ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΜΟΡΦΩΤΙΚΟΥ ΙΔΡΥΜΑΤΟΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΗΣ Πρόεδρος: Τάκης Αράπογλου Αντιπρόεδρος: Δημοσθένης Κοκκινίδης Γενικός Γραμματέας: Βίκτωρ Θ. Μελάς Ταμίας: Μιχ. Α. Τιβέριος Μέλη: Άννα Αβραμέα, Ιάκωβος Καμπανέλλης, Κ. Β. Κριμπάς, Παναγιώτης Μουλλάς Διευθυντής του Ιδρύματος: Διονύσης Καψάλης Η μετάφραση της Μαριάννας Τζιαντζή θεωρήθηκε από την Αγλαΐα Κάσδαγλη, λέκτορα της Ιστορίας των Μέσων Χρόνων στο Πανεπιστήμιο Κρήτης. Τίτλος του πρωτοτύπου The Evolution of the Medieval World
Society, Government and Thought in Europe, 312-1500
Longman London & New York 1992
© για την ελληνική γλώσσα
Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1999
ΦΙΛΟΔΟΞΙΑ TOΥ ΒΙΒΛΙΟΥ ΑΥΤΟΥ είναι να αποτελέσει επίτομη και συνάμα περιεκτική επισκόπηση της μεσαιωνικής Ευρώπης και να ανταποκριθεί στην πολυπλοκότητα και τον πλούτο του θέματος. Ως χαρακτηριστικό της μακράς αυτής ιστορικής περιόδου προβάλλεται η εξελικτική συνέχεια, η οποία είναι εμφανής ακόμα και στις εποχές κρίσης και αναδιατάξεων που χωρίζουν συμβατικά την ιστορία της Δύσης σε διαδοχικές φάσεις: συγκεκριμένα, τις εποχές ανάμεσα στον ύστερο ρωμαϊκό κόσμο και την «Ευρώπη των φυλών» του 6ου και του 7ου αιώνα, αλλά και ανάμεσα στον ύστερο Μεσαίωνα και τον 16ο αιώνα. Ιδιαίτερη έμφαση δεν δίνεται σε καμία περιοχή. Μολονότι η Γαλλία και η Αγγλία κυριαρχούν στη συνολική εικόνα, η Γερμανία, η Ιταλία και η Ισπανία παρουσιάζονται κι αυτές λεπτομερώς, χωρίς να λείπουν και εκτενείς ενότητες για το Βυζάντιο και το Ισλάμ, τους ισχυρούς γείτονες που άσκησαν τόσο σημαντική επιρροή στη μεσαιωνική Δύση. Η προσέγγιση είναι σε γενικές γραμμές συγκριτική και λαμβάνει υπόψη τις κατά τόπους διαφορές όταν πρόκειται για την πνευματική ζωή, τους πολιτικούς και κοινωνικούς θεσμούς, τη διακυβέρνηση και τις οικονομικές εξελίξεις. Ο συγγραφέας εξετάζει και τις πολιτικές ιδέες, αλλά διερευνά κυρίως την πραγματικότητα της δημόσιας διοίκησης και τους μηχανισμούς διακυβέρνησης της μεσαιωνικής Ευρώπης σε όλα τα επίπεδα —τοπικό, περιφερειακό, εθνικό. Ενώ τα περισσότερα εγχειρίδια μεσαιωνικής ιστορίας εστιάζονται στα πολιτισμικά στοιχεία που πηγάζουν από την Εκκλησία και όχι στην κοσμική πνευματική ζωή, εδώ τα πράγματα εξισορροπούνται, αφού εξετάζεται η κοσμική ζωή αλλά και ο λαϊκός πολιτισμός τόσο του πρώιμου όσο και του ύστερου Μεσαίωνα. Με τον ίδιο τρόπο αντιμετωπίζεται και η παιδεία, όχι απλώς ως παρελκόμενο της θρησκείας, αλλά και ως προσεκτικά σχεδιασμένο πρόγραμμα εκπαίδευσης με πρακτικές εφαρμογές στους χώρους εργασίας. Η ίδια η θρησκεία μελετάται ως θέμα που απασχολούσε όχι μόνο τον κλήρο αλλά και το κοσμικό πλήρωμα της Εκκλησίας, γι' αυτό και υπάρχουν πληροφορίες για λαϊκές μορφές λατρείας. Τέλος, το κείμενο φανερώνει το ερευνητικό ενδιαφέρον του συγγραφέα για την ιστορία των γυναικών, της παιδικής ηλικίας και της οικογένειας κατά τον Μεσαίωνα. Ο ΝΤΕΪΒΙΝΤ ΝΙΚΟΛΑΣ είναι καθηγητής της Ιστορίας και πρόεδρος του Τμήματος Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Κλέμσον της Νότιας Καρολίνας. Στο εξώφυλλο Μεσαιωνική πόλη με τείχος: η Αβινιόν του 14ου αιώνα. Από το βιβλίο του Πιέρ Σαλμόν Les Lamentations dans l'état de Charles VI (Παρίσι, Εθνική Βιβλιοθήκη).
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Ο όρος «Μεσαίωνας» επινοήθηκε για να στιγματίσει μια χιλιετία πνευματικής καθυστέρησης και κοινωνικής αδικίας, όπως τη θεωρούσαν κάποτε οι ιστορικοί. Η χιλιετία αυτή χωρίζει την κλασική Αρχαιότητα από τη σύγχρονη «φωτισμένη» εποχή, που αρχίζει είτε με την ιταλική Αναγέννηση είτε με την προτεσταντική εξέγερση. Πολλοί μελετητές της μετά το 1500 ευρωπαϊκής ιστορίας εξακολουθούν να διακρίνουν ένα κατακόρυφο ρήγμα ανάμεσα στον Μεσαίωνα και τη «σύγχρονη» εποχή και αποδίδουν μεσαιωνική προέλευση μόνο σε όποιο στοιχείο των πιο πρόσφατων αιώνων θεωρούν απωθητικό ή αναχρονιστικό. Πολλοί μεσαιωνολόγοι συμπλέουν μαζί τους καθώς αντιλαμβάνονται τον Μεσαίωνα ως μια διακριτή χιλιετή περίοδο της ιστορίας με τα δικά της ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και με σαφή αρχή και τέλος, αλλά διαφέρουν από τους ιστορικούς των νεότερων χρόνων κατά το ότι βρίσκουν τις μεσαιωνικές ιδιοτυπίες αξιέπαινες. Εντούτοις, άλλοι μεσαιωνολόγοι έχουν εντοπίσει σύνθετους κοινωνικούς και πολιτισμικούς δεσμούς ανάμεσα στη Ρώμη και την κελτική και γερμανική Ευρώπη του πρώιμου Μεσαίωνα, όπως και ανάμεσα στον ύστερο Μεσαίωνα και τους νεότερους χρόνους. Αυτοί οι μελετητές βλέπουν την ιστορία ως συνεχή και εξελικτική διαδικασία και όχι ως διαδοχή ασυνεχών σταδίων. Η δική μου προσέγγιση στη μελέτη της ιστορίας είναι δεδηλωμένα εξελικτική. Μολονότι κάθε συμβάν του παρελθόντος είναι μοναδικό, αναπτύσσονται ωστόσο κάποια πρότυπα που κατά καιρούς επανέρχονται με ανησυχητική κανονικότητα. Προπάντων στα διδακτικά εγχειρίδια, η μεσαιωνική ιστορία πολύ συχνά γράφεται για να υπογραμμιστούν τα κατά θαυμαστό τρόπο ανεπανάληπτα χαρακτηριστικά της, ιδίως στη θρησκεία, τη λογοτεχνία και τις εικαστικές τέχνες. Οι αενάως εξελισσόμενες διαδικασίες της κοινωνικής ανάπτυξης περνούν συνήθως απαρατήρητες. Ωστόσο, η ιστορία είναι ουσιαστικά η μελέτη των ανθρώπινων όντων και ειδικά των ατόμων στις σχέσεις τους με τις ομάδες, καθώς και των ομάδων μεταξύ τους. Ένας από τους λόγους για τους οποίους έγραψα αυτό το βιβλίο ήταν για να επιχειρήσω να προσφέρω στους αναγνώστες μια συνολική και εμπλουτισμένη με τα πιο πρόσφατα στοιχεία επισκόπηση των κοινωνικών και οικονομικών όψεων του μεσαιωνικού πολιτισμού και της σύνδεσής τους με τις πολιτικές, θεσμικές και πολιτισμικές εξελίξεις. Οι ιδέες είναι προφανώς τμήμα του συνολικού ανθρώπινου περιβάλλοντος. Το γεγονός ότι τα μεσαιωνικά σχολεία βρίσκονταν υπό την κηδεμονία της χριστιανικής Εκκλησίας, οπότε τα ιερά κείμενα και οι Λατίνοι κλασικοί κυριαρχούσαν στο εκπαιδευτικό πρόγραμμα, σημαίνει ότι οι σπουδαστές αποκτούσαν ορισμένες στοιχειώδεις γνώσεις των βασικών δογμάτων της πίστης τους, έστω και αν αγνοούσαν τις πιο περίτεχνες θεολογικές θεωρίες των συγχρόνων τους. Ο εκκλησιαστικός προσανατολισμός δεν ήταν οικουμενικός και σαφώς ούτε μονολιθικός αλλά, τουλάχιστον πριν από τον 14ο αιώνα, ο χριστιανισμός προσέφερε στους περισσότερους διανοουμένους μια κοινή βιωματική βάση, ανεξάρτητα από την εθνικότητα ή την κοινωνική προέλευσή τους. Στα χρόνια του Μεσαίωνα όμως, όπως και σήμερα, οι περισσότεροι άνθρωποι επιζητούσαν τη μόρφωση περισσότερο ως μέσο για κοινωνική και οικονομική άνοδο παρά για τη μάθηση καθαυτήν. Ενώ η θεολογία και το κανονικό δίκαιο προσέδιδαν στους γνώστες τους κύρος, οι περισσότεροι σπουδαστές προτιμούσαν το αστικό δίκαιο και τις ελευθέριες τέχνες, που είχαν πιο πρακτικό χαρακτήρα και τους παρείχαν καλύτερες δυνατότητες σταδιοδρομίας στον εγκόσμιο στίβο. Επομένως, θα διερευνήσουμε την πρακτική διάσταση της εκπαίδευσης και θα εξετάσουμε τις νέες μορφές απασχόλησης που προέκυψαν από αυτό τον επαγγελματικό προσανατολισμό της. Εντούτοις, αυτές καθαυτές οι πράξεις των ανθρώπων, οι οποίοι παρακινούνταν από κάποιες ιδέες πιστεύοντας ότι τις κατανοούσαν σωστά, είναι μια πολύ πιο εμφανής κινητήρια δύναμη στην ιστορία απ' ό,τι οι ίδιες οι ιδέες. Επιπλέον, στην προσπάθειά μας να δώσουμε μια ρεαλιστική εικόνα του παρελθόντος, θα πρέπει να κάνουμε κάποια διάκριση ανάμεσα στην αντικειμενική βαρύτητα που είχαν οι ιδέες και οι εξελίξεις για το μέλλον και στο πώς οι άνθρωποι του Μεσαίωνααντιλαμβάνονταν τα γεγονότα της εποχής τους. Τα έργα των χριστιανών, των μουσουλμάνων και των Εβραίων θεολόγων του Μεσαίωνα είναι μνημεία του ανθρώπινου πνεύματος και η διαχρονική σημασία τους ξεπερνά κατά πολύ την επίδραση που άσκησαν στους συγχρόνους τους. Οι χριστιανοί του 20ού αιώνα που κατανοούν τη θεολογία του αγίου Θωμά Ακινάτη (1225-1274) είναι περισσότεροι από τους αντίστοιχους του 13ου αιώνα, η πλειονότητα των οποίων δεν τον είχε καν ακουστά. Οι περισσότεροι Ευρωπαίοι που έζησαν στους μεσαιωνικούς χρόνους ήταν χριστιανοί, τέκνα χριστιανών γονέων. Η χριστιανική πίστη είχε γίνει αποδεκτή επειδή οι πιστοί ποτέ δεν είχαν διανοηθεί να τη θέσουν υπό αμφισβήτηση. Ήταν περισσότερο συναισθηματικό βίωμα παρά εγκεφαλική σύλληψη . Και τότε, όπως και σήμερα, η θρησκεία για τους περισσότερους ανθρώπους είχε μάλλον θαυματουργικό παρά λειτουργικό χαρακτήρα, και μάλλον λειτουργικό παρά θεολογικό. Επίκεντρο της μεσαιωνικής πίστης ήταν τα μυστήρια, τα θαύματα, η λατρεία των τοπικών αγίων και, ιδίως, το προσκύνημα των ιερών τους λειψάνων, οι εορτασμοί και η προσωπική σχέση με τον εφημέριο της ενορίας. Η τέχνη και η αρχιτεκτονική του Μεσαίωνα, ιδίως η γλυπτική, η ζωγραφική και τα υαλογραφήματα των μεγάλων καθεδρικών ναών, μετέδιδαν την παράδοση της χριστιανοσύνης στους αγράμματους. Οι περισσότεροι θεατές τους όμως ήταν μόνιμοι κάτοικοι των μεγάλων πόλεων η τακτικοί επισκέπτες τους. Είναι πολύ πιθανό ότι τον 12ο αιώνα οι άνθρωποι αυτοί όχι μόνο είχαν πια μάθει να διαβάζουν την καθομιλουμένη γλώσσα της ιδιαίτερης πατρίδας τους, αλλά γνώριζαν και στοιχειώδη λατινικά καλύτερα απ' ό,τι υποθέτουν σήμερα μερικοί. Οι μεγάλοι καθεδρικοί ναοί δεν ήταν μόνο μνημεία της καλλιτεχνικής δημιουργικότητας, αλλά αποτελούσαν και πηγή περηφάνιας για τον πολίτη και συχνή αφορμή για ιλιγγιώδεις δαπάνες των τοπικών ναών και των ενοριτών. Το ανθρώπινο στοιχείο στην εκπαίδευση, την τέχνη και τη σκέψη αναδύεται επίσης και όταν πραγματευόμαστε την ιστορία της πολιτικής και της διοίκησης. Τα μεγάλα συνταγματικά κείμενα της μεσαιωνικής Ευρώπης, όπως η αγγλική Μεγάλη Χάρτα, μνημονεύονταν ως θεμελιώδεις νόμοι σχεδόν από την πρώτη στιγμή που τέθηκαν σε ισχύ. Οι άνθρωποι όμως που τα συνέταξαν συχνά δρούσαν βασιζόμενοι στην πρακτική σκοπιμότητα, που έφερε το ένδυμα υψηλών αρχών. Οι ιδεώδεις αρχές της συνταγματικής διακυβέρνησης γοήτευαν τις μάζες των άνεργων και δίχως πολιτικά δικαιώματα κατοίκων των πόλεων όπως ελκύουν τους σύγχρονους πολιτικοποιημένους πολίτες, αλλά η βασική έγνοια των περισσότερων ανθρώπων του Μεσαίωνα ήταν κατά πόσον οι φοροσυλλέκτες ήταν έντιμοι και όχι αν ο βασιλιάς που τους έδινε διαταγές κυβερνούσε ελέω θεού ή αν η εξουσία του περιοριζόταν από την κυριαρχία του νόμου ή αν ήταν αναγκασμένος να συμβουλεύεται κάποιο ευρύτερο όργανο. Συνεπώς, θα εστιάσουμε την προσοχή μας λιγότερο στη μεσαιωνική συνταγματική θεωρία και τις αντίστοιχες ιδέες και περισσότερο στις πρακτικές εφαρμογές τους μέσω της δημόσιας διοίκησης. Όπως θα διαπιστώσουμε, η σύγχρονη κοσμική διοίκηση έχει σημαντικές ρίζες στην τέχνη της διακυβέρνησης του ύστερου Μεσαίωνα. Το φυσικό περιβάλλον, η τεχνολογία που αναπτύσσει ο άνθρωπος για να επιβιώσει μέσα σ' αυτό και οι κανόνες που διέπουν την ανταλλαγή των αγαθών, των υπηρεσιών και των δεξιοτήτων —κοντολογίς, οι μηχανισμοί μέσω των οποίων οι περισσότεροι άνθρωποι κερδίζουν τα προς το ζην και διατηρούνται στη ζωή— αποτελούν το αναγκαίο υπόβαθρο για τα μεγάλα επιτεύγματα κάθε εποχής. Στη διάρκεια του Μεσαίωνα σημειώθηκαν εκπληκτικές πρόοδοι στην τεχνολογία, ιδίως στην εφαρμοσμένη μηχανική. Ο χάρτης των πόλεων της Ευρώπης πήρε τη μορφή που ξέρουμε ως σήμερα. Οι επεμβάσεις στη γη είχαν καθοριστική σημασία, καθώς οι άνθρωποι μετέβαλλαν τη μορφολογία του εδάφους εκτρέποντας τη ροή των ποταμών, ανοίγοντας αρδευτικά κανάλια και εκχερσώνοντας τα δάση για να επεκτείνουν την καλλιεργήσιμη γη. Πολλοί από τους ανθρώπους των Μέσων Χρόνων οραματίζονταν μια αμετάβλητη, υπερβατική αιωνιότητα. Αλλά σε καμία άλλη περίοδο της ανθρώπινης ιστορίας πριν από τη Βιομηχανική Επανάσταση δεν κατόρθωσε το συχνά ανώνυμο ανθρώπινο πλήθος να θέσει τις βάσεις ώστε να
αντιμετωπιστούν οι πρακτικές ανάγκες του υλικού κόσμου στον κοινωνικό, οικονομικό, πολιτικό, αλλά και τον εκπαιδευτικό και επιστημονικό τομέα, και με αποτελέσματα τόσο ουσιαστικά και μόνιμα, όσο κατά τον Μεσαίωνα. Ισορροπώντας ανάμεσα στην κατάκτηση του υλικού κόσμου και στην ενατένιση του αιωνίου, οι άνθρωποι του Μεσαίωνα δημιούργησαν τη βάση του δυτικού πολιτισμού όπως τον γνωρίζουμε σήμερα. Καθήκον μας, λοιπόν, είναι να εξετάσουμε τις διαδικασίες και τα στάδια μέσω των οποίων συντελέστηκε αύτη η εξέλιξη.
ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Ο πολιτισμός της μεσαιωνικής Ευρώπης θεμελιώθηκε πάνω στα επιτεύγματα των Ρωμαίων. Η δημόσια διοίκηση, το δίκαιο, η τέχνη, η αρχιτεκτονική και η παιδεία των Ρωμαίων έμελλε να διατηρηθούν και να αποτελέσουν αντικείμενο μίμησης. Οι Ρωμαίοι προσέδωσαν οικουμενικότητα στον χριστιανισμό, που γεννήθηκε σε μια μακρινή περιοχή της αυτοκρατορίας τους, αλλά εξελίχθηκε σε κυρίαρχη θρησκεία του δυτικού κόσμου. Αντίστοιχα, η χριστιανική Εκκλησία δανείστηκε στοιχεία από τους Ρωμαίους και έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη διατήρηση μεγάλου μέρους της ρωμαϊκής λογοτεχνίας και μάθησης. Οι λαοί του Μεσαίωνα γνώρισαν τη Ρώμη μέσω της χριστιανικής Εκκλησίας. Οι Ρωμαίοι επίσης οικειοποιήθηκαν και αξιοποίησαν στη βορειοδυτική Ευρώπη έναν κατά βάση κελτικό πολιτισμό· έτσι, καθώς η ρωμαϊκή ισχύς έφθινε, τα κελτικά στοιχεία πρόβαλαν ξανά στην επιφάνεια. Οι Γερμανοί εισήγαγαν κι αυτοί πρωτότυπα στοιχεία και, αναπόφευκτα, οι Ρωμαίοι και οι Γερμανοί προσαρμόστηκαν ο ένας στον άλλο δημιουργώντας έναν καινούριο πολιτισμό. Στα ανατολικά η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία συνέχισε να υπάρχει· αλλά ενώ στη Δύση αναβίωσαν κάποια κελτικά στοιχεία τα οποία είχαν αξιοποιήσει οι Ρωμαίοι, στην Ανατολή οι ελληνικές βάσεις του ρωμαϊκού πολιτισμού γέννησαν μια νέα ρωμαϊκή ή «βυζαντινή» αυτοκρατορία που τον 6ο αιώνα ήταν πλέον περισσότερο ελληνική παρά ρωμαϊκή. Τέλος, η άνοδος του Ισλάμ, κατά τον 7ο αιώνα, οδήγησε στην ανάπτυξη νέων πολιτικών οντοτήτων, με τις οποίες οι Λατίνοι χριστιανοί της Δύσης έμελλε να αναπτύξουν πολιτικές, οικονομικές και πολιτισμικές σχέσεις. Οι μουσουλμάνοι όμως κατέλαβαν εκτεταμένες περιοχές που είχαν υποστεί ρωμαϊκή επίδραση. Αφομοιώνοντας στοιχεία του ρωμαϊκού πολιτισμού, άνοιξαν μία ακόμα δίοδο μέσω της οποίας ο τροποποιημένος αυτός πολιτισμός αποτέλεσε θεμέλιο της μεσαιωνικής Δύσης.ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α'
Η ΡΩΜΑΪΚΗ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ ΤΟΥ ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ
Από τη Δημοκρατία στην Αυτοκρατορία Η ρωμαϊκή χιλιετία άρχισε τον 6ο αιώνα π.Χ., όταν οι Λατίνοι εκτόπισαν τους πιο εκλεπτυσμένους Ετρούσκους από τη Ρώμη. Στη συνέχεια οι Λατίνοι αύξησαν συστηματικά τη δύναμή τους εις βάρος άλλων γειτόνων τους. Ως το 265 π.Χ. η Ρωμαϊκή δημοκρατία είχε γίνει το πιο ισχυρό κράτος στην Ιταλία. Τη χρονιά εκείνη ξέσπασε ο πρώτος από τους τρεις πολέμους με την Καρχηδόνα, το σημαντικότερο λιμάνι της βόρειας Αφρικής. Με τον πρώτο καρχηδονιακό πόλεμο, οι Ρωμαίοι καθυπέταξαν τη Σικελία και τη Σαρδηνία, ενώ με τον δεύτερο κατέλαβαν την Ιβηρική χερσόνησο. Ύστερα οι Ρωμαίοι στράφηκαν προς την Ανατολή. Οι εσωτερικές συγκρούσεις τους προσέφεραν το πρόσχημα για να κηρύξουν διαδοχικούς πολέμους που κορυφώθηκαν με την προσάρτηση της Ελλάδας το 146 π.Χ., τη χρονιά που η Καρχηδόνα καταστράφηκε ολοσχερώς και κατακτήθηκαν περιοχές της Αφρικής. Το 129, το αλλοτινό βασίλειο της Περγάμου έγινε η ρωμαϊκή επαρχία της Ασίας, η πλουσιότερη υπερπόντια κτήση της Ρώμης. Το 31 π.Χ., οπότε και προσάρτησε την Αίγυπτο, η Ρώμη κυριαρχούσε πλέον σε ολόκληρη τη λεκάνη της Μεσογείου. Πολλοί ιστορικοί έχουν υποστηρίξει ότι το ρωμαϊκό κράτος ήταν τόσο εκτεταμένο, με μήκος συνόρων περίπου 3.000 μίλια (4.800 χλμ.) από τη Μικρά Ασία στα ανατολικά μέχρι τον Ατλαντικό στα δυτικά, που η αποτελεσματική διακυβέρνησή του ήταν ανέφικτη. Στην πραγματικότητα, μέχρι τον 1ο αιώνα π.Χ. η Ρώμη ουσιαστικά είχε κυριαρχήσει μόνο στις περιοχές που βρέχονταν από τη Μεσόγειο. Οι θαλάσσιες επικοινωνίες ήταν τακτικές και απρόσκοπτες. Καθώς οι Ρωμαίοι είχαν αποσπάσει τον έλεγχο των θαλάσσιων οδών από τους Καρχηδονίους, η μεγάλη έκταση της αυτοκρατορίας τους δεν αποτελούσε εμπόδιο μέχρι τα τέλη του 2ου αιώνα. Η Ρώμη είχε καθυποτάξει πολλούς λαούς, αλλά η αριστοκρατία και μάλιστα όλοι οι μορφωμένοι κάτοικοι σε κάθε εθνική κυριαρχία ήταν δίγλωσσοι και μιλούσαν λατινικά και ελληνικά. Η ανατολική Μεσόγειος και η Αίγυπτος ήταν πανάρχαια κέντρα πολιτισμού, με οικονομική ευμάρεια και με παράδοση αποτελεσματικής διοίκησης. Ωστόσο, οι διοικητικοί θεσμοί της Ρώμης δεν τροποποιήθηκαν ώστε να ανταποκριθούν στις ανάγκες της διακυβέρνησης μιας αχανούς αυτοκρατορίας. Η ανώτατη δημόσια αρχή ήταν η σύγκλητος (senatus), ένα σώμα απαρτιζόμενο από τριακόσιους περίπου γαιοκτήμονες, που οι περισσότεροι ήταν αρχαίας καταγωγής. Οι ανώτατοι άρχοντες ήταν δύο ύπατοι (consules), που ο καθένας είχε δικαίωμα βέτο στις αποφάσεις του άλλου και δεν μπορούσε να αναλάβει δεύτερη φορά το ίδιο αξίωμα παρά μόνο μετά την παρέλευση δεκαετίας. Η ευνόητη ανάγκη για ισχυρή εκτελεστική εξουσία καλύφθηκε μόνο τον 1ο αιώνα π.Χ., όταν ο Ιούλιος Καίσαρ και ο μικρανιψιός του Οκταβιανός («Αύγουστος») συγκέντρωσαν διάφορες εξουσίες, στρατιωτικές και πολιτικές, στα χέρια ενός ισόβιου ηγέτη (ηγεμονία του πρώτου πολίτη, του princeps). Οι μετέπειτα ηγεμόνες επονομάζονταν «αυτοκράτορες» (από το Imperator, διοικητής). Όταν αναφερόμαστε στη Ρώμη, από την εποχή του Αυγούστου και μετά, χρησιμοποιούμε συνήθως τον όρο αυτοκρατορία [Imperium] και όχι δημοκρατία [Res publica]. Η εξουσία του αυτοκράτορα ήταν σχεδόν ανεξέλεγκτη. Αν και η σύγκλητος εξακολούθησε να λειτουργεί και μοιράστηκε τη διοίκηση των επαρχιών με τους αυτοκράτορες, το μοναδικό αποτελεσματικό της όπλο ενάντια σε κάποιο δεσποτικό ηγεμόνα [dominus] ήταν η δολοφονία του. Οι αυτοκράτορες έστρεψαν τις εδαφικές φιλοδοξίες της Ρώμης προς τα βόρεια, μακριά από τη Μεσόγειο. Ο Ιούλιος Καίσαρ απέκτησε φήμη στρατηλάτη χάρη στην κατάκτηση της εντεύθεν των Άλπεων Γαλατίας και στην καθυπόταξη διαφόρων κελτικών φύλων από το 59 ως το 51 π.Χ. Όταν ο Αύγουστος διέταξε περαιτέρω διείσδυση προς τα ανατολικά, ο στρατός του κατατροπώθηκε απότους Γερμανούς το 9 μ.Χ. Εν συνεχεία οι Ρωμαίοι όρισαν μια μεθόριο κατά μήκος των ποταμών Ρήνου και Δούναβη. Βόρεια και ανατολικά αυτού του συνόρου, οι Ρωμαίοι κατείχαν μόνο την επαρχία της Δακίας, στη σημερινή Ρουμανία. Μέχρι τα τέλη του 2ου αιώνα μ.Χ. οι Γερμανοί, που δεν είχαν παραβιάσει αυτή τη μεθόριο, διατηρούσαν εμπορικές σχέσεις με τους Ρωμαίους και προφανώς πολεμούσαν μεταξύ τους, αλλά όχι εναντίον των Ρωμαίων. Η Γαλατία όμως ήταν η πρώτη επαρχία της αυτοκρατορίας που ο έλεγχός της απαιτούσε τη χρήση αποκλειστικά χερσαίων αρτηριών. Οι δρόμοι ήταν δύσβατοι και διέσχιζαν τους ορεινούς όγκους των Άλπεων και των Πυρηναίων. Η Γαλατία ήταν αραιοκατοικημένη και οι Ρωμαίοι ενθάρρυναν τον εποικισμό της, ιδίως από βετεράνους που αποστρατεύονταν από τις λεγεώνες. Από την εποχή του Καίσαρα μέχρι τον 5ο αιώνα μ.Χ. δημιουργήθηκε ένας «γαλατορωμαϊκός» πληθυσμός από τις επιγαμίες ανάμεσα σε Ρωμαίους στρατιώτες, κρατικούς υπαλλήλους και άλλους αριστοκράτες με ντόπιες Κέλτισσες. Αλλά η Γαλατία ήταν οικονομικά καθυστερημένη και, εκτός από μερικά κεραμικά και υφάσματα, ελάχιστα προϊόντα της μπορούσαν να εξαχθούν. Το κόστος της διοίκησης ήταν πολύ υψηλό, καθώς απαιτούσε την κατασκευή και τη συντήρηση δρόμων και οχυρών. Η Βρετανία, η τελευταία μεγάλη ρωμαϊκή κτήση στον Βορρά, ήταν πηγή ακόμα μεγαλύτερων προβλημάτων. Εδώ η πρόσβαση ήταν δυνατή μόνο μέσω της Γαλατίας. Ο Καίσαρ είχε κάνει δύο εκστρατείες βραχείας διάρκειας στη Βρετανία, αλλά η συνεχής ρωμαϊκή κατοχή της νήσου άρχισε με την εισβολή του αυτοκράτορα Κλαυδίου το 43 μ.Χ. Μέχρι τη δεκαετία του 80, οι Ρωμαίοι είχαν καθυποτάξει το μεγαλύτερο μέρος της Αγγλίας, διαιρώντας την σε δύο επαρχίες, και είχαν προελάσει στη Σκοτία. Εκεί κολάκευσαν τους τοπικούς αρχηγούς με την παροχή δώρων και τίτλων και μετέτρεψαν τις πρωτεύουσες των διαφόρων φυλών τους σε διοικητικά κέντρα. Αυτή την αποτελεσματική τακτική θα την εφάρμοζαν και αργότερα, όταν θα συναλλάσσονταν και με άλλες φυλές, κατορθώνοντας μερικές φορές να διαχωρίζουν μια «εκρωμαϊσμένη» αριστοκρατία από τους συμπατριώτες της τής ίδιας φυλής, οι οποίοι προτιμούσαν τις επιδρομές και τη λεηλασία. Ωστόσο, οι σοβαρές ταραχές που ξέσπασαν στη Βρετανία κατά τον 2ο αιώνα ανάγκασαν τους αυτοκράτορες να δαπανούν εκεί μεγάλα χρονικά διαστήματα. Για να αποκρούσει τους Καληδονίους και να προστατεύσει τους κατοικημένους οικισμούς στα νότια, ο αυτοκράτορας Αδριανός (117-138 μ.Χ.) κατασκεύασε το περίφημο Αδριάνειο Τείχος, ύψους 15 ποδιών και μήκους 73 μιλίων, με φρουρές ανά μίλι, ανάμεσα στους ποταμούς Σαλγουέυ και Τάιν. Ένα δεύτερο αμυντικό τείχος, που χτίστηκε βορειότερα από τον διάδοχό του Αντωνίνο Πίο (138-161 μ.Χ.), αποδείχθηκε ανεπαρκές. Η διακυβέρνηση της πρώιμης Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας Οι Ρωμαίοι διαιρούσαν τις πρόσφατα κατακτημένες περιοχές τους σε επαρχίες όπου διόριζαν Ρωμαίους πολίτες ως διοικητές. Στα χρόνια του Αυγούστου οι επαρχίες του ρωμαϊκού κράτους ήταν περίπου 50, αλλά κατά τον 4ο αιώνα πιθανόν ο αριθμός τους να είχε φτάσει τις 120. Οι περισσότερες επαρχίες υποδιαιρούνταν σε civitates (πόλεις κράτη), αποτελούμενες από μια σχετικά πυκνοκατοικημένη και ανεπτυγμένη περιοχή, που την περιέβαλλε μια αγροτική περιφέρεια. Οι περισσότεροι διοικητές επαρχιών της πρώιμης αυτοκρατορίας ασκούσαν τόσο πολιτικά όσο και στρατιωτικά καθήκοντα, αλλά το προσωπικό τους, εκτός από τους στρατιώτες, ήταν ολιγάριθμο. Καθώς δεν διέθεταν το αναγκαίο ανθρώπινο δυναμικό ώστε να διοικήσουν άμεσα τις περισσότερες κτήσεις τους, οι Ρωμαίοι συνήθως διατηρούσαν τους διοικητικούς θεσμούς των κατακτημένων λαών και επάνδρωναν τα μεσαία και τα κατώτερα κλιμάκια της γραφειοκρατίας με ντόπιους που ήταν πρόθυμοι να συνεργαστούν μαζί τους. Ένα άλλο σχεδόν μόνιμο πρόβλημα ήταν η οικονομική διοίκηση. Ως τον 4ο αιώνα δεν είχε καταβληθεί καμία προσπάθεια για την τυποποίηση του υπολογισμού των φόρων σε ολόκληρη την αυτοκρατορία. Ορισμένες επαρχίες, ιδίως στην οικονομικά ανεπτυγμένη Ανατολή, κατέβαλλαν πολύ
υψηλούς φόρους, ενώ άλλες στην ουσία δεν πλήρωναν κανέναν. Καθώς οι Ρωμαίοι δεν διέθεταν αρκετούς κρατικούς υπαλλήλους ώστε να συγκεντρώνουν απευθείας όλα τα έσοδα, νοίκιαζαν το δικαίωμα είσπραξης των φόρων σε επιχειρηματίες, τους επονομαζόμενους δημοσιώνες (publicani), οι οποίοι, όπως ήταν φυσικό, έπρεπε να συγκεντρώνουν περισσότερα απ' όσα κατέβαλλαν οι ίδιοι ως ενοίκιο στη Ρώμη και να καρπώνονται τη διαφορά. Τον 1ο αιώνα μ.Χ. οι καταχρήσεις των δημοσιώνων είχαν πάρει πια τόσο κραυγαλέες διαστάσεις που η κυβέρνηση άρχισε να μεταφέρει τη συγκέντρωση των εσόδων στα τοπικά σώματα διακυβέρνησης (στους βουλευτές ή δεκουρίωνες,
curiales ή decuriones) των civitates. Όσοι αναλάμβαναν το βουλευτικό αξίωμα συχνά ήταν
υποχρεωμένοι να χρηματοδοτούν δαπανηρά δημόσια έργα εν είδει εγγύησης. Ακόμα και πριν από τον 4ο αιώνα είχε εκδηλωθεί κάποια τάση να καθίστανται οι τοπικοί βουλευτές προσωπικά υπεύθυνοι για τους φόρους τους οποίους αδυνατούσαν να εισπράξουν. Με τη σειρά του το γεγονός αυτό ανάγκασε πολλές επιφανείς ρωμαϊκές οικογένειες να αποσυρθούν από τον δημόσιο βίο, ακόμα και προτού ξεσπάσουν οι κρίσεις που συγκλόνισαν την ύστερη αυτοκρατορία. Έτσι, πριν από τον 3ο αιώνα, η ρωμαϊκή τοπική διοίκηση δεν ήταν ούτε συνεκτική ούτε επαρκής. Στηριζόταν σε μεγάλο βαθμό στη συνεργασία ή, τουλάχιστον, στη σιωπηρή αποδοχή της ντόπιας ελίτ κάθε περιοχής. Οι Ρωμαίοι δεν αντιμετώπιζαν μεγάλη εσωτερική δυσαρέσκεια, και έτσι ήταν σε θέση να συγκεντρώνουν τα στρατεύματά τους στα σύνορα μέχρι που οι εχθρικές δυνάμεις άρχισαν να απειλούν την αυτοκρατορία στα τέλη του 2ου και ιδίως τον 3ο αιώνα. Η ανεπάρκεια της ρωμαϊκής διοίκησης των επαρχιών και η αδιαφορία των ντόπιων πληθυσμών απέναντι στο ρωμαϊκό κράτος πρόβαλαν τότε σε όλη τους την έκταση. Οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες Η ρωμαϊκή κοινωνία ήταν χωρισμένη σε «τάξεις» (ordines) που ο ορισμός τους είχε κατά καιρούς διαφορετικό περιεχόμενο. Ωστόσο, πάντα η διάκριση αυτή βασιζόταν σε κριτήρια κοινωνικής θέσης, όπως στην κατοχή δημόσιων αξιωμάτων και την οικογενειακή προέλευση και όχι όπως συμβαίνει σήμερα στον υλικό πλούτο. Δύο ήταν οι κύριες ομάδες πριν από την κρίση του 3ου αιώνα: οι honestiores (οι εντιμότεροι, ή συγκλητική αριστοκρατία, στην οποία εκείνη την εποχή άνηκαν πολλές οικογένειες από τις επαρχίες, η ανώτερη μεσαία τάξη —οι ιππείς— η ανώτερη ιεραρχία του στρατού και οι βουλευτές) και οι humiliores (οι ταπεινότεροι, δηλαδή όλοι οι άλλοι). Στο κατώτερο επίπεδο διακρίνουμε ένα σημαντικό αλλά όχι αγεφύρωτο χάσμα ανάμεσα στους ελεύθερους και τους ανελεύθερους. Η θέση των ελεύθερων αγροτών επιδεινώθηκε κατά την ύστερη Δημοκρατία και την πρώιμη αυτοκρατορία, ιδίως στη δύση, καθώς ο κλήρος τους απορροφήθηκε από τα μεγάλα κτήματα (latifundia) που άνηκαν σε Ρωμαίους αριστοκράτες. Οι περισσότερες ιδιοκτησίες αυτού του τύπου καλλιεργούνταν από ομάδες δούλων που συνήθως ήταν απόγονοι αιχμαλώτων πολέμου. Μολονότι οι Ρωμαίοι ήταν περιβόητοι για τη σκληρότητά τους απέναντι στους δούλους, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι χειραφέτησαν πολλούς από αυτούς. Καθώς από τον 1ο αιώνα μ.Χ. έληξε η περίοδος των ρωμαϊκών κατακτήσεων, οι πηγές εφοδιασμού σε δούλους περιορίστηκαν. Η συνακόλουθη έλλειψη εργατικής δύναμης ανάγκασε πολλούς ιδιοκτήτες να εκμισθώσουν τμήματα των ιδιοκτησιών τους σε αγρότες ενοικιαστές. Το γεγονός ότι η ρωμαϊκή γεωργία δεν ήταν σε γενικές γραμμές εκμηχανισμένη (λόγου χάρη, ο νερόμυλος ήταν γνωστός, αλλά σπάνια τον χρησιμοποιούσαν) συχνά αποδίδεται στην ανάγκη δημιουργίας θέσεων εργασίας για την απασχόληση των δούλων. Οι Ρωμαίοι όργωναν με ένα απλό ελαφρύ άροτρο, κατάλληλο για τα αβαθή, αμμώδη μεσογειακά εδάφη, το οποίο εξακολούθησαν να χρησιμοποιούν σε όλη τη διάρκεια της μεσαιωνικής περιόδου. Η χρήση ζεύγους ζώων για την έλξη του αρότρου και ο ζυγός, με τον οποίο τα ζώα ζεύονταν στο άροτρο από τα ακρώμια και όχι από τον αυχένα, αποτελούν μεσαιωνική επινόηση. Εντούτοις, η ρωμαϊκή γεωργία ήταν πολύ προωθημένη από την άποψη των αρδεύσεων και της εναλλαγής των καλλιεργειών, ενώ η απόδοση του εδάφους ήταν μεγαλύτερη απ' ό,τι στον Μεσαίωνα. Το κλίμα της μεσογειακής λεκάνης ευνοούσε τη διετή
εναλλαγή των καλλιεργειών, την οποία εφάρμοζαν οι Ρωμαίοι φυτεύοντας τη μια χρονιά σιτηρά και την επόμενη κηπευτικά. Αντίθετα, στη βόρεια Ευρώπη επικρατούσε η συνήθεια της εναλλαγής διαφορετικών σιτηρών κάθε δύο ή τρία χρόνια. Η κατά περιφέρειες ειδίκευση της αγροτικής παραγωγής, την οποία εισήγαγαν οι Ρωμαίοι, συνεχίστηκε και στη διάρκεια του Μεσαίωνα: φρούτα, μέλι και ελαιόλαδο στην Ισπανία· σιτηρά στη νότια Ιταλία και τα παράκτια νησιά, κυρίως στη Σικελία· και πάνω απ' όλα, αμπέλια για την παραγωγή κρασιού τα οποία καλλιεργούνταν όπου ήταν δυνατόν, με βόρειο όριο την περιοχή του Ρήνου και του Μοζέλα. Οι τεράστιες πόλεις της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας ήταν διοικητικά και στρατιωτικά κέντρα. Οι περισσότερες ήταν οικονομικά παρασιτικές «πόλεις καταναλωτών» που παρήγαν λιγοστά εξαγώγιμα αγαθά και υπηρεσίες και συντηρούνταν με τρόφιμα που συχνά αποσπώνταν ως φόρος υποτελείας από τις επαρχίες. Η Ρώμη ποτέ δεν ανέπτυξε σημαντική βιοτεχνική παραγωγή. Οι περισσότεροι τεχνίτες παρήγαν χρηστικά προϊόντα, που προορίζονταν για την τοπική αγορά, αν και ορισμένα είδη, όπως υφάσματα, κεραμικά και γυαλικά εξάγονταν σε άλλες επαρχίες. Τα είδη πολυτελείας, τα περισσότερα από τα οποία παράγονταν στην Ανατολή, οι βαφές και τα ορυκτά μεταφέρονταν σε μεγαλύτερες αποστάσεις. Οι τεχνίτες ήταν οργανωμένοι σε επαγγελματικές ενώσεις, τα λεγόμενα κολλήγια (collegia), αλλά συχνά απασχολούνταν σε κρατικά εργαστήρια, καθώς ελάχιστοι Ρωμαίοι με κεφάλαιο προς επένδυση ενδιαφέρονταν για τη βιοτεχνία μεγάλης κλίμακας. Οι Ρωμαίοι κεφαλαιούχοι προτιμούσαν να επενδύουν τα χρήματά τους στη γη, που απέδιδε μικρότερο εισόδημα απ' ό,τι η βιοτεχνία, καθώς όμως τα περισσότερα αξιώματα προορίζονταν μόνο για γαιοκτήμονες, η γαιοκτησία προσέφερε κοινωνικό γόητρο και πολιτική ισχύ. Συχνά διατυπώνεται η άποψη ότι η μεγάλη έκταση της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και η ποικιλία των προϊόντων που παράγονταν στις επαρχίες της διεύρυναν το εμπόριο. Ωστόσο, ο ισχυρισμός αυτός είναι υπερβολικός. Πράγματι, υπήρχε ένα κοινό νόμισμα και ένα επαρκές οδικό δίκτυο· εντούτοις, στα σύνορα των περισσότερων civitates επιβάλλονταν διόδια ύψους 2,5% ενώ οι δασμοί στα σύνορα της αυτοκρατορίας έφταναν το 12,5%. Ήδη κατά τον 4ο αιώνα το υψηλό κόστος μεταφοράς και τα διόδια διπλασίαζαν κάθε 300 μίλια την τιμή ενός φορτίου σιτηρών. Εκτιμάται ότι το εμπόριο άρχισε να φθίνει από την ίδρυση του principatus, ενώ η πιο απότομη κάμψη σημειώθηκε στα τέλη του 2ου αιώνα. Επομένως, η πολιτική δομή της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας παρουσίαζε μια ενότητα κορυφής που επί ένα διάστημα συγκάλυπτε την οικονομική υπανάπτυξη και τις βαθιές εθνικές και πολιτισμικές διαιρέσεις. Αυτή η συγκάλυψη εξέλιπε με ταχείς ρυθμούς στα τέλη του 2ου αιώνα. Η κρίση του 3ου αιώνα Στους εχθρικούς προς τη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία συγγραφείς συναντάμε ανατριχιαστικές διηγήσεις για την ακολασία και τα ανομήματα των Ρωμαίων αυτοκρατόρων, αλλά οι ηγεμόνες διοικούσαν σε γενικές γραμμές με επάρκεια, μετά το ξεπέρασμα του χάους της ύστερης Δημοκρατίας. Στο διάστημα 96-161 μ.Χ., κανένας αυτοκράτορας δεν είχε δικό του γιο και οι ηγεμόνες υιοθετούσαν κορυφαίους πολιτικούς και τους όριζαν διαδόχους τους. Η βασιλεία του στωικού φιλοσόφου Μάρκου Αυρηλίου (161-180) σηματοδοτεί ένα σημείο καμπής. Με μεγάλο κόστος, ο αυτοκράτορας κατόρθωσε να αποκρούσει τους Μαρκομάννους και τους Κουάδους, γερμανικές φυλές που είχαν εισβάλει στη βόρεια Ιταλία. Τον διαδέχτηκε ο φυσικός του γιος, ο ανίκανος και έκφυλος Κόμμοδος. Μετά τη δολοφονία του Κομμόδου, το 193, ξέσπασε ένας σύντομος εμφύλιος πόλεμος. Ο Σεπτίμιος Σεβήρος (193-211) και οι γιοι του στηρίχτηκαν στον στρατό για να εκφοβίσουν τη σύγκλητο κι έτσι κατάφεραν να αποκαταστήσουν την τάξη. Ενίσχυσαν τις λεγεώνες προσλαμβάνοντας βαρβάρους ως μισθοφόρους και παρέχοντας στα στρατεύματα τεράστια επιδόματα. Αρχικά οι Ρωμαίοι δεν
στρατώνιζαν τις λεγεώνες τους στις επαρχίες απ' όπου κατάγονταν οι στρατιώτες τους, αλλά στις αρχές του 2ου αιώνα αυτή η τακτική εγκαταλείφθηκε. Από το 197 επιτράπηκε στους στρατιώτες να παντρεύονται και να δημιουργούν οικογένεια. Έτσι, οι στρατιωτικές λεγεώνες συνδέονταν ολοένα και περισσότερο με τις περιοχές στρατωνισμού τους και συχνά οι στρατιωτικοί γίνονταν υποχείρια των επαρχιακών διοικητών. Αυτοί κρατούσαν τους αυτοκράτορες σε ομηρεία, απαιτώντας όλο και υψηλότερες αμοιβές και περισσότερα προνόμια. Η αντίδραση των Σεβήρων στις εντεινόμενες τοπικές ταραχές ήταν να αυξήσουν τον αριθμό των κρατικών υπαλλήλων σε ολόκληρη την αυτοκρατορία. Οι αυτοκράτορες αναγκάζονταν να δαπανούν ολοένα και περισσότερο χρόνο στα σύνορα. Ο ίδιος ο Σεπτίμιος Σεβήρος πέθανε το 211 στην Υόρκη, μετά από έναν τρίχρονο πόλεμο κατά των Καληδονίων. Οι διάδοχοί του αποδείχθηκαν λιγότερο ικανοί και, ύστερα από τη δολοφονία του τελευταίου Σεβήρου, το 235, ακολούθησε μίσος αιώνας σχεδόν αδιάκοπου εμφυλίου πολέμου. Διοικητές επαρχιών ανακηρύχθηκαν από τα στρατεύματά τους αυτοκράτορες, βάδισαν κατά της Ρώμης, και αργότερα τους δολοφόνησαν αυτά τα ίδια στρατεύματα. Οι στρατιώτες κατέστρεφαν τη σοδειά που δεν μπορούσαν να καταναλώσουν οι ίδιοι, επειδή ο στρατός έπρεπε να συντηρείται από τη γη και, ταυτόχρονα, να εμποδίζει τους αντιπάλους του να κάνουν το ίδιο. Το εμπόριο, στο οποίο ποτέ δεν είχαν ιδιαίτερα διαπρέψει οι Ρωμαίοι, διακόπηκε. Οι περισσότερες ρωμαϊκές πόλεις, εκτός από τα μεθοριακά οχυρά, δεν ήταν περιτειχισμένες πριν από τον 3ο αιώνα, αλλά οι κίνδυνοι ανάγκασαν τους αυτοκράτορες, πιθανόν με πρώτο τον Αυρηλιανό (270-275), να οχυρώσουν τις υπόλοιπες. Η μεσαιωνική πόλη, με ένα τείχος που χωρίζει το κατοικημένο κέντρο από την περιβάλλουσα αγροτική ύπαιθρο, μορφοποιείται ως πολεοδομικός τύπος στα τέλη του 3ου αιώνα. Επίσης η Ρώμη αντιμετώπιζε προβλήματα στο εξωτερικό. Μια νέα Περσική αυτοκρατορία αναβιώνει το 224. Ουσιαστικά, όλοι οι μεταγενέστεροι αυτοκράτορες μέχρι τον 7ο αιώνα ήταν αναγκασμένοι είτε να διεξάγουν πολέμους κατά των Περσών είτε να τους κρατούν ουδέτερους. Τα εχθρικά γερμανικά φύλα, εκμεταλλευόμενα αυτή τη σύγχυση, παραβίασαν τα σύνορα το 250. Η μεθόριος αποκαταστάθηκε μόνον ύστερα από δύο δεκαετίες πολέμων, και ακόμα και τότε η γραμμή του Ρήνου δεν απέκτησε ξανά οχυρά βόρεια του Ξάντεν, κοντά στην Κολονία. Οι Γερμανοί αγρότες πέρασαν σιγά σιγά τον Ρήνο για να εγκατασταθούν στην περιοχή αυτή, που συμπεριλάμβανε τις Κάτω Χώρες και τμήματα της σημερινής Γερμανίας και του βόρειου άκρου της Γαλλίας. Από τα τέλη του 3ου αιώνα μέχρι τον 5ο, η εθνική σύνθεση αυτής της περιοχής της βόρειας Ευρώπης έγινε οριστικά γερμανική. Διοκλητιανος και Κωνσταντίνος: το διοικητικό επίτευγμα Η τάξη αποκαταστάθηκε από τον αυτοκράτορα Διοκλητιανό (284-305), που είχε διατελέσει κυβερνήτης της επαρχίας της Ιλλυρίας στα Βαλκάνια. Ο Διοκλητιανός προχώρησε σε ριζικές αλλαγές, που ανέκοψαν προσωρινά τη στρατιωτική παρακμή της αυτοκρατορίας και ισχυροποίησαν τη θέση του ανώτατου άρχοντα. Παράλληλα, ενισχύθηκαν ο στόμφος και η μεγαλοπρέπεια της αυτοκρατορικής αυλής. Από τον 1ο αιώνα, η σύγκλητος είχε θεοποιήσει τους περισσότερους Ρωμαίους αυτοκράτορες, αλλά ο Διοκλητιανός τόνισε την αχλή του μυστηρίου που περιέβαλλε το πρόσωπο του princeps. Όλοι όσοι βρίσκονταν κοντά του έπρεπε να γονατίζουν και να αποφεύγουν να κοιτάζουν κατάματα το θεϊκό αυτό ον. Ο Διοκλητιανός έλπιζε να εξασφαλίσει μια ομαλή διαδοχή ώστε να κλείσει ο κύκλος των δολοφονημένων αυτοκρατόρων. Αντιλαμβανόμενος ότι η ανατολική περιοχή της αυτοκρατορίας ήταν πιο πλούσια και λιγότερο, συγκριτικά με τη Δύση, ταλαιπωρημένη από τους πρόσφατους εμφυλίους πολέμους και τις εισβολές και ότι η διοίκησή της παρουσίαζε λιγότερες δυσκολίες, χώρισε το ρωμαϊκό κράτος στα δύο. Σε κάθε μισό θα βασίλευε ένας «αύγουστος», ένας από τους
οποίους ήταν ο ίδιος ο Διοκλητιανός. Μετά από μια εικοσαετία, ο αύγουστος θα έπρεπε να παραιτηθεί για να τον διαδεχτεί ο αναπληρωτής του, ο επονομαζόμενος «καίσαρ». Ήταν αναμενόμενο ότι ο Ανατολικός αυτοκράτορας θα υπερείχε έναντι του Δυτικού ομολόγου του. Ο Διοκλητιανός πράγματι παραιτήθηκε, αλλά οι διάδοχοί του δεν συνέχισαν αυτή την τακτική. Ωστόσο, η διαίρεση της αυτοκρατορίας γενικά διατηρήθηκε, αν και μέχρι το 395 ορισμένοι αυτοκράτορες βασίλεψαν και στα δύο τμήματα. Ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος (312-337) ίδρυσε την Κωνσταντινούπολη, που πήρε το όνομά του, τη «νέα Ρώμη», στις ακτές του Βοσπόρου, στη θέση της αρχαίας ελληνικής πόλης Βυζάντιο. Η διαίρεση της αυτοκρατορίας πιθανόν να όξυνε τα προβλήματα του πιο καθυστερημένου δυτικού τμήματος [pars occidentalis] αλλά ενίσχυσε το ανατολικό [pars orientalis] και, μετά το 375, το διευκόλυνε να αποκρούσει τα κύματα των μετακινούμενων γερμανικών φυλών. Ο Διοκλητιανός είχε αντιληφθεί ότι η κύρια εστία αντιπολίτευσης βρισκόταν στη σύγκλητο. Γι' αυτό προσέφερε τα περισσότερα αξιώματα σε ιππείς, δηλαδή σε νεόπλουτους με πιο ασταθή κοινωνική θέση. Ο Κωνσταντίνος κατέφυγε ξανά στην τακτική της αξιοποίησης των συγκλητικών, αλλά αύξησε τον αριθμό τους σε τέτοιο βαθμό που ουσιαστικά όλοι οι εύποροι γαιοκτήμονες των επαρχιών έφεραν αυτό τον τίτλο. Αλλά, ως συγκλητικοί, αυτοί οι άνθρωποι ήταν αξιωματούχοι του ρωμαϊκού κράτους. Η πρακτική των επιγαμιών μεταξύ Γερμανών και γόνων συγκλητικών οικογενειών, που συνεχίστηκε μέχρι και τα τέλη του 7ου αιώνα, ήταν ένα μέσο για τη νομιμοποίηση της εξουσίας τους. Η αριθμητική αύξηση της γαλατορωμαϊκής συγκλητικής τάξης είναι ένα σημαντικό σημείο σύγκλισης ανάμεσα στις άρχουσες ομάδες της ύστερης αυτοκρατορίας και της μεσαιωνικής Ευρώπης. Οι Ρωμαίοι δεν μπορούσαν πλέον να στηρίζονται στη συναίνεση των υπηκόων τους ή σε μια ολιγάριθμη γραφειοκρατία προκειμένου να κυβερνήσουν την εκτεταμένη αυτοκρατορία τους και τους ετερογενείς πληθυσμούς της. Ακόμα και μετά τις ταραχές του 3ου αιώνα, ο πληθυσμός της αυτοκρατορίας παρέμενε γύρω στα 50 εκατομμύρια. Οι αυτοκράτορες προσπάθησαν να τηρήσουν την τάξη διευρύνοντας τις δημόσιες υπηρεσίες και τη στρατιωτική μηχανή και επιβάλλοντας δυσβάσταχτη φορολογία για τη συντήρησή τους. Η κεντρική γραφειοκρατία, που ήδη από τον 3ο αιώνα βρισκόταν σε άνοδο, έφτασε ως τα τέλη του 4ου αιώνα να αριθμεί 30.000 υπαλλήλους περίπου. Μέχρι το 400 το μέγεθος του στρατού είχε υπερδιπλασιαστεί, φτάνοντας, στα χαρτιά τουλάχιστον, τους 600.000 στρατιώτες. Πρόκειται για μια τρομακτικά υψηλή αναλογία σε σχέση με τον συνολικό πληθυσμό της αυτοκρατορίας. Ας σημειωθεί ότι σ' αυτό τον υψηλό αριθμό δεν έχει συνυπολογιστεί η περιορισμένης διάρκειας θητεία τοπικών αξιωματούχων, όπως οι βουλευτές, και ότι έτσι καθίσταται πολύ αυστηρή η διάκριση μεταξύ της πολιτικής και της στρατιωτικής διοίκησης, που σε ορισμένες περιοχές ουσιαστικά εναλλάσσονταν μετά το 375. Προκειμένου να επιλύσει αυτό το πρόβλημα, ο Διοκλητιανός προσπάθησε να αναδιοργανώσει την κεντρική διοίκηση και να εξυγιάνει την ιεραρχική αλυσίδα. Σχεδόν διπλασίασε τον αριθμό των επαρχιών, αλλά στη συνέχεια τις ομαδοποίησε σε δεκατρείς διοικητικές περιφέρειες (διοικήσεις). Σε καθεμιά από αυτές τις διοικητικές μονάδες ασκούσε δικαιοδοσία ένας βικάριος [vicarius], που ήταν υπόλογος στον αυτοκράτορα (η διοικητική περιφέρεια του βικαρίου δεν διατηρήθηκε στον Μεσαίωνα και δεν πρέπει να συγχέεται με τη «διοίκηση» —diocese— των χριστιανών επισκόπων, που η σφαίρα δικαιοδοσίας τους συνέπιπτε συνήθως με την civitas). Οι διοικητές των επαρχιών έγιναν υφιστάμενοι των βικαρίων και απαλλάχθηκαν από τα στρατιωτικά τους καθήκοντα. Από την άλλη μεριά, ο Κωνσταντίνος υποδιαίρεσε κάθε μισό της αυτοκρατορίας σε δύο υπαρχίες ή έξαρχίες (praefecturae). Ωστόσο, το μόνο που πέτυχαν αυτά τα μέτρα ήταν να προσθέσουν νέα στρώματα στη γραφειοκρατία. Οι βικάριοι αναφέρονταν στον έπαρχο [praefectus] των πραιτωρίων. Αυτός ο αξιωματούχος, που αρχικά ήταν ο αρχηγός της αυτοκρατορικής σωματοφυλακής, ουσιαστικά έλυνε και έδενε στην
πρωτεύουσα τον 3ο αιώνα. Ο Διοκλητιανός περιόρισε τα καθήκοντά του στο πολιτειακό επίπεδο. Ήταν έπαρχος του πραιτωρίου και υπουργός οικονομικών, υπεύθυνος για τη φορολόγηση σε είδος. Ένας αρχιστράτηγος, επικεφαλής τεσσάρων αναπληρωτών στρατηγών με αντίστοιχες περιοχές δικαιοδοσίας, ανέλαβε τα στρατιωτικά καθήκοντα του επάρχου. Ουσιαστικά, όλοι οι στρατηγοί ήταν Γερμανοί. Ενώ πριν από τον 3ο αιώνα τα ρωμαϊκά μεθοριακά στρατεύματα ήταν στρατωνισμένα σε μεγάλα στρατόπεδα λεγεωναρίων, ο Διοκλητιανός τα διασκόρπισε σε μικρότερες μονάδες, σε απόσταση 25-30 χιλιομέτρων η μία από την άλλη —μια λύση που εμπόδιζε τη γερμανική διείσδυση στην αυτοκρατορία και, ταυτόχρονα, επέτρεπε την άμεση παροχή βοήθειας όταν κάποιο οχυρό δεχόταν επίθεση. Οι αυτοκράτορες, που περιβάλλονταν από ένα πλήθος αυλοκολάκων, των οποίων το αξίωμα συχνά ήταν απλώς τιμητικό, έτρεφαν την αυταπάτη ότι θα μπορούσαν να ασκήσουν προσωπικό έλεγχο στον τεράστιο κρατικό μηχανισμό. Έτσι, άφηναν ελάχιστες πρωτοβουλίες στους τοπικούς διοικητές. Ωστόσο, στην πραγματικότητα η θέση των ηγεμόνων ήταν τόσο επισφαλής που, φοβούμενοι ταραχές στην πόλη της Ρώμης, μετέφεραν το 305 την πρωτεύουσα στα Μεδιόλανα (Μιλάνο) κι έπειτα, το 402, στη Ραβέννα, που αργότερα έγινε έδρα της κυβέρνησης των Οστρογότθων, οι οποίοι μετά το 488 ηγεμόνευαν στην Ιταλία. Θέλοντας να υπερασπίζονται οι ίδιοι τα σύνορά τους, οι περισσότεροι αυτοκράτορες της ύστερης περιόδου περνούσαν πολύ χρόνο εκτός Ιταλίας. Οι Τρεβήροι, η πρωτεύουσα της επαρχίας της Γαλατίας, ήταν συχνός τόπος διαμονής του αυτοκράτορα στη διάρκεια του 4ου αιώνα. Διοκλητιανός και Κωνσταντίνος: οικονομική πολιτική και κοινωνική διάρθρωση Στη διάρκεια του 3ου αιώνα η ρωμαϊκή οικονομία δέχτηκε βαριά πλήγματα. Οι Ρωμαίοι χρησιμοποιούσαν χρυσά, αργυρά και χάλκινα νομίσματα, που κατά τον 3ο αιώνα υποτιμήθηκαν όλα σοβαρά. Ο Κωνσταντίνος σταθεροποίησε το χρυσό νόμισμα, που από τη φύση του ήταν το πιο πολύτιμο, και επομένως το χρησιμοποιούσαν μόνο για τις μεγάλης κλίμακας συναλλαγές —ο χρυσός του σόλιδος (solidus) παρέμεινε σταθερός μέχρι τον 11ο αιώνα— αλλά το αργυρό νόμισμα εξακολούθησε να ανεβαίνει. Ο πληθωρισμός του χάλκινου νομίσματος, που χρησιμοποιούνταν στις περισσότερες αγοραπωλησίες, εκτινάχτηκε σε επικίνδυνα ύψη μετά την κοπή ενός επάργυρου χάλκινου νομίσματος από τον Διοκλητιανό. Η σοβαρότερη έκρηξη του πληθωρισμού, που σημειώθηκε στα χρόνια της βασιλείας του Κωνσταντίνου, ήταν αποτέλεσμα των συνεχών υποτιμήσεων, καθώς και της αυτοκρατορικής δήμευσης των θησαυρών των ειδωλολατρικών ναών, γεγονός που διοχέτευσε ακόμα μεγαλύτερη ποσότητα ευγενών μετάλλων σε μια οικονομία που η παραγωγική της ικανότητα έφθινε. Φαίνεται ότι ο Διοκλητιανός δεν μπορούσε να κατανοήσει γιατί οι τιμές συνέχιζαν να καλπάζουν, ακόμα και αφού είχε διατάξει να χαραχτεί ορισμένη αξία πάνω στα υποτιμημένα νομίσματα. Αποδίδοντας το πρόβλημα στην απληστία των εμπόρων, εξέδωσε το 301 έδικτο περί μεγίστων τιμών και ημερομισθίων. Τα περισσότερα προϊόντα που υπάγονταν στο εν λόγω διάταγμα ήταν πρώτες ύλες, τρόφιμα και βιοτεχνικά προϊόντα, απαραίτητα στο ρωμαϊκό κράτος και στο στρατιωτικό του έργο. Τα αποτελέσματα αυτού του μέτρου ήταν μηδαμινά· απλώς έτσι δόθηκε στην κυβέρνηση το πρόσχημα για να επιβάλλει πρόστιμα στους παραβάτες και να καθορίζει σταθερές τιμές για τα προϊόντα που αγόραζε το δημόσιο. Οι αυτοκράτορες χρειάζονταν επειγόντως χρήματα για να καλύψουν την αύξηση της γραφειοκρατίας και του στρατού, και αυτό σήμαινε ότι έπρεπε να αυξηθούν οι φόροι. Η φοροεισπρακτική ικανότητα μιας οικονομίας πρέπει να συνδέεται με την αύξηση του αριθμού των εργαζομένων, των παραγόμενων προϊόντων, των παρεχομένων υπηρεσιών και του διαθέσιμου