πολλά ρεύματα και το φως του ήλιου είναι εντονότατο. Εδώ τα κοράλλια είναι ιδιαίτερα ανθεκτικά λόγω της ύπαρξης του φαινομένου της πλημμυρίδας και της άμπωτης. Έτσι πολλά κοράλλια μένουν στην κυριολεξία πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας κατά την άμπωτη, στον καυτό ήλιο για πολλές ώρες. Και όμως αντέχουν! Επιφανειακός ύφαλος Ενδιάμεσα σε μια λιμνοθάλασσα στον τροπικό ύφαλο πολλές φορές υψώνονται διάφορα σημεία που στο ανώτατο όριό τους μπορούμε να βρούμε αρκετά είδη κοραλλιών. Το βάθος κυμαίνεται μεταξύ μισού και τριών μέτρων. Τα ρεύματα σε αυτό το τμήμα του υφάλου είναι μέτρια και το φως έντονο. Η άμπωτη επίσης μπορεί να αφήσει απροστάτευτο στον ατμοσφαιρικό αέρα μέρος των κοραλλιών. Λιμνοθάλασσα. Οι λιμνοθάλασσες και ειδικότερα αυτές που σχηματίζονται σε κοραλλιογενής νησίδα, είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακές. Το βάθος τους κυμαίνεται μεταξύ τριών και τριάντα μέτρων. Μέσα στις λιμνοθάλασσες αυτές μπορούν να υπάρχουν διάσπαρτοι επιφανειακοί ύφαλοι. Πολλές φορές μάλιστα σε μεγάλες λιμνοθάλασσες οι επιφανειακοί ύφαλοι μπορεί να είναι εκατοντάδες. Οι λιμνοθάλασσες μπορεί είτε να είναι εντελώς αποκομμένες από τον ωκεανό είτε σε ορισμένα σημεία να υπάρχουν ανοιχτές προσβάσεις. Έτσι η ροή του νερού διαφέρει από σημείο σε σημείο. Ο πυθμένας της λιμνοθάλασσας μπορεί να είναι βραχώδης ή αμμώδης. Και στις δυο περιπτώσεις θα βρούμε διαφορετικά είδη κοραλλιών. Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις που ακόμα και πάνω στην άμμο υπήρχαν τεράστια κοράλλια με μεγάλη ανάπτυξη. Πίσω τμήμα ύφαλου. Στο πίσω τμήμα ενός υφάλου είναι προφανές ότι η δυναμική του κύματος είναι σχετικά μικρή. Το έντονο κύμα έρχεται αποδυναμωμένο σε αυτό το τμήμα του υφάλου. Το βάθος κυμαίνεται μεταξύ 0 και δέκα μέτρων. Τα κοράλλια που θα ευδοκιμήσουν σε αυτό το τμήμα έχουν πολύ καλή ανάπτυξη και υπάρχουν διαφορετικά είδη από ύφαλο σε ύφαλο. Κεφαλή υφάλου. Στην κεφαλή του υφάλου κύριο λόγο έχει η έντονη κινητικότητα του νερού, αποτέλεσμα του σφοδρού κυματισμού. Το βάθος του νερού κυμαίνεται από μηδέν έως δυο μέτρα. Πολλές φορές τα κοράλλια που ευδοκιμούν σε αυτό το τμήμα του ύφαλου, μένουν για ώρες εκτός νερού με την έλευση της άμπωτης. Με τόσες «αντίξοες» συνθήκες είναι πραγματικά θαυμαστό το πώς καταφέρνουν τα κοράλλια όχι μόνο να επιζούν αλλά και να αναπτύσσονται. Αν τα κοράλλια δεν κατάφερναν να επιβιώσουν, η coralline άλγη θα κατάκλυζε όλη την κεφαλή του υφάλου. Ανώτατο εξωτερικό τμήμα υφάλου. Το βάθος στο ανώτατο εξωτερικό τμήμα του υφάλου κυμαίνεται μεταξύ μηδέν έως 18 μέτρα. Η γωνία κλίσης του βυθού προς τα κατώτερα τμήματα, μπορεί να είναι μικρή έως και εντελώς κατακόρυφη. Τα κύματα είναι πολύ έντονα όπως επίσης και η ένταση του φωτός ειδικά στις κορυφές. Σε αυτά τα σημεία μπορούν να υπάρχουν διαφόρων ειδών κοράλλια, τα οποία όμως αντέχουν τις δυσμενείς αυτές συνθήκες. Κατώτατο εξωτερικό τμήμα υφάλου. Το βάθος στο κατώτατο εξωτερικό τμήμα του υφάλου κυμαίνεται από δεκαοκτώ έως ενενήντα μέτρα. Σε αυτό το τμήμα του υφάλου δεν υπάρχουν παρά ελάχιστα είδη κοραλλιών, τα οποία μάλιστα δεν είναι φωτοσυνθετικά, αλλά τρέφονται με φυτοπλαγκτόν – ζωοπλαγκτόν. Η θερμοκρασία μπορεί να κυμαίνεται από είκοσι έξι έως είκοσι εννέα βαθμών Κελσίου, ανάλογα με το βάθος.
Γ. ΕΠΙΛΟΓΗ – ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ – ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΟΤΗΤΑ ΕΝΥΔΡΕΙΟΥ
ΕΝΥΔΡΕΙΟ Ως γνωστόν, η αρχή είναι το ήμισυ του παντός. Έτσι και η επιλογή του κατάλληλου ενυδρείου. Είναι τρομερά δύσκολο να αλλάξουμε ενυδρείο, ενώ αυτό βρίσκεται σε λειτουργία και σε πλήρη ανάπτυξη. Ο κανόνας «όσο μεγαλύτερο τόσο και καλύτερο», φυσικά βρίσκει και εδώ εφαρμογή. Όσο μεγαλύτερο είναι ένα ενυδρείο τόσο σταθερότερες συνθήκες προσφέρει. Επίσης πολύ σημαντικό είναι το πλάτος του ενυδρείου. Το πλάτος θα βοηθήσει εξαιρετικά στη σωστή τοποθέτηση του βράχου. Το ύψος θα παίξει και αυτό τον ρόλο του σε σχέση με τον φωτισμό. Ένα ψηλό ενυδρείο θα χρειαστεί περισσότερη ισχύ για να υπάρχει σωστή κατανομή του φωτός έως και τα χαμηλότερα σημεία του ενυδρείου. Ένα άλλος ενδοιασμός που μπορεί να μας δημιουργηθεί, είναι η αγορά ενός έτοιμου ενυδρείου και τα πλεονεκτήματα ή τα μειονεκτήματα που μπορεί να έχει, σε σχέση με ένα αντίστοιχο ιδιοκατασκευής. Προσωπικά πιστεύω ότι ένα ενυδρείο ιδιοκατασκευής (είτε αν το κατασκευάσουμε μόνοι μας, είτε εξειδικευμένοι τεχνίτες) θα μας προσφέρει περισσότερες ευκολίες από ένα έτοιμο. Θα κατασκευαστεί σύμφωνα με τις διαστάσεις που εμείς επιθυμούμε, εκμεταλλευόμενοι μέχρι και το τελευταίο εκατοστό του χώρου μας. Θα μπορούμε να τρυπήσουμε το ενυδρείο σε οποιοδήποτε σημείο για να μπορέσουμε να φτιάξουμε υπερχείλιση. Θα μπορέσουμε να κατασκευάσουμε αντίστοιχο καπάκι με μεγάλες παραμετροποιήσεις, σχετικά με τις λάμπες. Αναλόγως των περιπτώσεων και ειδικά σε μεγάλα ενυδρεία υπάρχει περίπτωση να μας στοιχίσει οικονομικότερα. Θα μπορούμε να το επενδύσουμε με κατάλληλα υλικά (π.χ. ξύλο) και να φαίνεται σαν ένα πραγματικό έπιπλο. Στον αντίποδα των θετικών στοιχείων ενός ενυδρείου ιδιοκατασκευής υπάρχουν και ορισμένα αρνητικά στοιχεία. Θα πρέπει να κάνουμε μεγάλη έρευνα αγοράς πριν την επιλογή. Αν δεν «πιάνουν τα χέρια μας», σε ορισμένες κατασκευές θα αντιμετωπίσουμε προβλήματα σχετικά με την εμφάνιση του ενυδρείου και ειδικότερα στο φινίρισμα. Δεν μπορούμε να κατασκευάσουμε ορισμένα ενυδρεία με δύσκολα σχήματα, όπως με οβάλ μπροστινό τζάμι κλπ. ΒΑΣΗ Η βάση του ενυδρείου μας, πρέπει να είναι απολύτως σταθερή και ικανή να αντέξει το βάρος του ενυδρείου, αλλά και τυχόν επιπλέον εξοπλισμού. Θα πρέπει να υπάρχει ενιαίος χώρος για να μπορέσουμε να τοποθετήσουμε sump και λοιπό εξοπλισμό. Έτσι καλό θα είναι το υλικό από το οποίο θα είναι κατασκευασμένη η βάση, να είναι το σίδερο. Ανάλογα με το βάρος θα χρησιμοποιήσουμε και τον κατάλληλο κοιλοδοκό γι΄ αυτήν την δουλειά. Μπορούμε να κατασκευάσουμε την βάση μας με ανοξείδωτο ή και με γαλβανιζέ κοιλοδοκό. Το κόστος σίγουρα θα ανέβει. Πάντως και το απλό σίδερο, αν βαφτεί σωστά και αρκετές φορές, τόσο με μίνιο όσο και με χρώμα, δεν θα υπάρξει ιδιαίτερο πρόβλημα. Αν δεν μπορούμε να την κατασκευάσουμε εμείς (γνώσεις ηλεκτροσυγκόλλησης), καλό θα ήταν να αποτανθούμε σε κάποιον ειδικό και ιδιαίτερα για το κρίσιμο σημείο που σχετίζεται με την στατικότητα της βάσης. Χρειάζονται ενισχύσεις σε διάφορα σημεία. Εάν το έδαφος που θα τοποθετηθεί το ενυδρείο δεν είναι 100% επίπεδο, μπορούμε να βάλουμε ρεγουλατώρους στα πόδια της βάσης.SUMP Με απλά λόγια το sump είναι μια μικρή δεξαμενή (μικρό ενυδρείο) το οποίο τοποθετείται τις περισσότερες φορές κάτω από το κυρίως ενυδρείο. Το sump σε ένα ενυδρείο τροπικού υφάλου θα μας βοηθήσει αρκετά και πιστεύω ότι χρειάζεται σε μεγάλο βαθμό. Πως λειτουργεί όμως ένα sump? Η κύρια αντλία στο sump, επιστρέφει το νερό στο ενυδρείο. Το νερό λοιπόν κατακλύζει το ενυδρείο, αυξάνοντας την στάθμη του (η οποία με την συνεχής λειτουργία, παραμένει σταθερή). Όταν φτάσει στο σημείο της υπερχείλισης, το νερό μέσω αυτής θα κατέβει στο sump. Υπερχειλίσεις υπάρχουν πολλών τύπων. Έτοιμες διαφόρων εταιριών π.χ. Tunze, ή d.i.y., παραδείγματος χάρη, τύπου Durso. Το νερό λοιπόν «ταξιδεύει» μέσα από τα διαμερίσματα του sump, μέχρις ότου επιστρέψει στην αντλία επιστροφής. Η αντλία επιστροφής μπορεί να βρίσκεται βυθισμένη στο τελευταίο διαμέρισμα του sump είτε και να είναι εξωτερική, μειώνοντας έτσι και την θερμότητα που εκπέμπει στο νερό. To sump θα πρέπει να χωριστεί σε διαμερίσματα, για να επιτευχθεί ο ρόλος του. Ο αριθμός των διαμερισμάτων εξαρτάται από τις εκάστοτε ανάγκες του κάθε χομπίστα. Στο πρώτο διαμέρισμα πρέπει επιτακτικά να μπει το skimmer και αυτό για να αφαιρέσει ότι οργανικό μπορεί, προτού το νερό προχωρήσει στα επόμενα διαμερίσματα. Στα υπόλοιπα διαμερίσματα μπορεί να μπουν βιολογικά υλικά, χημικά υλικά, οι θερμοστάτες, διάφορα όργανα παρακολούθησης του νερού κ.α. Επίσης μπορούμε στο προτελευταίο διαμέρισμα και πριν την αντλία της επιστροφής να δημιουργήσουμε ένα refugium με μακροάλγες. Ο φωτισμός σε αυτό το διαμέρισμα είναι αναγκαίος για να αναπτύσσεται η μακροάλγη. Η chaeto είναι ιδανική επιλογή. Το φως θα πρέπει να λειτουργεί αντίστροφα με τον φωτισμό του ενυδρείου. Το μειονέκτημα ωστόσο είναι ο θάνατος των διαφόρων μικροοργανισμών (κοπήποδα κλπ), από την αντλία επιστροφής. Μετά από το πρώτο διαμέρισμα του skimmer (αλλά και πριν από το τελευταίο της αντλίας) θα πρέπει να μπουν μπάφλες. Αυτές είναι επιπλέον χωρίσματα που χρησιμεύουν στο να απελευθερώνονται από την στήλη του νερού οι μικροφυσαλίδες του skimmer. Εφόσον χρησιμοποιήσουμε ozone, προσοχή θα πρέπει να δοθεί στα πλαστικά του ενυδρείου μας, να είναι ozone safe. Αλλιώς μετά από λίγο καιρό θα αρχίσουν να λιώνουν. Μεγάλη προσοχή θα πρέπει να δοθεί και στην στάθμη του νερού στο sump. Σε περίπτωση διακοπής ρεύματος, το sump θα πρέπει να μπορεί να δεχτεί το νερό που θα επιστρέψει από το ενυδρείο. Για να είμαστε σίγουροι θα πρέπει να πειραματιστούμε αρκετά. Επίσης προσοχή θα πρέπει να δώσουμε και στο ύψος που θα βρίσκεται ο σωλήνας του νερού της επιστροφής. Θα λειτουργήσει σαν σιφόνι, αν διακοπεί η λειτουργία της αντλίας. Όσο βαθιά μέσα στο νερό βρίσκεται ο σωλήνας, τόσο νερό θα καταλήξει στο sump και ίσως και στο πάτωμά μας. Ότι χρησιμοποιούμε σε ένα ενυδρείο έχει τα θετικά του και τα αρνητικά του, έτσι έχει και το sump.
Θετικά χαρακτηριστικά:
• Αυξάνει τον συνολικό όγκο του νερού στο ενυδρείο μας. Ανάλογα με το μέγεθος του sump προσθέτουμε και τα ανάλογα λίτρα στο ενυδρείο.
• Μπορούμε να μεταφέρουμε στο sump πολλά από τα μηχανήματα υποστήριξης ενός
ενυδρείου. Θερμοστάτες, skimmer, αντλίες τροφοδοσίας διαφόρων μηχανημάτων (chiller, calcium reactor), συστήματα αναπλήρωσης νερού, Uv, συστήματα ελέγχου νερού (π.χ. Ph meters), κ.α. • Στο sump μπορούμε να τοποθετήσουμε βιολογικά και χημικά υλικά φίλτρανσης. Siporax, αντιφώσφορο, άνθρακα, υλικά κατακράτησης μικροσωματιδίων κ.α. • Καθαρίζεται η επιφάνεια του νερού του ενυδρείου, στην οποία υπάρχουν τα περισσότερα οργανικά κατάλοιπα, μέσω της υπερχείλισης που χρειάζεται το sump για να λειτουργήσει. • Οξυγονώνεται το νερό μέσω του «καταρράκτη» της υπερχείλισης. • Η στάθμη του νερού του ενυδρείου παραμένει πάντα σταθερή, αφού η όποια εξάτμιση νερού εκδηλώνεται στο sump. • Γίνεται πιο ασφαλής η χορήγηση διαφόρων πρόσθετων σκευασμάτων, π.χ. Ca, Mg, Kh buffer κλπ, αφού τα ρίχνουμε στο sump και όχι απ΄ ευθείας στο ενυδρείο. • Μπορούμε να διαμορφώσουμε ένα τελευταίο στάδιο (προτού της αντλίας επιστροφής) σε φίλτρο μακροαλγών ή και ακόμα με Deep Sand Bed με ζωντανό βράχο. Επίσης εκεί θα μπορούσαμε να βάλουμε και διάφορούς οργανισμούς από το ενυδρείο μας, που χρήζουν ιδιαίτερης μεταχείρισης. • Η αντλία επιστροφής, αυξάνει την κυκλοφορία του ενυδρείου μας, κάνοντάς την μάλιστα και κρυφή. Η επιστροφή μάλιστα του νερού μπορεί να γίνει και με δυο αντλίες, έτσι ώστε να έχουμε ένα «υποτυπώδες» wave maker. Αρνητικά χαρακτηριστικά: • Το κόστος κατασκευής του sump, αλλά και της υποδομής για να λειτουργήσει σωστά, όπως τρύπες στο ενυδρείο, σύστημα υπερχείλισης κλπ. • Ο σχετικός θόρυβος της υπερχείλισης. Αυτό βέβαια έχει να κάνει και με το είδος της υπερχείλισης που θα επιλέξουμε. • Ο κίνδυνος διαρροής νερού. Εφόσον αναγκάζουμε το νερό να «ταξιδέψει» εκτός ενυδρείου, πάντα υπάρχει ο κίνδυνος διαρροής, από δικό μας λάθος ή από αστοχία υλικού. • Η αύξηση του κόστους συντήρησης του ενυδρείου, λόγω της αύξησης των λίτρων. Περισσότερα για την αναλυτική κατασκευή sump υπάρχουν στην ιστοσελίδα: http://www.melevsreef.com/allmysumps.html
ΥΠΕΡΧΕΙΛΙΣΗ Η υπερχείλιση, είναι το κομμάτι που ίσως πρέπει να προσέξουμε περισσότερο κατά τον σχεδιασμό και την υλοποίηση του ενυδρείου μας. Και αυτό γιατί η υπερχείλιση είναι το μέσο με το οποίο το νερό θα εγκαταλείψει το ενυδρείο μας για να βρεθεί στο sump. Τυχόν λάθη λοιπόν και σχεδιαστικές παραλείψεις, θα έχουν πολύ άσχημα αποτελέσματα. Προσωπικά δεν θα αγόραζα ποτέ τις έτοιμες υπερχειλίσεις που κυκλοφορούν στο εμπόριο και που βασίζονται στην εξαγωγή του νερού μέσω του λάστιχου σχήματος U. Ενώ σαν σκέψη είναι πολύ καλή, στην πράξη υπάρχουν έντονα προβλήματα. Το κυριότερο είναι ότι με τον καιρό μικροφυσαλίδες συσσωρεύονται στην κορυφή του U και σταματούν την ροή του νερού, με καταστροφικά αποτελέσματα. Αυτού του τύπου οι υπερχείλισης χρησιμοποιούνται επί το πλείστον σε έτοιμα ενυδρεία που δεν είχε προβλεφθεί η ανάγκη χρησιμοποίησης sump και δεν υπάρχουν τρύπες. Υπάρχουν δυο κουτιά, το ένα μέσα στο ενυδρείο και το άλλο απ΄ έξω. Τα ενώνει ένας σωλήνας U (ανάποδα). Για να λειτουργήσει το σύστημα, το U εξ΄ αρχής θα πρέπει να γεμίσει με νερό. Το εξωτερικό κουτί λειτουργεί σαν σιφόνι και αν για οποιοδήποτε λόγο σταματήσει η παροχή του νερού από την αντλία επιστροφής του sump, το νερό στον Α χώρο παραμένει πάντα σταθερό, όπως και το νερό που βρίσκεται μέσα στο σωλήνα U. Με αυτόν τον τρόπο η λειτουργία της υπερχείλισης, συνεχίζετε απρόσκοπτα μετά την επαναλειτουργία της αντλίας. Ο πιο διαδεδομένος τρόπος υπερχείλισης είναι αυτός των πύργων. Προϋποθέτει βέβαια την ύπαρξη τρυπών εξ΄ αρχής στο ενυδρείο μας. Ο πύργος υπερχείλισης μπορεί να βρίσκεται μέσα στο ενυδρείο και ανάλογα και με την διάσταση του ενυδρείου, μπορεί να μπει ένας σε μια γωνία, στο κέντρο ή ακόμα και δυο στις δυο πίσω άκρες. Σε αυτή την περίπτωση οι τρύπες θα πρέπει να γίνουν στον πάτο του ενυδρείου. Αν ο πύργος θα βρίσκεται έξω από το ενυδρείο, τότε στο πάνω μέρος της πλάτης, θα πρέπει να δημιουργηθεί μια οπή, έτσι ώστε το νερό να αναγκάζεται μέσω αυτής να καταλήγει στον πύργο. Το μέγεθος της οπής εξαρτάται και από το μέγεθος του ενυδρείου. Όμως καλό θα ήταν να γίνει αρκετά μεγάλη έτσι ώστε να εγκαταλείπει όσο το δυνατόν πιο πολύ νερό από την επιφάνεια, που ως γνωστόν συγκεντρώνει τα περισσότερα οργανικά κατάλοιπα. Το νερό δεν μπορεί να καταλήγει στο sump μέσω απλών τρυπών που θα έχουν οι πύργοι. Αν το κάνουμε αυτό θα έχουμε πολύ δυνατό θόρυβο στα συγκεκριμένα σημεία καθώς το νερό θα συμπαρασύρει μαζί του και πολύ αέρα. Υπάρχουν διάφορες μέθοδοι για να γλιτώσουμε από αυτόν τον θόρυβο, με ποιο διαδεδομένο αυτόν του τύπου Durso και των διαφόρων μετατροπών του. Στο κάτω μέρος του πύργου θα υπάρχει μια τρύπα, που το άνοιγμά της θα είναι ανάλογο με τα λίτρα που θα έχουμε υπολογίσει
ότι θα εγκαταλείπουν το ενυδρείο. Σε αυτήν την τρύπα θα προσαρμοστεί η σωλήνα τύπου Durso. Όπως φαίνεται και στο σχήμα, το νερό μπαίνει στην είσοδο του σωλήνα και στην πορεία του παρασύρει και αέρα που εισέρχεται από την τρύπα που υπάρχει στην κορυφή. Την τρύπα αυτή θα πρέπει να την κάνουμε πολύ μικρή και ανάλογα με τις συνθήκες και τον θόρυβο, να μπορούμε να την μεγαλώσουμε λίγο. Ακόμα καλύτερα θα ήταν να προσαρμόσουμε κάποια μικρή βάνα. Το ύψος του νερού στον πύργο θα βρίσκεται πάντα σε σταθερό σημείο. Από την έξοδο του πύργου και με μια εύκαμπτη σωλήνα μπορούμε να οδηγήσουμε το νερό στο sump. Περισσότερα για την αναλυτική κατασκευή του σωλήνα Durso υπάρχουν στην ιστοσελίδα: http://www.dursostandpipes.com REFUGIUM Όπως μαρτυρά και η ονομασία του, το refugium (καταφύγιο) χρησιμοποιείται για να βρίσκουν καταφύγιο διάφοροι μικροοργανισμοί, οι οποίοι δεν θα έχουν καμιά τύχη επιβίωσης σε μεγάλους αριθμούς στο κυρίως ενυδρείο. Κοπήποδα, γαρίδες gamarus και άλλα, αποτελούν εξαιρετικής ποιότητας τροφής για ορισμένα από τα ψάρια μας και για ορισμένα από τα κοράλλια μας. Έτσι αν υπάρχουν σε ένα refugium, χωρίς θηρευτές, θα μπορούν να αναπαραχθούν σε μεγάλο αριθμό. Το refugium δεν είναι κάτι το δύσκολο στην υλοποίηση, άλλωστε σαν κατασκευή, πρόκειται για ακόμη μια γυάλα. Η μόνη ιδιαιτερότητα είναι ότι θα πρέπει να βρίσκεται πάνω από το ενυδρείο. Δηλαδή η επιστροφή του νερού από το refugium στο ενυδρείο μας, θα πρέπει να γίνεται με την βαρύτητα και όχι με κάποια αντλία. Και αυτό γιατί θα πρέπει οι μικροοργανισμοί που θα δραπετεύουν από το refugium (έτσι γίνεται η μεταφορά τους στο ενυδρείο και το τάισμα), να παραμένουν ζωντανοί και να μην πεθαίνουν από το impeller της αντλίας. Υπάρχουν πολλές παραμετροποιήσεις που μπορούν να γίνουν σε ένα refugium. Μπορούμε να έχουμε Deep Sand Bed και μερικά κομμάτια ζωντανού βράχου. Επίσης πολλοί προσθέτουν μακροάλγες για μείωση των ΝΟ3. Αυτό βέβαια προϋποθέτει και φωτισμό (κατά προτίμηση αντίθετα με το κυρίως ενυδρείο). Πολλές φορές αρκετοί χομπίστες βάζουν ορισμένα ψάρια στο refugium. Αν δεν τρώνε τους μικροοργανισμούς που υπάρχουν δεν υπάρχει κάποιο πρόβλημα. Κάποιο ψάρι με έντονο στρες π.χ. λόγω κυνηγητού ή χτυπήματος από άλλο ψάρι, θα βρει καταφύγιο και χρονικό διάστημα για να επουλωθούν οι πληγές του. Ακόμα ψάρια νεοεισερχόμενα στο ενυδρείο μας και μετά την καραντίνα, περνούν κάποιο διάστημα προσαρμογής στο refugium. Επίσης ψάρι που δεν τρώει (ή δεν προλαβαίνει από τα άλλα) στο refugium θα βρει τον χρόνο να ανακτήσει τις δυνάμεις του. Το refugium θα αυξήσει και τα συνολικά λίτρα του ενυδρείου μας. Σίγουρα η χρησιμοποίηση ενός refugium, έχει πολλά θετικά χαρακτηριστικά και εφόσον λυθεί το «πρόβλημα» τοποθέτησής του, μόνο καλό μπορεί να επιφέρει στο σύστημά μας. ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ Ο Ωκεανός είναι ένας ζωντανός οργανισμός. Τα πάντα βρίθουν από ζωή. Η ζωή αυτή διατηρείται σε πάρα πολύ μεγάλο βαθμό στην συνεχή κίνηση του νερού, που περιβάλλει και τους
κοραλλιογενείς υφάλους. Η μεταφορά της τροφής των κοραλλιών γίνεται με αυτή την συνεχή κίνηση του νερού. Σε πολλά σημεία δε του υφάλου η κίνηση του νερού είναι χαοτική. Στο ενυδρείο μας, εκτός της μεταφοράς της τροφής και της προσομοίωσης (όσο μπορούμε βέβαια) του υφάλου, η κίνηση του νερού βοηθά στο να διατηρείται ο βράχος και το υπόστρωμα καθαρό, χωρίς συγκέντρωση ακαθαρσιών τα οποία λαμβάνουν μέρος στον κύκλο του αζώτου. Επίσης η κυκλοφορία θα βοηθήσει στην οξυγόνωση του νερού και την διατήρηση του Ph σε σωστά επίπεδα. Ο σχεδιασμός λοιπόν της εσωτερικής κυκλοφορίας του ενυδρείου μας, είναι ζωτική σημασίας και θα πρέπει να γίνει προσεκτικά. Βασικός κανόνας είναι να μην υπάρχουν «νεκρές» περιοχές, δηλαδή περιοχές χωρίς καθόλου κυκλοφορία. Τόσο ο βράχος όσο και η άμμος θα πρέπει να έχουν ικανή ροή νερού έτσι ώστε να μην πιάνουν ή μένουν πάνω τους υπολείμματα τροφών, ακαθαρσίες κλπ. Αυτό βέβαια εξαρτάται και από το aquascaping που έχουμε. Η λάθος τοποθέτηση των βράχων, ίσως επηρεάσει αρνητικά το θέμα της κυκλοφορίας. Η δυσκολία αυξάνεται καθώς όλα τα κοράλλια που έχουμε στο ενυδρείο μας, δεν χρειάζονται και δεν πρέπει να έχουν την ίδια ροή νερού. Παραδείγματος χάρη, σε γενικές γραμμές τα SPS κοράλλια χρειάζονται δυνατή και άμεση κυκλοφορία, τα LPS κοράλλια χρειάζονται μέση και έμμεση κυκλοφορία, ενώ τέλος ορισμένα μαλακά κοράλλια χρειάζονται μικρή κυκλοφορία. Θα πρέπει λοιπόν να τοποθετήσουμε τα μέσα της κυκλοφορίας με τέτοιο τρόπο ώστε να επιτύχουμε τα επιθυμητά αποτελέσματα. Βέβαια αν μετά από πειραματισμούς δεν μπορούμε να βρούμε την ιδανική λύση, το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να αλλάξουμε θέση σε ορισμένα από τα κοράλλια μας. Το πόση κυκλοφορία πρέπει να έχουμε λοιπόν όπως προείπαμε εξαρτάται από πολλούς παράγοντες αλλά εντελώς πρακτικά μια κυκλοφορία 20 με 30 φορές τα λίτρα μας, θα μας καλύψει. Τα μέσα πλέον που διαθέτουμε είναι πολλά. Από απλές αντλίες, μέχρι συστήματα πολλών χιλιάδων €. Οι αντλίες π.χ. maxi jet, είναι ότι πιο απλό μπορούμε να βάλουμε. Αξιόπιστες, σχετικά φθηνές, αλλά με περιορισμένες δυνατότητες όσον αφορά την διάχυση του νερού. Επίσης θα πρέπει να τοποθετήσουμε αρκετές σε διάφορα σημεία για να πετύχουμε το στόχο μας. Τέλος η κατανάλωσή τους δεν είναι χαμηλή και στην περίπτωση πολλών αντλιών δεν συμφέρει. Οι ειδικοί κυκλοφορητές π.χ. Turbelle, είναι ότι καλύτερο μπορούμε να έχουμε αυτή την στιγμή. Κυκλοφορούν σε διάφορες διαστάσεις, με ανάλογες δυνατότητες και πολύ καλή διάχυση νερού. Πολλές φορές ακόμα και με δυο τεμάχια λύνουμε το πρόβλημα της κυκλοφορίας. Η δε κατανάλωσή τους είναι ιδιαίτερα χαμηλή. Βέβαια δεν μπορούμε να τους χρησιμοποιήσουμε και σαν αντλίες σε άλλες εφαρμογές. Ένα ακόμα ιδιαίτερα χρήσιμο χαρακτηριστικό τους, είναι ότι ορισμένα μοντέλα συνδέονται σε ελεγκτές (controllers) κυκλοφορίας. Τα κλειστά συστήματα κυκλοφορίας (closed loops) είναι μια λύση που δεν έχει βρει ιδιαίτερη απήχηση στους Έλληνες χομπίστες, ίσως και επειδή χρησιμοποιείται περισσότερο σε μεγάλα ενυδρεία. Για να κατασκευάσουμε ένα κλειστό σύστημα κυκλοφορίας, θα πρέπει εξ΄ αρχής σε διάφορα σημεία του ενυδρείου μας (στα τζάμια) να έχουμε κάνει τρύπες για τις σωληνώσεις. Μια ή και περισσότερες μεγάλες αντλίες, αντλούν νερό από το ενυδρείο και μετά το νερό επιστρέφει μέσω πολλών διακλαδώσεων (επιστροφών).
Στον σχεδιασμό και με την τυχόν ύπαρξη sump, θα πρέπει να συνεκτιμηθεί και η αντλία επιστροφής, στο θέμα της κυκλοφορίας ή οποία ανάλογα με τις δυνατότητές της θα βοηθήσει αρκετά. Σε αυτό το σημείο καλό θα ήταν να αναφερθούμε αναλυτικότερα στους ελεγκτές κυκλοφορίας, μιας και το έργο τους είναι ιδιαίτερα σημαντικό. Όπως είναι φυσικό, είτε χρησιμοποιήσουμε αντλίες είτε κυκλοφορητές η έξοδος του νερού είναι σταθερή. Αυτό όμως δεν είναι ιδιαίτερα φυσικό φαινόμενο. Ο ελεγκτής κυκλοφορίας καλείται να λύσει αυτό το πρόβλημα ενεργώντας πάνω στον κυκλοφορητή και αλλάζοντας του την ταχύτητα και τον χρόνο λειτουργίας του. Με αυτό τον τρόπο μπορούμε να ρυθμίσουμε τα ελάχιστα και τα μέγιστα λίτρα (range) που θα αποδίδει ο κάθε κυκλοφορητής, καθώς και πόση ώρα θα λειτουργεί έτσι. Οι ελεγκτές κυκλοφορίας έχουν πολλά διαφορετικά προγράμματα που μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε, διαθέτουν ειδικό κουμπί παύσης των κυκλοφορητών για το τάισμα των ψαριών που η επαναενεργοποίηση γίνεται αυτόματα έπειτα από σύντομο χρονικό διάστημα, καθώς επίσης και ειδικό φωτοκύτταρο για μείωση της έντασης των κυκλοφορητών κατά την διάρκεια της νύχτας. Τέλος μπορούν να δεχτούν πολλούς κυκλοφορητές, για ιδιαίτερα μεγάλα ενυδρεία. ΦΩΤΙΣΜΟΣ Ο φωτισμός σε ένα reef ενυδρείο είναι ένα πολύ σημαντικό κεφάλαιο. Πολλές φορές λάθη που τυχόν θα κάνουμε σε αυτό το σημείο, θα μας οδηγήσουν σε καταστροφικά αποτελέσματα. Γιατί όμως ο φωτισμός παίζει τόσο καθοριστικό ρόλο στην υγεία ενός reef ενυδρείου? Η απάντηση βρίσκεται στο εσωτερικό του ενυδρείου, στους κατοίκους του και ειδικότερα στα κοράλλια. Άλλωστε σε ένα ενυδρείο reef όλα περιστρέφονται γύρω από τα κοράλλια. Όλος ο εξοπλισμός που επιλέγουμε, από τις λάμπες μέχρι τους κυκλοφορητές, εξυπηρετούν άμεσα ή έμμεσα αυτά. Τα κοράλλια λοιπόν είναι φωτοσυνθετικά. Για να επιζήσουν και να αναπτυχθούν πρέπει η συμβιωτική άλγη (zooxanthellae) να φωτοσυνθέσει και τα ίδια τα κοράλλια να επωφεληθούν και να απορροφήσουν όλα τα «κατάλοιπα» της διαδικασίας αυτής. Άρα το ίδιο το κοράλλι καθαυτό δεν χρειάζεται το φως. Το χρειάζεται η συμβιωτική άλγη που ζει μέσα του. Ακόμα σε ορισμένα είδη κοραλλιών και clams τα χρώματά τους, καθορίζονται από την συμβιωτική άλγη.
Άρα από τα παραπάνω φαίνεται εύκολα πλέον πόσο σημαντικός είναι ο παράγοντας του φωτισμού σε ένα reef ενυδρείο. Τα κύρια χαρακτηριστικά που πρέπει να μας απασχολήσουν προτού επιλέξουμε τον φωτισμό του reef ενυδρείου μας είναι τα εξής: Ένταση Φωτισμού. Η ένταση του φωτισμού έχει άμεση σχέση με τα Watt κάθε λάμπας. Όσο μεγαλύτερα είναι τα Watt τόσο περισσότερη ένταση θα έχει και ο φωτισμός μας. Όμως τα Watt –όσο και αν τα χρησιμοποιούμαι- δεν είναι μονάδα μέτρησης της έντασης του φωτισμού, αλλά της κατανάλωσης. Ο πλέον σωστός τρόπος να μετρήσουμε την ένταση του φωτισμού είναι μετρητές οι οποίοι μετρούν την ένταση σε lux. Την μέτρηση θα πρέπει να την πάρουμε στην επιφάνεια του νερού. Εάν η μέτρηση είναι μεταξύ 20000 και 30000 lux τότε έχουμε ικανοποιητικό φωτισμό για οποιοδήποτε reef ενυδρείο με τα πλέον απαιτητικά κοράλλια (Sps & clams).
Ένας άλλος τρόπος που χρησιμοποιούμε εμείς οι ενυδρειόφιλοι, είναι τα Watt ανά λίτρο. Η μέθοδος αυτή δεν είναι πλήρης λόγω πολλών παραμέτρων, αλλά ακολουθείται συχνά λόγω της ευκολίας που παρέχει. Έτσι οι διαστάσεις του ενυδρείου (μήκος – πλάτος - ύψος), ο εκτοπιζόμενος όγκος νερού από τον βράχο, παίζουν βασικό ρόλο και πρέπει να εκτιμηθούν προτού αποφασίσουμε την ένταση του φωτισμού που θα ακολουθήσουμε, με αυτή την μέθοδο. Αν έχουμε ένα Watt ανά λίτρο και πάνω τότε έχουμε ικανοποιητικό φωτισμό για οποιοδήποτε reef ενυδρείο με τα πλέον απαιτητικά κοράλλια (Sps & clams). Βέβαια εδώ παίζει σημαντικό ρόλο και το χρώμα του φωτισμού αλλά και ο τύπος της λάμπας.
Δηλ. σε ένα ενυδρείο 500 λίτρων θα έχουμε διαφορετικά αποτελέσματα αν βάλουμε 500 Watt μόνο ακτινικές λάμπες ή 500 Watt μόνο Τ5 ή 500 Watt μόνο Metal Halide.
Όμως η ένταση του φωτισμού επηρεάζεται και από άλλους παράγοντες. Το βάθος του ενυδρείου π.χ. επηρεάζει κατά πολύ την ένταση του φωτισμού. Είναι βέβαιο ότι στην επιφάνεια του νερού η ένταση θα είναι ισχυρή ενώ όσο πιο βαθιά τόσο θα ελαττώνεται. Επίσης η καθαρότητα ή όχι του νερού επηρεάζει την ένταση. Τα πολλά οργανικά κατάλοιπα που επιπλέουν μπλοκάρουν το φως μειώνοντας την έντασή του. Χρώμα Φωτισμού. Πολλές φορές έχουμε παρατηρήσει το διαφορετικό χρώμα που εκπέμπουν οι λάμπες σε διάφορα ενυδρεία. Ακόμα ίσως μερικοί έχουν παρατηρήσει ότι ένα ίδιο κοράλλι παρουσιάζει διαφορετικά χρώματα σε ένα άλλο ενυδρείο με διαφορετικό φωτισμό. Αυτό που αλλάζει λοιπόν (εκτός της έντασης) είναι το χρώμα των λαμπών. Το χρώμα μετριέται σε Kelvin. Όσο λιγότερα Kelvin τόσο το φως είναι κίτρινο (ψυχρή θερμοκρασία), ενώ όσο περισσότερα Kelvin το φως αποκτά μια απόχρωση μπλε (θερμή θερμοκρασία). Στα ενυδρεία μας καλούμαστε να μιμηθούμε όσο το δυνατόν γίνεται την φύση. Έτσι και με το φως. Το φως του ήλιου στην επιφάνεια του νερού δεν διαφοροποιείται, ενώ όσο βαθύτερα πηγαίνουμε, το κόκκινο και το κίτρινο απορροφούνται και σταδιακά επικρατεί το μπλε. Στην αγορά κυκλοφορούν λάμπες με διάφορα Kelvin. Για να μιμηθούμε τα επιφανειακά νερά ενός τροπικού ύφαλου θα πρέπει να χρησιμοποιήσουμε λάμπες με 6.500 Kelvin. Παράλληλα για να δώσουμε και μια μπλε απόχρωση μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε και ακτινικές λάμπες. Οι συγκεκριμένες λάμπες μπορούν να ανάβουν λίγο πριν τις 6.500 Kelvin και να σβήνουν λίγο μετά, κάνοντας μια προσομοίωση της ανατολής και της δύσης του ήλιου. Για να αναπαραστήσουμε χαμηλότερα βάθη του τροπικού ύφαλου θα πρέπει να χρησιμοποιήσουμε λάμπες με 12.000 Kelvin ή ακόμα και 15.000 Kelvin. Ορισμένοι χρησιμοποιούν ακόμα και 20.000 Kelvin.
Η ένταση του φωτισμού είναι ανάλογη με τα Kelvin. Έτσι π.χ. μια λάμπα 150 Watt 6.500 Kelvin έχει παρόμοια ένταση με μια 250 Watt 20.000 Kelvin. Πάντως θα πρέπει να προσθέσουμε ότι τελικά η επιλογή των Kelvin είναι και κατά πολύ θέμα γούστου. Δηλαδή πως μας αρέσει να φαίνεται το ενυδρείο μας. Έχει παρατηρηθεί ότι με την χρησιμοποίηση χαμηλών Kelvin έχουμε μεγαλύτερη ανάπτυξη στα Sps κοράλλια μας ενώ με την χρησιμοποίηση υψηλότερων Kelvin έχουμε ομορφότερα χρώματα. Έτσι πολλοί είναι αυτοί που συνδυάζουν πλέον λάμπες με διάφορα Kelvin. Για παράδειγμα μπορούμε να έχουμε δυο λάμπες με 10.000 Kelvin και μια με 20.000 Kelvin. Οι συνδυασμοί που μπορούν να γίνουν είναι πάρα πολλοί και αρκετοί για να καταλήξουν σε κάποιο επιθυμητό αποτέλεσμα, χρησιμοποιούν και αλλάζουν πολλές λάμπες. Προσοχή όμως πάντα με μέτρο γιατί τα κοράλλια είναι πολύ ευαίσθητα σε οποιαδήποτε απότομη αλλαγή είτε
στην ένταση είτε στο χρώμα του φωτισμού. Στην αγορά κυκλοφορούν οι παρακάτω τύποι λαμπτήρων φωτισμού: Λάμπες Τ8. Οι λάμπες φθορισμού Τ8 είναι οι κοινές λάμπες φθορίου που συναντάμε σχεδόν παντού. Για ενυδρειακή χρήση η λάμπες αυτές μπορεί να χρησιμοποιηθούν μόνο σε πολύ απλά συστήματα με μη φωτοσυνθετικά κοράλλια, πολύποδες, μανιτάρια. Κυκλοφορούν σε 15 – 20 – 30 – 40 Watt. Και ανάλογα βέβαια έχουν την μικρότερη εκπομπή θερμότητας. Λάμπες Τ5. Οι λάμπες Τ5 είναι και αυτές λάμπες φθορισμού και χρησιμοποιούνται όλο και περισσότερο τα τελευταία χρόνια. Η έντασή τους στα ίδια Watt σε σχέση με τις Τ8 είναι κατά 150% μεγαλύτερη. Ανάλογα με τον αριθμό, τις συγκεκριμένες λάμπες μπορούμε να τις δούμε σε απαιτητικά ενυδρεία με Sps και clams. Επίσης είναι ότι καλύτερο για ενυδρεία μεσαίων απαιτήσεων με Lps. Εκπέμπουν μεγαλύτερη θερμοκρασία από τις Τ8 έτσι ίσως χρειαστούμε ψύξη (ανεμιστηράκια δηλαδή) στο φωτιστικό που θα βρίσκονται. Επίσης χρησιμοποιούν ηλεκτρονικά ballast. Κυκλοφορούν σε 24 – 39 –54 – 80 Watt. Λάμπες Power Compact. Οι λάμπες Power Compact χρησιμοποιούνται αρκετά στην Αμερική. Έχουν πολλά κοινά σημεία με τις Τ5 (απόδοση – θερμότητα) αλλά διαφορετικό σχήμα. Είναι σαν δυο Τ5 μαζί παράλληλα αλλά με τις άκρες τους ενωμένες. Το καλό με τις συγκεκριμένες λάμπες είναι ότι μπορεί η μια να είναι διαφορετική από την άλλη. Δηλαδή στην ίδια λάμπα να έχουμε την μισή με 10.000 Kelvin και την άλλη μισή ακτινική. Χρησιμοποιούν και αυτές ηλεκτρονικό ballast. Κυκλοφορούν σε 9 – 13 – 55 – 96 Watt. Λάμπες Metal Halide. Οι λάμπες Metal Halide είναι από τις πλέον κορυφαίες επιλογές για υψηλού επιπέδου φωτισμού σε reef ενυδρεία. Τα πολλά τους Watt και η υψηλή τους ένταση τις καθιστούν καταλληλότερες και για τα πλέον ψηλά ενυδρεία.
Οι λάμπες Metal halide παράγονται σε δυο τύπους. Την single ended, η οποία είναι βιδωτή και έχει UV προστασία και την double ended, η οποία είναι κουμπωτή και δεν έχει UV προστασία. Στην Ελλάδα κυκλοφορούν επί το πλείστον οι double ended. Το μεγάλο μειονέκτημα των λαμπών Metal Halide είναι η μεγάλη εκπομπή θερμότητας που έχουν. Έτσι η ψύξη με ανεμιστηράκια στο φωτιστικό επιβάλλεται, αλλιώς η θερμότητα θα οδηγηθεί στο ενυδρείο μας με άσχημα αποτελέσματα. Οι συγκεκριμένες λάμπες οδηγούνται από ballast. Υπάρχουν είτε μαγνητικά είτε ηλεκτρονικά. Τα δεύτερα είναι πολύ καλύτερα (αν και λίγο ακριβότερα) διότι εγγυώνται για το ότι η λάμπα θα αποδώσει 100% τα Kelvin της και ακόμα ότι θα έχει οικονομία στην κατανάλωση. Κυκλοφορούν σε 75 – 150 – 250 – 400 – 1000 Watt. Για την σωστή επιλογή του φωτισμού του reef ενυδρείου μας, απαιτείται γνώση και εξοικείωση με το αντικείμενο. Κάθε λάθος μας έχει αντίκτυπο στα κοράλλια και στην τσέπη μας. Εννοείται ότι μπορεί να γίνουν αρκετοί συνδυασμοί και στους τύπους λαμπών και στα Watt αλλά και στα Kelvin. ΕΛΕΓΧΟΣ ΘΕΡΜΟΚΡΑΣΙΑΣ Η σταθερότητα των τιμών του νερού των τροπικών υφάλων, είναι πλέον γνωστή. Αυτή η σταθερότητα και ειδικά της θερμοκρασίας ήδη έχει διαταραχτεί με το φαινόμενο του θερμοκηπίου και πολλές φορές έχουμε ακούσει για νέκρωση πολλών τροπικών υφάλων, λόγω αυτού του γεγονότος. Φαίνεται πόσο ευαίσθητοι οργανισμοί είναι τα κοράλλια. Έτσι λοιπόν και στον μικρόκοσμο του ενυδρείου μας, η θερμοκρασία θα πρέπει να βρίσκεται στα σωστά επίπεδα και περισσότερο ακόμη να μην έχει μεταβολές, θα πρέπει δηλαδή να είναι όσο το δυνατόν σταθερή. Η θερμοκρασία που μπορούμε να έχουμε σε ένα ενυδρείο τροπικού υφάλου μπορεί να κυμανθεί από 26 έως 28 C. Δηλαδή να επιλέξουμε μια θερμοκρασία από αυτό το εύρος. Θα πρέπει να την διατηρήσουμε το πολύ με μια απόκλιση 0,5 C.
Μπορούμε τον Χειμώνα να έχουμε την θερμοκρασία μας στους 26 C και το καλοκαίρι (πάντα οι οποιεσδήποτε αλλαγές γίνονται με αργούς ρυθμούς) να έχουμε 28 C. Αυτή είναι και η πιο εύκολη επιλογή. Πολλοί χομπίστες επιλέγουν ακριβώς το αντίθετο δηλαδή τον Χειμώνα 28 C και το καλοκαίρι 26 C μόνο και μόνο αν θα υπάρξει περίπτωση διακοπής ρεύματος, η θερμοκρασία να μην ξεφύγει σε απαγορευμένες περιοχές. Έχει μια λογική αυτό διότι παραδείγματος χάρη το καλοκαίρι η θερμοκρασία θα κάνει περισσότερο χρόνο να φθάσει στους 30 C αν ήταν στους 26 C σε αντίθεση αν ήταν στους 28 C. Όμως θα πρέπει να συνυπολογίσουμε ότι με την διακοπή ρεύματος θα σταματήσουν και όλες οι πηγές «παραγωγής θερμοκρασίας» την λειτουργία τους. Αυτή η επιλογή τέλος θα μας στοιχίσει περισσότερο σε κατανάλωση ρεύματος. Για την θέρμανση του νερού μας τον Χειμώνα, θα χρησιμοποιήσουμε κοινούς θερμαντήρες, ενώ για την ψύξη του νερού μας το Καλοκαίρι, θα χρησιμοποιήσουμε είτε κάποια μονάδα ψύξης νερού (chiller) είτε ανεμιστηράκια. Το βέβαιο είναι ότι θα χρειαστούμε κάποιον ελεγκτή θερμοκρασίας. Η θέρμανση του νερού με τους θερμαντήρες είναι απλή υπόθεση. Οι δυσκολίες φαίνονται στην ψύξη, γιατί οι μέθοδοι ποικίλλουν και εν μέρει κοστίζουν. Έτσι αν έχουμε μικρό ενυδρείο μπορούμε να επιλέξουμε για την ψύξη του νερού ανεμιστηράκια, τα οποία σαν λύση είναι φθηνή, όμως πρέπει να γνωρίζουμε ότι με την λειτουργία τους θα έχουμε μεγάλη εξάτμιση. Ο μόνος τρόπος για να αντιμετωπιστεί η εξάτμιση είναι η προσθήκη νερού από αντίστροφη όσμωση, η οποία μπορεί να γίνει είτε χειροκίνητα είτε με κάποιο σύστημα αυτομάτου αναπληρώσεως. Όμως η λύση μονάδας ψύξης νερού είναι μονόδρομος σε μεγαλύτερα ενυδρεία. Υπάρχουν αρκετές τέτοιες λύσεις οι οποίες είναι πολύ αξιόπιστες. Το μειονέκτημα των συσκευών αυτών είναι η μεγάλη κατανάλωση σε ρεύμα, καθώς επίσης και η ζέστη που παράγουν (λειτουργούν όπως τα ψυγεία). Έτσι η καλύτερη λύση είναι να τοποθετούνται σε εξωτερικό προστατευμένο χώρο. Θα πρέπει να τροφοδοτούνται με νερό από το ενυδρείο μέσω μιας αντλίας από το ενυδρείο ή από το sump εφόσον υπάρχει.