• No results found

Glossiki Arxaiolatria

N/A
N/A
Protected

Academic year: 2021

Share "Glossiki Arxaiolatria"

Copied!
92
0
0

Loading.... (view fulltext now)

Full text

(1)
(2)

Ο Βασίλειος Μ. Αργυρόπουλος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1974. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Έλαβε πτυχίο φιλολογίας με ειδίκευση στη γλωσσολογία και μεταπτυχιακό δίπλωμα γλωσσολογίας με ειδίκευση στην εφαρμοσμένη γλωσσολογία. Από το 2004 έως το 2008 συμμετείχε σε ερευνητικό πρόγραμμα της Ακαδημίας Αθηνών. Ασχολείται επαγγελματικά κυρίως με τη λεξικογραφία. Από το 2004 έχει εργαστεί σε διάφορα λεξικά, με κορυφαίο το υπό έκδοση νεοελληνικό λεξικό των εκδόσεων Σ. Πατάκη. Ενδιαφέρεται κυρίως για τη λεξικογραφία, τη γλωσσολογία και τη λογοτεχνία. Δημοσιεύει γλωσσολογικά και λεξικογραφικά κείμενα στο ιστολόγιο Περιγλώσσιο (periglwssio.wordpress.com). Αυτό είναι το τέταρτο βιβλίο του. Από τις 11/11/2011, στις 11 το πρωί, είναι παντρεμένος με τη Νατάσα Χατζηχριστοφή. Έχει δύο κόρες, τη Νίκη και τη Μελίτα.

(3)

ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ

Γλωσσική

αρχαιολατρία

(4)

Βασίλειος Αργυρόπουλος, Γλωσσική αρχαιολατρία, μια σύγχρονη μυθολογία ISBN: 978-618-5147-74-7 Ιανουάριος 2016 Σχεδιασμός εξωφύλλου: Χρήστος Μουλώτσιος Φιλολογική επιμέλεια: Πάνος Αστίθας [email protected] Σελιδοποίηση: Ηρακλής Λαμπαδαρίου www.lampadariou.eu Σειρά: Γλώσσας Παράλληλοι: Θεωρία και διδακτικές προτάσεις Επιστημονική υπεύθυνη σειράς: Ζωή Γαβριηλίδου, www.gavriilidou.gr Εκδόσεις Σαΐτα Αθανασίου Διάκου 42, 652 01, Καβάλα Τ.: 2510 831856 Κ.: 6977 070729 e-mail: [email protected] website: www.saitapublications.gr Άδεια Creative Commons Αναφορά δημιουργού – Μη εμπορική χρήση Όχι παράγωγα έργα 3.0 Ελλάδα Με τη σύμφωνη γνώμη του συγγραφέα και του εκδότη, επιτρέπεται σε οποιονδήποτε αναγνώστη η αναπαραγωγή του έργου (ολική, μερική ή περιληπτική, με οποιονδήποτε τρόπο, μηχανικό, ηλεκτρονικό, φωτοτυπικό, ηχογράφησης ή άλλο), η διανομή και η παρουσίαση στο κοινό υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις: αναφορά της πηγής προέλευσης, μη εμπορική χρήση του έργου. Επίσης, δεν μπορείτε να αλλοιώσετε, να τροποποιήσετε ή να δημιουργήσετε πάνω στο έργο αυτό. Αναλυτικές πληροφορίες για τη συγκεκριμένη άδεια cc, διαβάστε στην ηλεκτρονική διεύθυνση: http://creativecommons.org/licenses/by-nc-nd/3.0/gr/

(5)
(6)
(7)

Στη μνήμη του πατέρα μου, Μελετίου Θ. Αργυρόπουλου (1930–1996), συνταξιούχου δασκάλου.

(8)

«Συχνά είναι ευκολότερο να ανακαλύψεις μιαν αλήθεια από το να βρεις τη σωστή της θέση».

(9)
(10)
(11)

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

ΠΡΟΛΟΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ...12 1) ΕΙΣΑΓΩΓΗ...14 2) ΜΟΡΦΕΣ ΤΟΥ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟΥ...16 Α.ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ...17 Β.ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΑΛΦΑΒΗΤΟΥ...21 Γ.ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΠΡΟΦΟΡΑ...23 Δ.ΠΑΡΕΤΥΜΟΛΟΓΙΕΣ...27 Ε.ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΟΡΘΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΥΤΟΝΙΚΟ...31 ΣΤ.«ΦΩΝΗΕΝΤΙΑΔΑ»...33 Ζ.ΑΛΛΟΙ ΓΛΩΣΣΙΚΟΙ ΜΥΘΟΙ...35 Η.ΑΡΧΑΙΟΛΑΤΡΙΑ ΚΑΙ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ...39 Θ.ΕΙΝΑΙ ΝΕΚΡΗ ΓΛΩΣΣΑ Η ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ;...42 3) ΑΙΤΙΑ ΤΟΥ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟΥ ...45 4) ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΤΟΥ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟΥ...48 5) ΤΡΟΠΟΙ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗΣ ΤΟΥ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟΥ...52 ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ...55 ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ...57 ΣΥΝΤΟΜΟΓΡΑΦΙΕΣ ΛΕΞΙΚΩΝ ...78 ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ...79

(12)

ΠΡΟΛΟΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ Για τη γλωσσική αρχαιολατρία είχα την ευκαιρία να μιλήσω δημόσια τρεις φορές τα τελευταία χρόνια. Στο θέμα αυτό ήταν αφιερωμένες δύο εκδηλώσεις στις οποίες πήρα μέρος τον Ιανουάριο του 2011. Η πρώτη διοργανώθηκε στην Έδεσσα (22/1/2011) από τον σύλλογο Βιβλιόφιλοι Έδεσσας και η δεύτερη στη Θεσσαλονίκη (24/1/2011) από το περιοδικό Άρδην. Αλλά και τρία περίπου χρόνια αργότερα, στις 7/3/2014, στην εκπομπή Usus norma loquendi του κυπριακού ραδιοφωνικού σταθμού MYCYradio, την οποία μπορεί κανείς να παρακολουθήσει και μέσω διαδικτύου, συζήτησα με τον γλωσσολόγο και παρουσιαστή της εκπομπής, Σπύρο Αρμοστή, για το ίδιο θέμα. Ας σημειωθεί, μάλιστα, ότι δυο τρεις μέρες πιο μετά, στον λογαριασμό της εκπομπής στο Facebook, αναρτήθηκε κείμενό μου που ήταν περιληπτική απόδοση των όσων είχαμε συζητήσει. Το παρόν βιβλίο αποτελεί εμπλουτισμένη μορφή εκείνης της περίληψης. Και τα δύο βασίζονται σε διάφορα κείμενά μου, παλιότερα και νεότερα, αλλά και στο σχεδιάγραμμα των ομιλιών στις εκδηλώσεις του 2011, που προανέφερα. Για να μην κουράσω τον αναγνώστη, προσπάθησα να αποφύγω την ατελείωτη περιπτωσιολογία και τον σχολιασμό αμέτρητων δημοσιευμάτων που αφορούν το θέμα του βιβλίου. Επίσης, προσπάθησα να εκφραστώ με τρόπο όσο το δυνατόν πιο εύληπτο, χωρίς να εμβαθύνω σε επιμέρους θέματα που ίσως δυσκολεύουν ή δεν πολυενδιαφέρουν τον μη γλωσσολόγο, στον οποίο κυρίως απευθύνομαι. Στόχος μου ήταν να δώσω μια συνοπτική περιγραφή του φαινομένου που εξετάζω – με δεδομένο, μάλιστα, ότι η έκδοση αυτού εδώ του βιβλίου είναι μόνο ηλεκτρονική. Με ενδιαφέρει να ανατρέχει ο αναγνώστης μέσω διαδικτύου στο βιβλίο μου και να αντλεί εύκολα μερικές βασικές πληροφορίες. Ούτως ή άλλως, το φαινόμενο που με απασχολεί δεν αναμένεται να εξαλειφθεί. Επομένως, στο μέλλον με διάφορες αφορμές μπορεί να δημοσιεύσω κείμενα –άρθρα ή σημειώματα– και να αναφερθώ σε λεπτομέρειες. Εδώ ας δούμε το θέμα κάπως σφαιρικά. Ευχαριστώ πολύ τους φίλους και γνωστούς με τους οποίους έχουμε συμμετάσχει σε διαδικτυακές συζητήσεις για γλωσσικά θέματα, προσπαθώντας να αντικρούσουμε κάποιους αβάσιμους ισχυρισμούς σχετικούς με τη θεματολογία της παρούσας εργασίας, αλλά και όσους γλωσσολόγους με βοήθησαν να λύσω απορίες μου που προέκυψαν από τις συζητήσεις αυτές. Πάντα διάβαζα με ενδιαφέρον τα κείμενά τους και μάθαινα από αυτά. Το πιο

(13)

σημαντικό, όμως, για μένα είναι το εξής: Η διαπίστωση ότι, σε γενικές γραμμές, είσαι στο ίδιο μήκος κύματος με κάποιους ανθρώπους, όσον αφορά ορισμένα σημαντικά για σένα θέματα, όπως τα γλωσσικά του παρόντος βιβλίου –χωρίς αυτό να σημαίνει ότι αποκλείεται ή ότι είναι κακό να υπάρχουν και διαφορετικές εκτιμήσεις–, δίνει δύναμη και παρηγορεί. Τέλος, ένα μεγάλο ευχαριστώ στις εκδόσεις Σαΐτα για την άψογη συνεργασία.

(14)

1) ΕΙΣΑΓΩΓΗ Μολονότι έχουν περάσει αρκετές δεκαετίες από τότε που θεμελιώθηκε η επιστήμη της γλωσσολογίας στην Ελλάδα από τον Γεώργιο Χατζιδάκι (1848– 1941), στη χώρα μας ακόμη και σήμερα παρατηρούνται –και μάλιστα τα τελευταία χρόνια βρίσκονται σε έξαρση– διάφορα φαινόμενα γλωσσικού ερασιτεχνισμού, που μαρτυρούν άγνοια, αμφισβήτηση ή και απαξίωση βασικών γλωσσολογικών διδαγμάτων. Ένα από τα φαινόμενα αυτά είναι η γλωσσική αρχαιολατρία, μια περίπτωση σύγχρονης μυθολογίας. Η αρχαιολατρία ως προς την ελληνική γλώσσα δεν είναι, βέβαια, μόνο σημερινό φαινόμενο. Εδώ, όμως, μας ενδιαφέρει κάτι ειδικότερο, η «γλωσσική αρχαιολατρία». Τα εισαγωγικά χρησιμοποιούνται, στην προκειμένη περίπτωση, για να αντιμετωπιστεί κάπως η ασάφεια του όρου. Πώς νοείται, λοιπόν, η αρχαιολατρία ως προς την ελληνική γλώσσα; Θα μπορούσαμε να δώσουμε τον εξής ορισμό: Πρόκειται για μια ιδιόμορφη, ελληνοκεντρική παραεπιστήμη που έχει διαμορφωθεί τις τελευταίες δεκαετίες και, συγκεκριμένα, για τη διατύπωση ανορθολογικών, αβάσιμων γλωσσολογικά απόψεων σχετικά με διάφορα γλωσσικά θέματα που αφορούν κυρίως την αρχαία ελληνική, αλλά και τη σχέση της με τη νέα ελληνική γλώσσα. Πρωταγωνιστικό ρόλο στη συγκρότηση αυτής της παραεπιστήμης έχουν παίξει συγκεκριμένοι εκδότες, που εδώ και χρόνια καλλιεργούν συστηματικά την παραπληροφόρηση του κοινού όχι μόνο με βιβλία και περιοδικά που εκδίδουν, αλλά και με εκπομπές που παρουσιάζουν σε μικρούς τηλεοπτικούς σταθμούς. Σήμερα, μάλιστα, οι αβάσιμες γλωσσολογικά απόψεις των αρχαιολατρών διαδίδονται πολύ ευκολότερα μέσω διαδικτύου – ευτυχώς, όμως, το διαδίκτυο δίνει τη δυνατότητα να γίνει ευρύτερα γνωστός και ο γλωσσολογικός αντίλογος. Χρησιμοποίησα παραπάνω τον όρο αρχαιολατρία και εξήγησα πού οφείλονται τα εισαγωγικά. Για τον ίδιο λόγο, μπορεί κανείς να βάλει σε εισαγωγικά λέξεις όπως αρχαιολάτρης, αρχαιολατρικός και ελληνοκεντρικός. Για να μην κάνω, όμως, κατάχρηση εισαγωγικών, εφεξής θα τα αποφεύγω κάθε φορά που θα χρησιμοποιώ τέτοιες λέξεις. Εξυπακούεται ότι θα αναφέρομαι στην κακώς εννοούμενη αρχαιολατρία κτλ. Αρχαιολάτρης με την καλή –θέλω να πιστεύω– έννοια είμαι κι εγώ. Μου αρκεί, όμως, ό,τι ισχύει, λ.χ. το γεγονός ότι στην (αρχαία) ελληνική έχουν γραφτεί αθάνατα κείμενα του παγκόσμιου πολιτισμού.

(15)

Τέλος, πρέπει να γίνουν δύο ακόμη αναγκαίες διευκρινίσεις. Πρώτον, η παρούσα εργασία αφορά κυρίως τη γλωσσική πλευρά της αρχαιολατρίας και όχι άλλες πτυχές του εν λόγω φαινομένου, που είναι, βέβαια, ευρύτερο. [1] Δεύτερον, το βιβλίο μου έχει μεν το προαναφερθέν θέμα, αλλά βασικά στοιχεία της γλωσσικής αρχαιολατρίας, όπως ο ανορθολογισμός, κάλλιστα μπορεί να εμφανιστούν και σε άλλους ιδεολογικούς ή και σε πολιτικούς χώρους. Δεν είναι οι αρχαιολάτρες οι μόνοι που σκέφτονται έτσι. [2]

(16)

2) ΜΟΡΦΕΣ ΤΟΥ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟΥ Οι εκφάνσεις της αρχαιολατρίας ως προς την ελληνική γλώσσα είναι ποικίλες. Σχετίζονται με διάφορα θέματα, αλλά, προπάντων, με τα εξής δύο: την καταγωγή της ελληνικής και την προέλευση του ελληνικού αλφαβήτου. Ο Χαράλαμπος Μαραβέλιας (2004) γράφει χαρακτηριστικά: «Είναι γνωστό στους παροικούντες την Ιερουσαλήμ ότι δύο θεωρίες βρίσκονται διαρκώς τα τελευταία χρόνια στο εμμανές στόχαστρο των εντύπων του “ελληνόψυχου” φονταμενταλισμού: η φοινικική προέλευση του ελληνικού αλφαβήτου και η ινδοευρωπαϊκή γλωσσική (και αρχαιολογική) θεωρία». Στα παραπάνω θέματα, συμπεριλαμβανομένου και εκείνου της αρχαίας προφοράς, διαπιστώνεται απόκλιση από τα διδάγματα της γλωσσολογίας για ιδεολογικούς κυρίως λόγους. Κάποιοι αρνούνται ότι η ελληνική, από κοινού με άλλες γλώσσες, κατάγεται από μια πρωτογλώσσα και διακηρύσσουν ότι η ίδια είναι η μητέρα-γλώσσα των άλλων – εδώ λανθάνει η στρεβλή ιδέα της γλωσσικής καθαρότητας. Επίσης, δεν δέχονται ότι το αλφάβητό μας προέρχεται από το σύστημα γραφής ενός άλλου λαού – και εδώ υποβόσκει μια στρεβλή ιδέα καθαρότητας, που αφορά, όμως, τη γραφή. Ακόμη, απορρίπτουν τη θέση ότι η αρχαία προφορά σε ένα πρώιμο στάδιο ήταν πολύ διαφορετική από τη σύγχρονη. Στην προκειμένη περίπτωση, παίζει ρόλο κυρίως το γεγονός ότι κάποιοι βρίσκουν κακόηχη την αρχαία προφορά, όπως τη διδάσκουν οι γλωσσολόγοι, αλλά και όπως την επανασυνέθεσε, σε γενικές γραμμές, ο Έρασμος, Ολλανδός λόγιος, με το έργο του Dialogus de recta Latini Graecique sermonis pronuntiatione (Διάλογος περί της ορθής προφοράς του λατινικού και του ελληνικού λόγου, 1528). Υπάρχει και μια σειρά από άλλα γλωσσικά θέματα αρχαιολατρικού ενδιαφέροντος, όπως εσφαλμένες ετυμολογικές ερμηνείες ιδεολογικού χαρακτήρα και διάφοροι μύθοι σύμφωνα με τους οποίους αποδίδονται φανταστικές ιδιότητες στην ελληνική γλώσσα. Σε παρετυμολογίες λ.χ. παρουσιάζεται η ελληνική σαν γλώσσα που μόνο δανείζει και ποτέ δεν δανείζεται. Ο δανεισμός θεωρείται από μερικούς φαινόμενο αρνητικό για μια γλώσσα, και μάλιστα τη δική μας, διότι, κατά την κρίση τους, νοθεύει την καθαρότητά της. Σε αυτήν την περίπτωση, υφέρπει πάλι η στρεβλή ιδέα που είδαμε παραπάνω. Ο δανεισμός, όμως, είναι μια φυσιολογική λειτουργία του γλωσσικού συστήματος και δεν ζημιώνει τις γλώσσες. Όσο για τους γλωσσικούς μύθους, κοινό τους στοιχείο είναι η παγκόσμια υπεροχή της ελληνικής. Υποτίθεται πάντα ότι η ελληνική διαθέτει ένα μοναδικό στοιχείο, που δεν έχουν οι άλλες γλώσσες.

(17)

α. Σχετικά με την καταγωγή της ελληνικής Βασική έκφανση της εν Ελλάδι γλωσσικής αρχαιολατρίας αποτελεί η άρνηση της ινδοευρωπαϊκής καταγωγής της ελληνικής γλώσσας. Ας δούμε, πρώτα, τι διδάσκει σχετικά η γλωσσολογία. Με δεδομένο ότι μεταξύ διαφόρων γλωσσών παρατηρούνται πολλές ομοιότητες ως προς τη δομή και το λεξιλόγιό τους (για παράδειγμα, το αρχαιοελληνικό δίδωμι συνδέεται με το αρχαίο ινδικό dadami, ομοίως το πατὴρ της αρχαίας ελληνικής με το pater της λατινικής, το pitar της αρχαίας ινδικής, το αρχαίο γερμανικό fater κ.ά., το αρχαίο δύο με το λατινικό duo, το γαλλικό deux, το ρωσικό dva κ.ά., το αρχαίο ἄλλος με το λατινικό alius κ.ά.), οι γλωσσολόγοι δέχονται τη γενετική συγγένεια των γλωσσών στις οποίες ανήκουν οι τύποι αυτοί και την προέλευσή τους από μια κοινή πρωτογλώσσα, τη λεγόμενη ινδοευρωπαϊκή. Οι αρχαιολάτρες, από την πλευρά τους, έχοντας μια στρεβλή αντίληψη περί γλωσσικής καθαρότητας, όπως προαναφέρθηκε, είτε δεν αρνούνται τη συγγένεια των ινδοευρωπαϊκών γλωσσών, αλλά θεωρούν τις υπόλοιπες ινδοευρωπαϊκές γλώσσες θυγατρικές της ελληνικής, είτε υποστηρίζουν ότι τα παρατηρούμενα κοινά στοιχεία μεταξύ των εν λόγω γλωσσών οφείλονται σε δανεισμό από την ελληνική. Στην πρώτη περίπτωση, η μέθοδος της επανασύνθεσης που ακολουθούν οι ειδικοί στην ιστορική και συγκριτική γλωσσολογία δεν οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η ελληνική αποτελεί τη μητέρα-γλώσσα. Αλλά και στη δεύτερη περίπτωση, οι αρχαιολάτρες δεν έχουν δίκιο. Το είδος των κοινών στοιχείων μεταξύ των γλωσσών είναι τέτοιο, ώστε δεν στέκει γλωσσολογικά ο ισχυρισμός ότι οι άλλες γλώσσες τα έχουν δανειστεί από την ελληνική. Λέξεις όπως αντωνυμίες και αριθμοί, στοιχεία όπως προθήματα και επιθήματα, καθώς και κλιτικά μορφήματα κ.λπ. οδηγούν στο συμπέρασμα της γενετικής συγγένειας των γλωσσών και της προέλευσής τους από μια πρωτογλώσσα, που συμβατικά αποκαλούμε ινδοευρωπαϊκή. Με γλωσσολογικούς όρους, κρίνεται αστήρικτος ο ισχυρισμός ότι έγινε δανεισμός των στοιχείων αυτών από την ελληνική. Ωστόσο, ακόμη και αν ήταν βάσιμος, γιατί να θεωρείται αυτονόητο ότι οι ινδοευρωπαϊκές γλώσσες δέχτηκαν την επίδραση της ελληνικής και όχι λ.χ. της αρχαίας ινδικής; Γιατί να είναι δεδομένο ότι η φορά της επίδρασης είναι πάντα από την ελληνική προς τις άλλες γλώσσες; Στο ίδιο πλαίσιο, της προβολής αντιεπιστημονικών ισχυρισμών για θέματα καταγωγής της ελληνικής και άλλων γλωσσών, εντάσσονται

(18)

πάμπολλα δημοσιεύματα προερχόμενα από τους προαναφερθέντες παραεπιστημονικούς κύκλους. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο παράδειγμα: Πριν από χρόνια ένας καθηγητής οικονομικών υποστήριξε ότι τα αγγλικά είναι ελληνική διάλεκτος. Αφηγήθηκε, μάλιστα, ένα αξιοσημείωτο περιστατικό από την παιδική του ηλικία. Μόλις είχε επιστρέψει στο σπίτι από το πρώτο μάθημα αγγλικών και ανέφερε στη μητέρα του τα αγγλικά I am, I have και I can. Η μητέρα του, χωρίς να γνωρίζει αγγλικά, κατάλαβε ότι πρόκειται για τα ρήματα είμαι, έχω και κάνω. Ωστόσο, η εντύπωση που έχει ένας απλός ομιλητής για την ετυμολογική σύνδεση λέξεων δεν μπορεί να θεωρηθεί απόδειξη ή ένδειξη ότι οι λέξεις πράγματι αλληλοσυνδέονται ετυμολογικά. Άλλωστε, I can δεν σημαίνει «κάνω». Μπορεί απλώς να εμφανίζουν ορισμένους κοινούς φθόγγους, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η μία προήλθε από την άλλη. Αντίθετα, υπάρχουν τύποι που συνδέονται μεταξύ τους, λ.χ. η αρχαία αντωνυμία εἷς και η σημερινή ένας, αλλά, αν αναφέρουμε σε έναν ομιλητή χωρίς γνώσεις αρχαίων τον πρώτο τύπο, αποκλείεται να τον συσχετίσει με τον δεύτερο. Εν ολίγοις, με απασχολεί το μεθοδολογικό θέμα. Μακάρι να ήταν τόσο εύκολο εγχείρημα η ετυμολόγηση μιας λέξης. Τότε θα γινόμασταν όλοι ετυμολόγοι, χωρίς γνωστικά εφόδια, χωρίς γλωσσολογική μέθοδο, με μόνο ίσως όπλο τη διαίσθηση, αν όχι τη φαντασία. Ο οικονομολόγος που ανέφερα παραπάνω ισχυρίζεται ότι με βάση το λεξικό των Liddell και Scott το αγγλικό hello ανάγεται στο ομηρικό οὖλε (= γεια σου). Στην πραγματικότητα, όμως, το συγκεκριμένο λεξικό πουθενά δεν γράφει ότι το hello έχει ομηρική προέλευση. Αναρωτιέμαι πώς είναι δυνατόν κάποιος που έχει εκπονήσει επιστημονικές μελέτες να χρησιμοποιεί έτσι τις πηγές. Ας προστεθεί ότι το αρχαιολατρικό περιοδικό Δαυλός, που δεν εκδίδεται πια, κυκλοφόρησε τον Μάρτιο του 2003 με πρωτοσέλιδο τίτλο: «Ελληνική διάλεκτος η ιαπωνική γλώσσα!». Εκείνη την εποχή για μένα και μερικούς συναδέλφους το συγκεκριμένο δημοσίευμα ήταν απλώς ένα ανέκδοτο που μας χάρισε στιγμές γέλιου. Το κακό είναι ότι η δήθεν αποκάλυψη του περιοδικού έκανε άλλους να το αγοράσουν και να το διαβάσουν σαν να ήταν κάτι σοβαρό... Η έλλειψη επιστημονικής μεθόδου εκ μέρους των αρνητών της ινδοευρωπαϊκής καταγωγής της ελληνικής γλώσσας φαίνεται και από δύο ακόμη περιπτώσεις. Πρώτον, κάποιοι από αυτούς ανατρέχουν σε ξένα λεξικά, βρίσκουν συγγενείς λέξεις διαφόρων γλωσσών αναγόμενες σε κοινή ινδοευρωπαϊκή ρίζα και αυθαίρετα θεωρούν πάντα ότι πηγή είναι η ελληνική γλώσσα, από την οποία δήθεν προέρχονται οι λέξεις των άλλων γλωσσών ως

(19)

δάνεια. Το αξιοσημείωτο εδώ είναι ότι αξιοποιούν τις ινδοευρωπαϊκές σπουδές και, γενικότερα, ακολουθούν τη γλωσσική επιστήμη. Χάρη στα διδάγματα της γλωσσολογίας έχουν έτοιμες τις αντιστοιχίες μεταξύ τύπων διαφόρων γλωσσών. Από ένα σημείο και μετά, όμως, λοξοδρομούν. Δεύτερον, έχει παρατηρηθεί εντός και εκτός διαδικτύου από ομοϊδεάτες των προαναφερθέντων ακόμη και παρανάγνωση λημμάτων έγκυρων ξένων λεξικών και, ειδικότερα, των ετυμολογικών πληροφοριών τους. Φερειπείν, ενώ στο πεδίο της ετυμολογίας ενός λήμματος αναφέρεται ότι ο τάδε αγγλικός τύπος απλώς συνδέεται ή συγγενεύει ετυμολογικά με τον αντίστοιχο ελληνικό, κάποιοι διαβάζουν ότι προέρχεται από τον ελληνικό. Για να γίνω πιο σαφής, ας αναφέρω δύο παραδείγματα διαφορετικά μεταξύ τους. Το αγγλικό deacon πράγματι ανάγεται στο ελληνικό διάκονος, αλλά το daughter απλώς αντιστοιχεί στο θυγάτηρ. Βλέπουμε, λοιπόν, ότι εκβιάζεται η ερμηνεία των επιστημονικών δεδομένων –των συστηματικών ομοιοτήτων που παρατηρούνται σε εντυπωσιακά μεγάλο τμήμα του λεξιλογίου και της γραμματικής δομής πολλών γλωσσών– με βάση συγκεκριμένες ιδεολογικές αντιλήψεις και, ακόμη χειρότερα, γίνεται εσφαλμένη ανάγνωση σωστών ετυμολογικών πληροφοριών καταγεγραμμένων σε λήμματα αξιόπιστων ξένων λεξικών. [3] Οι ίδιοι οι ελληνοκεντρικοί, βέβαια, επαναλαμβάνουν διαρκώς ότι η ινδοευρωπαϊκή θεωρία δεν είναι τεκμηριωμένη. Μια συνάδελφος και φίλη, μάλιστα, που έχει επηρεαστεί από τέτοιες αντιλήψεις, υποστηρίζει ότι τα περί ινδοευρωπαϊκής φαντάζουν απλώς σαν ένα σενάριο. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για το μόνο “σενάριο” που εξηγεί τις λεξιλογικές και δομικές ομοιότητες όσων γλωσσών συναπαρτίζουν τη λεγόμενη ινδοευρωπαϊκή οικογένεια. Απεναντίας, η θεωρία που αντιτάσσουν στην ινδοευρωπαϊκή οι αρχαιολάτρες, ότι δηλαδή οι αρχαίοι Έλληνες ήταν αυτόχθονες, είναι όντως ατεκμηρίωτη. Όσοι τη διακηρύσσουν επικαλούνται συνήθως ένα χωρίο από τον Πανηγυρικό του Ισοκράτη (IV 23–24), το οποίο, μάλιστα, στη δεκαετία του ενενήντα διάβασα ακόμη και σε απόκομμα δημοσιεύματος κολλημένο σε βιτρίνα μικρού βιβλιοπωλείου στο κέντρο της Αθήνας. [4] Στην πραγματικότητα, παρερμηνεύουν το αρχαίο κείμενο και διαστρεβλώνουν την αλήθεια, γιατί ο αρχαίος ρήτορας μιλάει για την αυτοχθονία των Αθηναίων σε αντιδιαστολή με τους κατοίκους των άλλων ελληνικών πόλεων και όχι για την αυτοχθονία των Ελλήνων σε αντιδιαστολή με τους άλλους λαούς. Επιπλέον, όσα γράφουν οι αρχαίοι περί αυτοχθονίας δεν την τεκμηριώνουν,

(20)

αλλά απλώς αντανακλούν την ιδεολογική αντίληψη που είχαν για την καταγωγή τους. Ο Γιώργος Παπαναστασίου (2006) περιγράφει εύγλωττα τον τρόπο με τον οποίο γίνεται προσπάθεια να τεκμηριωθεί η αυτοχθονία: «Η ανθρώπινη παρουσία στην Ελλάδα ήδη από την παλαιολιθική εποχή ερμηνεύεται απλά και αβασάνιστα ως απόδειξη της αδιάλειπτης παρουσίας Ελλήνων. Η κατασκευή επιχειρημάτων γίνεται με απίστευτη ευκολία: Εφόσον στα μέσα της 2ης χιλιετίας π.Χ. οι κάτοικοι της Ελλάδας ήταν Έλληνες, γιατί να μην είναι Έλληνες και οι παλαιότεροι, οι Μινωίτες, οι Κυκλαδίτες; (Παρεμπιπτόντως, το γεγονός ότι η Γραμμική Α, σε αντίθεση με τη Γραμμική Β, αντιστέκεται σε όλες τις σοβαρές απόπειρες αποκρυπτογράφησης με βάση την ελληνική, δεν πτοεί τους επίδοξους αποκρυπτογράφους, οι οποίοι μας έχουν δώσει πολυάριθμες απίστευτες ερμηνείες, ακόμη και παλαιότερων κειμένων, όπως ο δίσκος της Φαιστού.) [5] Και, πηγαίνοντας προς τα πίσω, γιατί να μην κατοικούσαν Έλληνες στο Σέσκλο, στο Διμήνι, στο Φράγχθι, στα Πετράλωνα; Η συνεχής ανθρώπινη παρουσία σε έναν τόπο ερμηνεύεται αξιωματικά ως αυτόματη απόδειξη γλωσσικής και φυλετικής συνέχειας, σαν να μην είναι γεμάτη η παγκόσμια ιστορία από μαζικές μετακινήσεις πληθυσμών, που είχαν συχνά ως αποτέλεσμα την ανατροπή του υπάρχοντος γλωσσικού και πολιτισμικού σκηνικού. Ο Έλληνας θεωρείται, επομένως, αναπόσπαστο στοιχείο του γεωγραφικού χώρου στον οποίο έδρασε ιστορικά, πραγματικό γέννημα της Ελλάδας, όπως παραδίδουν οι αρχαίοι μύθοι: αυτόχθων. [...] »Η υποτιθέμενη επιστημονική τεκμηρίωση γίνεται με ένα πλέγμα παραπομπών σε συγγραφείς που κινούνται στους ίδιους ιδεολογικούς χώρους, αλλά και με επιλεκτική και συχνά παραπλανητική [6] αναφορά σε επιστημονικά έργα γλωσσολόγων ή ιστορικών. Η απόρριψη ή αποσιώπηση της επιστημονικής παράδοσης των τελευταίων αιώνων, η απόρριψη μεθόδων, εργαλείων, θεωριών κτλ., η απόρριψη τελικά όλης της συσσωρευμένης επιστημονικής γνώσης γίνεται αβασάνιστα και απερίσκεπτα. [...] »Ο σύγχρονος μύθος είναι τελικά μια απόλυτη άρνηση της ιστορικότητας. Καταρχάς της ιστορικότητας της επιστήμης, καταργώντας αιώνες προβληματισμού και έρευνας. Και κατά δεύτερο λόγο της ιστορικότητας της ελληνικής γλώσσας, της κάθε γλώσσας,

(21)

του κάθε λαού, αρνούμενος την αυτονόητη ένταξη όλων στο πλαίσιο της ανθρώπινης ιστορίας». [7] β. Σχετικά με την προέλευση του ελληνικού αλφαβήτου Άλλο γλωσσικό θέμα για το οποίο οι αρχαιολάτρες έχουν διατυπώσει αντιεπιστημονικούς ισχυρισμούς είναι η προέλευση του ελληνικού αλφαβήτου. Σύμφωνα με τους γλωσσολόγους, οι Έλληνες γύρω στο 1450– 1200 π.Χ. χρησιμοποιούσαν τη Γραμμική Β, ένα ατελές συλλαβογραφικό σύστημα γραφής. Σε αυτό δεν υπήρχαν σύμβολα που να αντιπροσωπεύουν τα φωνήεντα. Έτσι, ένα συλλαβόγραμμα, π.χ. το j, μπορούσε να αντιστοιχεί σε μια σειρά από συλλαβές, όπως πε, φε, πη, βη κ.λπ., πράγμα που προκαλούσε δυσχέρειες στην ανάγνωση. Προκειμένου να δηλώσουν τους φωνηεντικούς φθόγγους της γλώσσας τους, οι Έλληνες δανείστηκαν ορισμένα σύμβολα από τη γραφή των Φοινίκων και δημιούργησαν ένα αλφαβητικό σύστημα γραφής. Ο Robert Henry Robins (1989: 28), μάλιστα, κάνει λόγο για «το πρώτο γλωσσολογικό επίτευγμα στην Ελλάδα, μέρος ουσιαστικά της “εφαρμοσμένης γλωσσολογίας” (για να χρησιμοποιήσουμε νεότερη ορολογία)». Η στρεβλή αντίληψη που προανέφερα, για την καθαρότητα της γλώσσας –αν και εδώ, για την ακρίβεια, πρόκειται για τη γραφή–, κάνει τους αρχαιολάτρες να αρνούνται τη βορειοσημιτική/φοινικική προέλευση του ελληνικού αλφαβήτου. Δεν μπορούν, όμως, να αναιρέσουν τα στοιχεία που την αποδεικνύουν. Το κυριότερο από αυτά είναι η μη ελληνική ονομασία και η ακλισία [8] των γραμμάτων. Τα ονόματα ἄλφα, βῆτα, γάμμα κ.λπ. δεν ετυμολογούνται από την ελληνική, δεν σημαίνουν τίποτε και δεν κλίνονται στη γλώσσα μας. Άλλα στοιχεία είναι: η μορφή των γραμμάτων, η σειρά τους και η κατεύθυνση της γραφής (στις πρώτες επιγραφές επικρατεί η φορά ἐπὶ τὰ λαιά, δηλαδή εκ δεξιών προς τα αριστερά, όπως στο φοινικικό σύστημα γραφής), τα γραφόμενα από τον Ηρόδοτο (5, 58, 1–2), [9] αλλά και μια επιγραφή από την Τέω της Μικράς Ασίας, των μέσων του 5ου π.Χ. αιώνα. [10] Αναρίθμητα είναι τα αντιεπιστημονικά κείμενα που έχουν δημοσιευθεί από τους λεγόμενους ελληνοκεντρικούς. Για παράδειγμα, μια αρχαιολάτρισσα φιλόλογος προβάλλει ως επιχείρημα εναντίον της φοινικικής καταγωγής του ελληνικού αλφαβήτου το εξώφυλλο ενός γαλλικού περιοδικού στο οποίο οι Γάλλοι επισημαίνουν ότι το αλφάβητο που χρησιμοποιούν έχει ελληνική προέλευση. Ωστόσο, η διαπίστωση αυτή δεν μπορεί να αναιρέσει τη φοινικική καταγωγή του ελληνικού αλφαβήτου, διότι οι Γάλλοι αναφέρονται στην

(22)

καταγωγή του δικού τους αλφαβήτου, δηλαδή του λατινικού. Εφόσον, σύμφωνα με την κοινώς αποδεκτή θέση της γλωσσολογίας, το λατινικό αλφάβητο αποτελεί εξέλιξη του δυτικού ελληνικού-χαλκιδικού, δηλαδή του αλφαβήτου που μετέφεραν οι Χαλκιδείς στη νότια Ιταλία, δικαιολογημένα γράφουν ότι οφείλουν στην Ελλάδα, μεταξύ άλλων, και το αλφάβητο. Για το λατινικό αλφάβητο κάνουν λόγο, όχι για το ελληνικό. Είναι αξιοσημείωτη η παραπλανητική σύγχυση δύο θεμάτων διαφορετικών μεταξύ τους. Δεν πρόκειται, βέβαια, για τη μόνη περίπτωση, καθώς οι ελληνοκεντρικοί συγχέουν την προέλευση του ελληνικού αλφαβήτου από το φοινικικό με την προέλευση του ίδιου του φοινικικού αλφαβήτου. Για παράδειγμα, επικαλούνται συνεχώς ένα χωρίο του Διόδωρου Σικελιώτη (5, 74, 1), [11] που, όμως, απλώς επιβεβαιώνει την κρατούσα επιστημονική άποψη, σύμφωνα με την οποία δεν είναι οι Φοίνικες επινοητές του συστήματος γραφής που χρησιμοποιούσαν στην αρχαιότητα. Ανακριβής είναι και η άποψη ότι η πινακίδα που ανακάλυψε ο αείμνηστος αρχαιολόγος Γιώργος Χουρμουζιάδης σε λιμναίο προϊστορικό οικισμό στο Δισπηλιό της Καστοριάς αναιρεί τη φοινικική καταγωγή του αλφαβήτου μας. Πρόκειται για μη αναγνωσμένη πινακίδα, πάνω στην οποία είναι χαραγμένα άγνωστα προϊστορικά σύμβολα. Δεν μπορούμε να υποστηρίξουμε βάσιμα ότι αυτά αποτελούν ελληνικά γράμματα, και μάλιστα προδρόμους των σημερινών. Επιπλέον, αγνοούμε πλήρως τη φωνητική τους αξία – αν έχουν. Ο Γιώργος Χουρμουζιάδης (1997) σε συνέντευξή του στην Ελευθεροτυπία, χρησιμοποιώντας πολύ προσεκτική διατύπωση, έκανε λόγο για έναν γραπτό κώδικα επικοινωνίας των κτηνοτρόφων και των ψαράδων του Δισπηλιού, για έναν γραπτό τρόπο επικοινωνίας που υπήρχε στον ελλαδικό χώρο. Δεν έκανε λόγο για μια ελληνική γραφή, ούτε υποστήριξε ότι οι κάτοικοι του εν λόγω οικισμού ήταν Έλληνες. Να προσθέσω ότι τα γραφόμενα από τους ελληνοκεντρικούς για την πινακίδα του Δισπηλιού συνοδεύονται από διάφορες θεωρίες συνωμοσίας, όπως ότι κάποιοι είχαν συμφέρον να μη γνωστοποιηθεί το εύρημα ή και να καταστραφεί κ.λπ. [12] Η κινδυνολογία και η συνωμοσιολογία, βασικά στοιχεία της δράσης των αρχαιολατρών, εμφανίζονται κατεξοχήν σε συζητήσεις για θέματα αλφαβήτου και γραφής. Χαρακτηριστικός είναι ο αθεμελίωτος ισχυρισμός ότι κάποιοι προκρίνουν τη φοινικική καταγωγή του ελληνικού αλφαβήτου επιδιώκοντας την κατάργησή του και την επιβολή της φωνητικής γραφής, αλλά και του λατινικού αλφαβήτου.

(23)

Βέβαια, εκτός από την κινδυνολογία και τη συνωμοσιολογία, διαπιστώνεται έλλειψη ακόμη και στοιχειωδών γνώσεων. Δεδομένου ότι το αλφάβητό μας προέρχεται από το φοινικικό, ένας αρχαιολάτρης κάποτε σε ένα φόρουμ διατύπωσε τις εξής ερωτήσεις: Γιατί η ελληνική θεωρείται ινδοευρωπαϊκή και όχι σημιτοχαμιτική γλώσσα και γιατί η φοινικική συγκαταλέγεται στη σημιτοχαμιτική οικογένεια γλωσσών και όχι στην ινδοευρωπαϊκή; Εδώ πρόκειται για σύγχυση γλώσσας και γραφής. Από τη γραμματικοσυντακτική δομή εξαρτάται σε ποια γλωσσική οικογένεια θα θεωρηθεί ότι ανήκει μια γλώσσα και όχι από το σύστημα γραφής. Όπως είναι γνωστό, οι Τούρκοι από το 1928 χρησιμοποιούν το λατινικό αλφάβητο αντί για την αραβική γραφή. Το λατινικό αλφάβητο χρησιμοποιούν και οι Γάλλοι, οι Άγγλοι κ.ά. Μήπως αυτό σημαίνει ότι η τουρκική γλώσσα ανήκει στην ίδια οικογένεια με τη γαλλική και την αγγλική; Ασφαλώς, αυτό δεν συμβαίνει. Επιπροσθέτως, οι αρχαιολάτρες κατασκευάζουν –συνειδητά ή ασυνείδητα– μια ανυπόστατη θέση, που υποτίθεται ότι υποστηρίζεται από τους αντιπάλους τους, και μετά μπαίνουν στη διαδικασία να την αναιρέσουν με εντυπωσιοθηρική παράθεση “ακλόνητων” στοιχείων. Βέβαια, δεν ακολουθούν αυτήν την τακτική μόνο σε θέματα γραφής. [13] Φερειπείν, αναρωτιούνται πώς είναι δυνατόν οι αρχαίοι μας πρόγονοι, φορείς ενός τέτοιου πολιτισμού, να μην έγραφαν και να δανείστηκαν από άλλον λαό ένα σύστημα γραφής. Μόνο που κανείς δεν ισχυρίστηκε ότι δεν έγραφαν προτού δανειστούν τα γράμματα. Απλώς χρησιμοποιούσαν άλλα, προγενέστερα συστήματα γραφής. Προκειμένου οι ελληνοκεντρικοί να αναιρέσουν τον – ούτως ή άλλως– αναληθή ισχυρισμό ότι οι Φοίνικες έμαθαν στους Έλληνες να γράφουν, παραθέτουν αμέτρητα αρχαία χωρία, τα οποία αναφέρονται μεν σε γράμματα και γραφή, αλλά εποχών προγενέστερων εκείνης του δανεισμού. Σε ένα άρθρο, μάλιστα, που έχει διαδοθεί ευρύτατα μέσω διαδικτύου γίνεται λόγος για «το παραμύθι του ότι οι Έλληνες άρχισαν να γράφουν με “δανεικά” από τους Φοίνικες μόλις το 800 π.Χ.». [14] γ. Σχετικά με την αρχαία προφορά Ένα ακόμη θέμα που θα μας απασχολήσει είναι η απροθυμία των αρχαιολατρών να δεχτούν ότι η προφορά της αρχαίας ελληνικής ήταν πολύ διαφορετική από τη σύγχρονη, όπως διδάσκουν οι γλωσσολόγοι. Δεν θέλουν να δεχτούν π.χ. ότι το βήτα προφερόταν [b] και όχι [v], ότι το ωμέγα ήταν ένα

(24)

μακρό [o] και όχι ίδιο με το όμικρον ως άκουσμα, ότι προφέρονταν διπλά σύμφωνα, ότι οι αρχαίες δίφθογγοι προφέρονταν αναλυτικά κτλ. Ας διευκρινίσουμε, όμως, τι σημαίνει ο πολύ γενικός –και, γι’ αυτό, ασαφής– όρος αρχαία προφορά. Μια γλώσσα αλλάζει και σε επίπεδο προφοράς από εποχή σε εποχή, ενώ μπορεί να παρουσιάζει και παραλλαγές ανάλογα με την περιοχή. Με τον όρο αρχαία προφορά εννοούμε το πώς προφέρονταν τα αρχαία ελληνικά της κλασικής εποχής, δηλαδή κυρίως του 5ου, αλλά και του 4ου προχριστιανικού αιώνα. Επίσης, με δεδομένη την ποικιλία διαλέκτων που παρουσίαζε η αρχαία ελληνική γλώσσα, καλό είναι να επισημάνουμε ότι αναφερόμαστε στην αττική προφορά, η οποία χαρακτήριζε την αττική διάλεκτο. Δεν είναι ορθό να μιλάμε γενικά και αόριστα για την αρχαία προφορά. Άλλωστε, ούτε η νεοελληνική προφορά είναι μία και μοναδική. Με το πέρασμα του χρόνου, σημειώνονται μεταβολές και γεωγραφικές παραλλαγές. Ας πάρουμε ως παράδειγμα το μπ στη λέξη έμπορος. Άλλοι προφέρουν [mb] και άλλοι [b]. Η δεύτερη προφορά, μάλλον, γίνεται όλο και πιο συχνή, ενώ σε μερικές περιοχές της Ελλάδας έχει ήδη καθιερωθεί. Πώς ξέρουμε ότι η αρχαία προφορά διέφερε από τη νεοελληνική; Καταρχήν, από γλωσσολογική άποψη, δεν είναι δυνατόν μια γλώσσα, εν προκειμένω η ελληνική στη μακραίωνη ιστορία της, να μεταβάλλεται σε επίπεδο σημασιολογικό, συντακτικό κτλ. και ως διά μαγείας να μη σημειώνει μεταβολές μόνο στην προφορά. Βασιζόμαστε, όμως, και σε συγκεκριμένα στοιχεία, όπως είναι, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα πέντε: Πρώτον, η διαφορά γραφής και προφοράς στη νέα ελληνική. Στον τύπο (τα) τείχη λ.χ. ακούγεται δύο φορές ο φθόγγος [i], αλλά παριστάνεται τη μία φορά με <ει> και την άλλη με <η>. Η ποικιλία των συμβόλων που απεικονίζουν τον φθόγγο [i] στη νέα ελληνική (όχι μόνο <ι>, αλλά και <η>, <υ>, <ει> κτλ.) δηλώνει ότι το καθένα από αυτά σε ένα πρώιμο στάδιο στην αρχαιότητα αντιπροσώπευε διαφορετική προφορά. Δεν έχει άλλον λόγο ύπαρξης αυτή η ποικιλία. Δεύτερον, διάφορα γραμματικά φαινόμενα της αρχαίας ελληνικής, όπως η λεγόμενη κράση, η συγχώνευση του ληκτικού φωνήεντος ή διφθόγγου μιας λέξης με το αρκτικό φωνήεν ή δίφθογγο της επόμενης (π.χ. κἀγώ, κἀκεῖνος από τη συνεκφορά των καὶ ἐγώ, καὶ ἐκεῖνος αντίστοιχα. Αν θεωρήσουμε ότι το αρχαίο καὶ προφερόταν όπως σήμερα, τότε μένουν ανερμήνευτοι οι δύο παραπάνω τύποι – έναντι, μάλιστα, των νεοελληνικών κι εγώ, κι εκείνος.

(25)

Τρίτον, ορθογραφικά λάθη που εμφανίζονται κυρίως στους χρόνους της αλεξανδρινής κοινής, δηλαδή τότε που είχε αλλάξει η προφορά της κλασικής εποχής. Για παράδειγμα, η γραφή <πρόσοπον> αντί <πρόσωπον> δείχνει ότι είχε αρχίσει η σταδιακή εξομοίωση του ωμέγα με το όμικρον ως προς την προφορά (Tonnet, 1995: 43-44· Browning, 1991: 42). Τέταρτον, στοιχεία, πληροφορίες ή μαρτυρίες για θέματα προφοράς που δίνουν οι ίδιοι οι αρχαίοι συγγραφείς ή οι αρχαίοι γραμματικοί και σχολιαστές. Η χρήση από τους αρχαίους κωμικούς ποιητές Κρατίνο και Αριστοφάνη του βῆ βῆ για την απόδοση του βελάσματος των προβάτων, που αντιστοιχεί στο γνωστό μπέε, αποδεικνύει ή, έστω, δείχνει ότι το <β> στην αρχαία ελληνική δεν αντιπροσώπευε τον νεότερο, ηχηρό, τριβόμενο φθόγγο [v], αλλά τον ηχηρό κλειστό [b]. Συγχρόνως, μαρτυρεί ότι το αρχαιοελληνικό <η> αντιστοιχούσε σε μακρό [e] και δεν απέδιδε τον φθόγγο [i]. [15] Επιπροσθέτως, υπάρχουν μαρτυρίες για τη διάκριση των φωνηέντων ως προς τη διάρκεια προφοράς, για τη διχειλική και όχι χειλοδοντική προφορά του βήτα, για την προφορά του ζήτα ως [zd] κ.ά. Πέμπτον, ιδιωματικά και διαλεκτικά στοιχεία της νέας ελληνικής. Για παράδειγμα, από τους τύπους βούτουρο (αντί βούτυρο), γιουναίκα (αντί γυναίκα), σούκα (αντί σύκα) κ.ά., που χρησιμοποιούνταν στο παλιό ιδίωμα των Μεγάρων, φαίνεται ότι το αρχαίο <υ> δήλωνε φθόγγο διαφορετικό απ’ ό,τι σήμερα. Η προφορά αυτή αποτελούσε κατάλοιπο της αρχαιοελληνικής. Βέβαια, τα πράγματα δεν είναι καθόλου απλά. Στην εισαγωγή της μελέτης του Κωνσταντίνου Οικονόμου (1830: νβ), ο Γεώργιος Μαγουλάς επισημαίνει για τους φθόγγους ότι «η πραγματική προφορά τους κατά τους κλασικούς χρόνους δεν αποδεικνύεται με απόλυτη βεβαιότητα» και προσθέτει ότι «οι προβαλλόμενες μαρτυρίες υπέρ της μιας ή της άλλης απόψεως –γραφή και ορθογραφία, ιδίως ελληνικών λέξεων σε ξένες γλώσσες ή αντιστρόφως, ηχομιμητικές λέξεις, πληροφορίες γραμματικών κ.ά.– συνιστούν κατά κανόνα ενδείξεις [και] όχι αποδείξεις». Ακόμη, ο Γεώργιος Χατζιδάκις (1924: 82-83) στην αρχή του κεφαλαίου για την προφορά της αρχαίας ελληνικής κάνει λόγο για τις δυσκολίες του ζητήματος. Επισημαίνει, μεταξύ άλλων, ότι οι εκφωνούμενοι φθόγγοι και τα γράμματα που τους απεικονίζουν είναι δύο διαφορετικά πράγματα και ότι συνήθως η γραφή συγκαλύπτει την ποικιλία των φθόγγων. Ο Henri Tonnet (1995: 19) κάνει λόγο για τη συμβατικότητα της γραφής και αναφέρει παραδείγματα ποικιλιών της προφοράς του γαλλικού je ne sais pas (= δεν ξέρω) που δεν αποδίδονται στον γραπτό λόγο. Επιπλέον, σε διάσπαρτα σημεία του κεφαλαίου για την αρχαία προφορά ο

(26)

Γεώργιος Χατζιδάκις (1924: 82-136) είναι επιφυλακτικός για την αποδεικτική αξία διαφόρων στοιχείων όπως οι μαρτυρίες αρχαίων συγγραφέων, οι λέξεις που μιμούνται φωνές ζώων κ.ά. Και ο Sidney Αllen (2000: 81) σημειώνει τα εξής: «Οι δηλώσεις των γραμματικών ότι το ζ είχε την αξία [zd] χρονολογούνται, φυσικά, σε μεταγενέστερη εποχή και σχεδόν βέβαια αντικατοπτρίζουν κάποια αρχαία γραμματική παράδοση και όχι τη διατήρηση αυτής της αξίας στην τρέχουσα ομιλία». Σχετικά με τα ορθογραφικά λάθη που γίνονται την περίοδο της αλεξανδρινής κοινής και θεωρείται ότι αντανακλούν αλλαγές στην προφορά, ο Robert Browning (1991: 40) επισημαίνει τη δυσκολία στην ακριβή χρονολόγηση των αλλαγών αυτών. Πιθανολογεί ότι για μεγάλο χρονικό διάστημα η παλιά και η νέα προφορά συνυπήρχαν είτε στην ίδια γλωσσική κοινότητα είτε και στον ίδιο ομιλητή και προσθέτει τα εξής: «Ακόμα λιγότερα πράγματα μπορούμε να προσδιορίσουμε σχετικά με τον τόπο όπου άρχισαν να συντελούνται οι αλλαγές αυτές». Για να μη χαθούμε σε λεπτομέρειες, το βέβαιο είναι ότι η νέα ελληνική διαφέρει από την αρχαία και στην προφορά. Για παράδειγμα, το <η> κάποτε δεν προφερόταν όπως σήμερα. Ωστόσο, στους λεγόμενους ελληνοκεντρικούς κύκλους υποστηρίζεται ότι η σημερινή προφορά είναι όμοια με την αρχαία. Μπορεί να αναρωτηθεί κανείς γιατί είναι σε μερικούς τόσο δύσκολο να δεχτούν ότι μια γλώσσα μεταβάλλεται και σε επίπεδο προφοράς. Νομίζω πως βασικό ρόλο παίζει το γεγονός ότι είμαστε εξοικειωμένοι με τη σύγχρονη προφορά και, έτσι, είναι φυσικό να μας ξενίζει η αρχαία, όπως την πληροφορούμαστε από τους γλωσσολόγους. Επιπλέον, μερικοί αρνούνται ό,τι διδάσκει για αυτό το θέμα η γλωσσολογία, επειδή έχουν δεχτεί ότι η ελληνική γλώσσα είναι τέλεια, ανώτερη από τις άλλες, θεόσταλτη, ιερή κτλ. Στις περισσότερες περιπτώσεις, όποιος έχει τέτοιες αντιλήψεις για τη γλώσσα του δεν αναγνωρίζει ότι αυτή μεταβάλλεται. Σχετικά με την αρχαία προφορά, η αρθρογραφία που προέρχεται από τους γνωστούς παραεπιστημονικούς κύκλους μάλλον δεν είναι τόσο πλούσια. Για να πάρει, όμως, κανείς μια γεύση, ας αναφέρω και εδώ ένα παράδειγμα. Κάποιος έχει ισχυριστεί ότι η ποικιλία των <η>, <υ> κτλ. στη γραφή υπάρχει όχι γιατί αντανακλά μια διαφορετική αρχαία προφορά, αλλά για να διακριθούν τα ομόηχα. Το συγκεκριμένο επιχείρημα είναι άτοπο. Αρκεί να σκεφτεί κανείς ότι αυτή η ποικιλία δεν απαντά μόνο στα ομόηχα, αλλά και εκεί όπου δεν χρειάζεται η μια λέξη να διακριθεί από την άλλη. Ας σκεφτούμε λ.χ. το <υ> στη λέξη θόρυβος ή το <αι> στη λέξη αίμα.

(27)

Τέλος, η κακώς εννοούμενη αρχαιολατρία έχει και μια άλλη έκφανση. Μερικοί, προκειμένου να προβάλουν την έννοια της συνέχειας της ελληνικής σε επίπεδο προφοράς, υποστηρίζουν ότι στη νέα ελληνική επιβιώνει η διάκριση μακρών και βραχέων φωνηέντων, την οποία αντανακλά το πολυτονικό. Στην προκειμένη περίπτωση, αναπαράγουν την παλιότερη θεωρία γνωστού μουσικού ότι η ένταση της φωνής εξαρτάται από το είδος του τόνου και τον συνδυασμό πνευμάτων και τονικών σημείων και ότι η διάρκεια προφοράς λ.χ. του <ω> είναι μεγαλύτερη από του <ο> (βλ. Σαββόπουλος, 1988). Η αλήθεια, όμως, είναι ότι η ένταση της φωνής εξαρτάται από άλλους παράγοντες, όπως ο επιτονισμός (για τον όρο βλ. ΛΚΝ, 1998), και ότι η διαφοροποίηση μακρών και βραχέων δεν λειτουργεί στη νέα ελληνική. [16] δ. Παρετυμολογίες Άλλο μεγάλο θέμα είναι η ετυμολογία, η αναζήτηση της αρχικής μορφής και σημασίας των λέξεων. Διαπιστώνεται ότι αγνοούνται οι δύο βασικές αρχές της γλωσσολογίας που διαφοροποιούν την επιστημονική από την προεπιστημονική ετυμολογία: Η αρχή ότι η σχέση σημασίας και μορφής είναι συμβατική και η αρχή ότι οι μεταβολές στη γλώσσα δεν είναι συμπτωματικές, αλλά βασίζονται σε νόμους. Το θεωρητικό υπόβαθρο των ετυμολογιών του πλατωνικού Κρατύλου, που ανήκει στο προεπιστημονικό στάδιο της ετυμολόγησης, είναι η άποψη ότι τα ονόματα και τα πράγματα συνδέονται μεταξύ τους με τρόπο αιτιώδη, φυσικό. Υποτίθεται ότι οι πρώτες λέξεις δημιουργήθηκαν από κάποιον ονοματοθέτη, για να αποδοθούν οι ιδιότητες των αντίστοιχων αντικειμένων αναφοράς. Για το θεωνύμιο Ποσειδῶν λ.χ. δίνονται στον Κρατύλο (402e–403a) διάφορες εκδοχές, όπως ότι προέρχεται από τον τύπο ποσίδεσμος (= με δεμένα πόδια), επειδή η θάλασσα εμπόδισε τον θεό Ποσειδώνα να βαδίσει, ή από τη φράση πολλὰ εἰδὼς (= γνώστης πολλών), ή από τη μετοχή ὁ σείων. Ως προς την ετυμολογία καθαρά σε επίπεδο μορφής, οι όποιες αλλαγές εξηγούνται με τρόπο αυθαίρετο ή και ευφάνταστο. Τέτοια ετυμολογική μέθοδο ακολουθούν και οι βυζαντινοί ετυμολόγοι, οι οποίοι, μάλιστα, συνήθως παρουσιάζουν πολλές ετυμολογικές εκδοχές. Απεναντίας, τους γλωσσολόγους δεν ενδιαφέρει η σχέση πραγμάτων και ονομάτων, αλλά η σχέση σημασίας και μορφής. Επίσης, οι γλωσσολογικά ενημερωμένοι ετυμολόγοι προσπαθούν να εξηγήσουν τις όποιες μεταβολές με βάση κανόνες. Έτσι, διαφοροποιούνται από παρετυμολόγους οι οποίοι μπορεί να θεωρήσουν ότι δύο τύποι αλληλοσυνδέονται μόνο και μόνο επειδή

(28)

εμφανίζουν κάποιους κοινούς φθόγγους. Παραδείγματα τέτοιων παρετυμολογιών που έχω διαβάσει σε άρθρο αρχαιολάτρη: ρίζα < η ροή της ζωής, φωνή < το φως του νοός, Δανάη < δύναμις νοός ή διάνοια, Περσεύς < το πυρ το εσωτερικόν. Κάποιος άλλος σε τηλεοπτική εκπομπή ετυμολογούσε κάποτε το άκλιτο, παιδικό κουπεπέ από τη φράση κοῦπα, ὦ παῖ! Σύμφωνα με το ΛΚΝ, όμως, η δάνεια από τα λατινικά λέξη κούπα απέκτησε την τωρινή της σημασία την περίοδο της μεσαιωνικής ελληνικής, ενώ στην ελληνιστική σήμαινε «βαρέλι». Θα αφηγηθώ εν συντομία κάτι σχετικό με τα προηγούμενα. Θυμάμαι ότι σε μια βάφτιση μια οικογενειακή μας φίλη που δεν είναι φυσική ομιλήτρια της ελληνικής με ρώτησε τι σημαίνει ἀπεταξάμην, αυτό που λέει ο ανάδοχος ως απάντηση στον ιερέα. Ήταν φυσικό να τη δυσκολέψει ο συγκεκριμένος ρηματικός τύπος, αφού δεν ανήκει στην καθομιλουμένη. Το αξιοσημείωτο είναι ότι η εν λόγω κυρία, όπως μου είπε, νόμιζε ότι το ἀπεταξάμην έχει κάποια σχέση με το ρήμα πέταξα. Ήταν πολύ λογικό να συνδέσει τον άγνωστο για αυτήν τύπο με κάποιον άλλον, που της είναι οικείος. Θα ήταν άκομψο να σχολιάσει κανείς ειρωνικά αυτό που μου είπε η φίλη μας – και μάλιστα με δεδομένο ότι η ελληνική δεν είναι η μητρική της γλώσσα. Όμως, σκέφτηκα ότι, τελικά, πολλές παρετυμολογίες αρχαιολατρών ουσιαστικά δεν διαφέρουν από επιφανειακές συνδέσεις τύπων όπως οι παραπάνω. Καθώς ο αρχαιολάτρης συνδέει ετυμολογικά τύπους που έχουν μόνο κοινούς φθόγγους μεταξύ τους, μοιάζει με κάποιον που τοποθετεί δίπλα δίπλα στα ράφια της βιβλιοθήκης του βιβλία με μόνο κριτήριο το χρώμα του εξώφυλλού τους. Αυτό κάνουν κατά κόρον διάφοροι παρετυμολόγοι. Και μάλιστα, σε αντίθεση με τη φίλη μας, τις περισσότερες φορές το κάνουν για ιδεολογικούς λόγους, με την πρόθεση να αποδείξουν κάτι. Χαρακτηριστικό, λοιπόν, της γλωσσικής αρχαιολατρίας είναι η ροπή προς την παρετυμολογία για ιδεολογικούς λόγους. Παραδείγματα αποτελούν η εμπειρική ετυμολόγηση από την ελληνική λέξεων που είναι σίγουρα δάνειες (λ.χ. κεφτές δήθεν από το κοπτός, ενώ είναι τουρκικό δάνειο με απώτερη περσική καταγωγή, βλ. ΛΚΝ, 1998· ΛΝΕΓ, 2012· Σαραντάκος, 2009: 61-63) ή η ανακάλυψη ελληνικών γλωσσικών στοιχείων σε γλώσσες άλλων ηπείρων. Ζητούμενο, στην τελευταία περίπτωση, είναι να φανεί ότι οι Έλληνες στην αρχαιότητα είχαν πάει παντού, γι’ αυτό και ανακαλύπτονται ελληνικές γλωσσικές επιδράσεις ακόμη και στη Χαβάη ή τη Νέα Ζηλανδία. Είναι κι αυτός ένας μύθος: μια γλώσσα που “γονιμοποιεί” τον ευρωπαϊκό και τον παγκόσμιο λόγο, αλλά δεν περιλαμβάνει δάνεια. Τουλάχιστον, δεν γίνεται

References

Related documents

For all reporting periods presented before the date of initial application, an entity need not disclose the amount of the transaction price allocated to remaining

The proposed algorithm in [10] finds an exact Nash equi- librium in two-action games on paths and runs in polynomial time, but in the case of trees the running time may be

In situations where a conflict is between a staff person and the Executive Director, the board may need to get involved either to mediate or arbitrate7. Boards are

Further supporting the idea that both objective measures and self-report measures indepen- dently predict happiness, analyses that examined both self-reported and sensed

1.3.1 Predvidene metode raziskovanja V diplomskem delu bomo uporabili naslednje metode:  metoda deskripcije: opisali bomo dejstva, odnose in procese tako bomo opisali pojem

I denne delen skal jeg drøfte problemstillingen: Hvordan kan sykepleier bidra til å forebygge fall hos pasienter med Parkinson sykdom på sykehjem.. I drøftingsdelen er det

 Optimum number of modules in almost every case is determined based on both the available area and the mounting system used.  DC and AC cables are sized according to the local

Evaluation of loss of load probability for power systems using intelligent search based state space pruning. In Proceedings of the 2011 IEEE 11th International Conference